Legislator Case Law & Legislation
225/2009 AI generated

225/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 225/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

225/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 225 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 225/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ......, 2. Χ2, κατοίκου ...... και 3. Χ3, κατοίκου ...... . Η 1η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βάγια και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω (Iωάννη Βάγια) πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καρυτινό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-1993 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/1995 μη οριστική, 145/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2003 του Εφετείου Πατρών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1225/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 1153/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 24-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 του ΑΚ. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά την συναλλακτική καλή πίστη.

Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου.

Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Ως ζητήματα δε που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, τα εξής ουσιώδη αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, που ως βάση της είχε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς του επιδίκου από τον ενάγοντα, ήτοι από κληρονομία του κατά το έτος 1973 αποβιώσαντος, κυρίου τούτου, πατέρα του:Στις 24-7-1973 απεβίωσε ο Α και άφησε την ......

δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ανδρέα Τραυλού και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 59/1973 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Με τη διαθήκη του αυτή εγκατέστησε κληρονόμους στην ακίνητη περιουσία του τους υιούς του Β, Χ και Ψ. Με βάση τα αναφερόμενα στη διαθήκη, στο μεν δεύτερο από τους υιούς του Χ (δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσειόντων) άφησε "...

εν τμήμα οικοπέδου, το προς νότον κείμενον εντός του χωρίου Δοριζάτα παρά την επαρχιακή οδόν ημίσεως περίπου στρέμματος, σχήματος ακανονίστου μετά των εντός αυτού του τμήματος ευρισκόμενου οικίσκου και εντός αυτού υπαρχόντων εργαλείων και λοιπών κινητών πραγμάτων χρησιμευόντων δι' επιδιόρθωση όπλων, εντός του οποίου τμήματος οικοπέδου ο υιός του ούτος είχε ανεγείρει εξ ιδικής του αποκλειστικής αρωγής ισόγειαν ημιτελή οικίαν και ξύλινη μπαράκαν, εντός της οποίας κατοικεί ούτος και η οικογένειά του, ανήκοντα αποκλειστικώς εις αυτόν, οριοθετούμενον το τμήμα τούτο νοτίως με δημοσία οδόν, δυτικώς με κληρονόμους Γ, ανατολικώς με παλιόδρομον, όσον είναι και το οποίο αφήνει ως άνω και βορείως με Δ.

Ωσαύτως αφήνει εις αυτόν και όσα εργαλεία υπάρχουν εντός της μπαράκας την οποία αφήνει ως κατωτέρω εις τον υιόν του Ψ, ως και το ήμισυ της δεξαμενής της ευρισκομένης εντός της αυλής της οικίας του (διαθέτη) την οποίαν ως κατωτέρω αφήνει εις τον υιόν του Ψ ...". Την κληρονομία του αυτή ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Χ αποδέχθηκε με την ......

πράξη αποδοχής κληρονομίας της αναφερόμενης στην απόφαση συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στον τρίτο υιό του Ψ (ήδη αναιρεσίβλητο) άφησε "... την οικία του εντός του χωρίου ...... εις την οποία κατοικούσε και την οποία ανήγειρε δια κρατικής αρωγής (ισογείου) μετά του οικοπέδου της και μετά της έμπροσθεν και όπισθεν αυλής της οικίας ταύτης και της μπαράκας, καθ' όλον το μήκος της οικίας ταύτης και της μπαράκας, ως και το ήμισυ το έτερον της εντός της αυλής δεξαμενής μετά των εντός της οικίας υπαρχόντων επίπλων και σκευών και παντός άλλου κινητού πράγματος, εκτός των εργαλείων των ευρισκομένων εντός της μπαράκας τα οποία ως άνω αφήνει εις τον υιόν του Χ ...".

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η διάταξη αυτή της διαθήκης δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ακριβή έκταση και τα όρια των καταλειφθέντων στα διάδικα μέρη ακινήτων, με αποτέλεσμα να ανακύπτει η ανάγκη ερμηνείας της διαθήκης με την αναζήτηση της πραγματικής βούλησης του διαθέτη σχετικά με το ζήτημα αυτό.

Έτσι, κατά την αληθινή έννοια της πιο πάνω διάταξης, που ερμηνεύεται από το δικαστήριο αυτό, κατά τα άρθρα 173 και 1871 ΑΚ και σύμφωνα με την πραγματική θέληση του διαθέτη, προκύπτει ότι ο τελευταίος από το συνολικής έκτασης 1.435,57 τ.μ. ακίνητο της κληρονομίας, όπως αυτό προσδιορίζεται στην πληττόμενη απόφαση, άφησε στο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Χ δύο τμήματα, εμβαδού 470 και 111,88 τ.μ., αντίστοιχα, που προσδιορίζονται κατά θέση και όρια στην απόφαση.

