Legislator Case Law & Legislation
225/2010 AI generated

225/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 225/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

225/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τις αντιρρήσεις τους από το ουσιαστικό δίκαιο μπορούν να προτείνουν στη διαδικασία της επαλήθευσης, στην οποία ο ενέγγυος πιστωτής μπορεί σε κάθε περίπτωση να υποβληθεί ή απλώς να παρίσταται κατ' άρθρο 585 εδ. τελευταίο Εμπ. Νόμου, μετά δε την επαλήθευση οριστικώς, με την εισαγωγή τους ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου δικαστηρίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 225 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 225/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην ... και στη συγκεκριμένη περίπτωση και από τον διευθυντή του Τελωνείου... και τον προϊστάμενο της ΔΥΟ ..., που κατοικοεδρεύουν στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευφροσύνη Μπερνικόλα, πάρεδρο του νομικού συμβουλίου του κράτους., με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, κατοίκου ... και 2.Ψ2, κατοίκου ...ως οριστικού συνδίκου πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ". Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάκο και ο δεύτερος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-3-2000, 2-3-2000 και 23-3-2000 ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 562/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 22-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 17-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 625, 628, 632, 634, 647, 648, 665 και 666 ΕμπΝ με εκείνες των άρθρων 972, 975, 986 και 977 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία της επαληθεύσεως υποβάλλονται και οι με γενικό προνόμιο εξοπλισμένες απαιτήσεις, οι πιστωτές των οποίων στερούνται των ατομικών διώξεων. Αν δε εκπλειστηριασθεί, με επίσπευση ενέγγυου πτωχευτικού δανειστή που διατηρεί δικαίωμα ατομικής διώξεως, ακίνητο της πτωχευτικής περιουσίας, πριν από το στάδιο της ενώσεως των πιστωτών, οι απαιτήσεις αυτές αναγγέλλονται στη διαδικασία της εκτελέσεως μόνο δια του συνδίκου, ο οποίος κατατάσσεται στη θέση και για λογαριασμό των πιστωτών στον οικείο πίνακα κατάταξης.

Η πτωχευτική πίστωση, που έγινε κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως αποδεκτή, θεωρείται ότι αναγνωρίσθηκε υπέρ και κατά της ομάδας των πιστωτών και γίνεται πλέον οριστική και απρόσβλητη. Στην περίπτωση αυτή αρκεί η κατάθεση από το σύνδικο αντιγράφου της εκθέσεως επαληθεύσεως, που αποτελεί για την ύπαρξη της απαίτησης πλήρη απόδειξη κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, προς οριστική κατάταξη των απαιτήσεων αυτών στον πίνακα κατάταξης.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ.2 του ΚΠολΔ οι μη καταταγέντες πιστωτές μπορούν να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα και να ζητήσουν την κατάταξή τους και την αναγνώριση του προνομίου των απαιτήσεών τους. Δεν μπορούν, όμως, να προτείνουν ισχυρισμούς για το κατά το ουσιαστικό δίκαιο υπαρκτό των απαιτήσεων, αλλά μόνο αντιρρήσεις δικονομικού χαρακτήρα από τη διαδικασία της κατατάξεως, όπως τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης με βάση τις παραδοχές της έκθεσης επαλήθευσης των απαιτήσεων.

Τις αντιρρήσεις τους από το ουσιαστικό δίκαιο μπορούν να προτείνουν στη διαδικασία της επαλήθευσης, στην οποία ο ενέγγυος πιστωτής μπορεί σε κάθε περίπτωση να υποβληθεί ή απλώς να παρίσταται κατ' άρθρο 585 εδ. τελευταίο Εμπ. Νόμου, μετά δε την επαλήθευση οριστικώς, με την εισαγωγή τους ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου δικαστηρίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 6-5-1997 μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 6 παρ. 16 β' του Ν 2479/1997, κατατάσσονται προνομιακά στην τρίτη σειρά οι απαιτήσεις των δικηγόρων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, χωρίς μάλιστα κατά τη σύνταξη του πίνακα να απαιτείται να έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση.

Ως ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού νοείται εκείνη που αρχικά ορίσθηκε μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε από αδράνεια εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση, ακόμη και αν επακολούθησε δήλωση επίσπευσης του πλειστηριασμού εκ μέρους άλλου δανειστή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ.

Ο χρόνος, εξάλλου, της κήρυξης της πτώχευσης είναι κρίσιμος για τον αναδρομικό υπολογισμό της διετίας, εφόσον δεν προηγήθηκε της πτώχευσης κατάσχεση και ορισμός ημέρας πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή, οπότε η πορεία της εκτέλεσης δεν θα επηρεάζετο από την πτώχευση που επακολούθησε. Εάν συνεπώς είχε προηγηθεί κατάσχεση από ενέγγυο πιστωτή και είχε ορισθεί ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας είναι η προγενέστερη από την κήρυξη της πτώχευσης χρονολογία του πλειστηριασμού και όχι η χρονολογία της κήρυξης της πτώχευσης.

Αν ο πλειστηριασμός, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαιώσεως της διενέργειάς του κατά την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί, έγινε αργότερα, έστω και μετά την κήρυξη της πτώχευσης, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις που προέκυψαν μέσα στην τελευταία, πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός, διετία και όχι εκείνες, ακόμη και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τόκων, που προέκυψαν στο ενδιάμεσο διάστημα από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός έως την ημέρα που πραγματικά διενεργήθηκε ή έως την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης ( Ολ.

ΑΠ. 22/2000 ).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι απαιτήσεις του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ψ1, δικηγόρου, ύψους 51.991.730 και 60.000.000 δρχ., προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την πτώχευση, η οποία λαμβάνεται ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας, δεδομένου ότι δεν προηγήθηκε της πτώχευσης επίσπευση πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή, εφόσον δε αυτές υπήχθησαν στην διαδικασία της εξελέγξεως και επαληθεύθηκαν, χωρίς να αμφισβητηθούν από κανέναν από τους πιο πάνω πιστωτές και ειδικότερα από το ήδη αντιλέγον - ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, η κρίση του εισηγητή επί της πτωχεύσεως δικαστή, ότι υπάρχουν οι εν λόγω απαιτήσεις που προβλήθηκαν κατά της πτωχής ως πτωχευτικές ορισμένου ποσού και βαθμού προτεραιότητας ( προνομίου ), είναι οριστική, μη δυναμένη να αμφισβητηθεί με σχετική ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης.

Η κατάθεση από τον σύνδικο στον υπάλληλο του πλειστηριασμού της σχετικής εκθέσεως επαληθεύσεως αρκούσε για τη σύννομη αναγγελία και κατάταξή τους και, συνεπώς, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορθώς κατέταξε τις εν λόγω απαιτήσεις στην τρίτη σειρά των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτό αμφισβητούσε αφενός τον προνομιακό χαρακτήρα των καταταχθεισών απαιτήσεων του Ψ1 και ειδικότερα ότι αυτές προέκυψαν εντός της διετίας πριν από την ημέρα του πρώτου πλειστηριασμού, που λαμβάνεται υπόψη και όχι της κηρύξεως της πτώχευσης και αφετέρου τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης του ίδιου, ύψους 60.000.000 δρχ.

και ειδικότερα ότι αυτή αφορούσε ενέργειες που έγιναν ενώπιον δικαστηρίων βάσει συμβάσεως δικηγορικής εντολής, όπως απαιτεί το άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας εντός της οποίας γεννήθηκαν οι απαιτήσεις είναι ο χρόνος κήρυξης της πτώχευσης και όχι ο χρόνος του πλειστηριασμού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 του ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο, με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι το αναιρεσείον δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τον προνομιακό χαρακτήρα της εκ δρχ. 60.000.000 απαίτησης του πρώτου αναιρεσιβλήτου (δικηγόρου) δηλ. το γεγονός ότι αυτή προέρχεται από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών στην καθής η εκτέλεση πτωχεύσασα εταιρία.

Και τούτο, διότι, ενώ δέχεται ότι ο άνω αναιρεσίβλητος Ψ1) κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεών του δήλωσε ότι η εκ δρχ. 60.000.000 απαίτησή του από δικηγορική αμοιβή προέρχεται από τριτεγγύηση ατομικής οφειλής του ..., κατά του οποίου δεν στρέφετο η εκτέλεση, ωστόσο δεν προσδιορίζει αν η απαίτηση αυτή έγινε δεκτή στα χρέη της πτωχεύσεως ως απαίτηση από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς την πτωχεύσασα εταιρία (καθής η εκτέλεση), ώστε να είναι απρόσβλητος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, ο προνομιακός της χαρακτήρας.

Έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθή ή μη εφαρμογή από το Εφετείο της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 16α του ν. 2479/97. Επομένως, ως προς την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 (όχι 1) Κ.Πολ.Δ. απορρέουσα αιτίαση, ο ίδιος (μοναδικός) λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατά το μέρος συνεπώς αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας των ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 562/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια ( 400 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