Δηλαδή, η ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων έχει έκταση συνολικού εμβαδού 581,88 τ.μ. Στον εφεσίβλητο, σύμφωνα με την πραγματική θέληση του διαθέτη, αφέθηκε τμήμα εμβαδού 853,69 τ.μ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη. Επίσης, το Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμο ισχυρισμό των εκκαλούντων, ότι με την ως άνω διαθήκη αφέθηκε στο δικαιοπάροχό τους τμήμα ακινήτου, εμβαδού 1.222,03 τ.μ., με την αιτιολογία ότι τέτοια έκταση δεν προκύπτει από τη διαθήκη, ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο, ενόψει και του ότι εντός της παραπάνω έκτασης των 1.222,03 τ.μ.

περιλαμβάνεται και η δεξαμενή, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στη διαθήκη, σύμφωνα με τα οποία η δεξαμενή βρίσκεται εντός της αυλής της οικίας του διαθέτη, την οποία (οικία) μετά της έμπροσθεν και όπισθεν αυλής της ο τελευταίος άφησε στον εφεσίβλητο. Στα τμήματα αυτά βρίσκονται και τα επικείμενα, όπως όρισε ο διαθέτης για καθένα από τους παραπάνω δύο κληρονόμους του και αυτά πρέπει να κατέχουν αυτοί και όχι εκείνα που αρχικά από λάθος τους κατείχαν, αγνοώντας το ακριβές περιεχόμενο της διαθήκης, ήτοι ο μεν εφεσίβλητος 211 περίπου τ.μ και την υπόλοιπη έκταση ο δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσειόντων, μέχρι το μήνα Αύγουστο του έτους 1991, οπότε διαπιστώθηκε το λάθος που είχε γίνει ως προς την έκταση που καταλείπονταν με τη διαθήκη στο καθένα από τους αδελφούς από τον τοπογράφο μηχανικό Ε, στον οποίο ο εφεσίβλητος ανέθεσε να τοπογραφήσει εκ νέου το ακίνητό του με βάση την επίμαχη διαθήκη και συντάχθηκε από εκείνον το από μηνός Αυγούστου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα, όπου για πρώτη φορά απεικονιζόταν διαφορετική πραγματική κατάσταση από αυτή που αρχικά είχαν αποδεχθεί τα προαναφερόμενα αδέλφια.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, ως προς την ακριβή έκταση και τα όρια των καταλειφθέντων στα διάδικα μέρη ακινήτων και, ως προς τα ζητήματα αυτά, αναζήτησε πράγματι, με τη χρησιμοποίηση και στοιχείων έξω από τη διαθήκη, την αληθινή θέληση του διαθέτη, την οποία ανελέγκτως επίσης έκρινε ότι είναι αυτή που πιο πάνω εκτίθεται, χωρίς προς τούτο να αναζητήσει την έννοια που κατά την καλή πίστη θα προσέδιδαν στην εν λόγω δήλωση του διαθέτη οι τρίτοι.

Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 1781 του ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των διαθηκών και ο δεύτερος, πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 α ΚΠολΔ, ότι κατά την ερμηνεία της ανωτέρω δήλωσης του διαθέτη το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες αυτούς, είναι αβάσιμος.

Επίσης, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της ακριβούς έκτασης και των ορίων των καταλειφθέντων στα διάδικα μέρη ακινήτων, ο δε ενδέκατος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο δεύτερος λόγος, δεύτερο μέρος, αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται παραβίαση, από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 138-142, 144, 155, 157, 159, 160, 166, 168, 183, 192, 193, 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία ή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες βάσεις των παραπάνω παραδοχών.

Επειδή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ.β ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γιατί δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος από τον χρόνο της υπεισέλευσής του στην ανωτέρω κληρονομία, ήτοι από το έτος 1973, είχε εγκατασταθεί στο τμήμα του οικοπέδου, εμβαδού 211 τ.μ., και ότι το λάθος, ως προς την εγκατάσταση αυτή, διαπιστώθηκε κατά το μήνα Αύγουστο 1991 από το διενεργήσαντα νέα τοπογράφηση του ακινήτου αυτού μηχανικού Ε, παρόλο ότι ο διάδικος αυτός (αναιρεσίβλητος), δεν επικαλέσθηκε, ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τα περιστατικά αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, αλλά ισχυρίσθηκε ότι γνώριζε πως ο πατέρας του τον είχε εγκαταστήσει σε τμήμα του όλου οικοπέδου, εμβαδού 910,60 τ.μ., το οποίο κατείχε από το έτος 1973 χωρίς ο δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσειόντων να αμφισβητήσει την επ' αυτού κυριότητά του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, είτε προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως που αποτυπώνεται στο έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή υπάρχει ουσιαστικά εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είτε προβαίνει σε συνεκτίμηση του εγγράφου μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικά προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, όπως εκτιμάται, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της ανωτέρω ...... δημόσιας διαθήκης του δικαιοπαρόχου των διαδίκων Α, ως προς την έκταση και τα όρια του καταληφθέντος στον αναιρεσίβλητο ακινήτου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω πόρισμα του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ταυτότητα των ακινήτων που καταλείφθηκαν με την ανωτέρω διαθήκη στον αναιρεσίβλητο και στο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος του, αλλά αποτελεί ερμηνεία της ανωτέρω διαθήκης, κατά την οποία αναζητήθηκε η αληθινή βούληση του διαθέτη ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, καθώς και συνεκτίμηση τόσο της εν λόγω διαθήκης, όσο και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως του από μηνός Αυγούστου 1995 τοπογραφικού διαγράμματος του πραγματογνώμονα ΣΤ, που συνοδεύει την ......

έκθεση πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία της διαθήκης για το αποδεικτέο θέμα, της έκτασης και των ορίων των ακινήτων που με αυτήν καταλείφθηκαν στους διαδίκους. Ο αυτός λόγος αναίρεσης, ως προς τις περαιτέρω αιτιάσεις του, για παραμόρφωση του περιεχομένου της ανωτέρω διαθήκης, λόγω μη παράθεσης στην αναιρεσιβαλλομένη ότι στην εν λόγω διαθήκη υπάρχουν τρεις δυσανάγνωστες λέξεις και εγκατάσταση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων σε "πέντε ξηροελιές ευρισκόμενες εις το ελαιοστάσιον του Ζ εις θέσιν ......

και εν έτερον ελαιόδεντρον ευρισκόμενον εις θέσιν ......-......" καθώς και λόγω απόδοσης ορισμένων σημείων του περιεχομένου της διαθήκης σε τρίτο πρόσωπο και όχι σε πρώτο πρόσωπο, όπως είχαν διατυπωθεί από το συντάκτη αυτής, είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αναφέρονται στην απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται η από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του από μηνός Αυγούστου 1991 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού Ε και του από 30-7-1981 τοπογραφικού διαγράμματος του υπομηχανικού Η, είναι προεχόντως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται, από τα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον 'Αρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο.

Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ. α' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α, β ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001 και έτσι τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, της οποίας η πρώτη συζήτηση ορίσθηκε για την 11-10-1994, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γιαυτά.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί έλαβε υπόψη, χωρίς να έχει προταθεί, ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ήτοι ότι τον μήνα Αύγουστο του έτους 1991 διαπιστώθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Ε ότι είχε γίνει λάθος ως προς την έκταση που καταλείφθηκε, με την ανωτέρω διαθήκη, σε κάθε τέκνο του διαθέτη.

Τα ανωτέρω όμως, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επουσιώδη για την έκβαση της δίκης περιστατικά, που άντλησε το Δικαστήριο της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων και τα οποία ιστορικώς αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση.

Συνεπώς, η λήψη αυτών υπόψη δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 8 περ.α του άρθρου559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, γιαυτό και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Επίσης απαράδεκτος είναι ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α και β ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ως αληθινό το ανωτέρω γεγονός, ότι δηλαδή η εγκατάσταση των διαδίκων στην κληρονομία του πατέρα τους έγινε εσφαλμένα, το οποίο αποκαλύφθηκε το έτος 1991 από τον Ε, χωρίς αυτό να προκύπτει από κάποια απόδειξη και χωρίς να έχει διατάξει αποδείξεις γιαυτά, καθόσον τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια που εκτέθηκε, αλλά επουσιώδη για την έκβαση της δίκης περιστατικά που άντλησε το Δικαστήριο της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων και τα οποία ιστορικώς αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση.

Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που πρότειναν οι αναιρεσείοντες και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τα αναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα και τις οικοδομικές άδειες, είναι απαράδεκτος, διότι αυτά αποτελούν αποδεικτικά μέσα και όχι "πράγματα", υπό την έννοια που εκτέθηκε, ώστε η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός σχετικά με τα ανωτέρω αναφερόμενα ουσιώδη ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα αναφερόμενα στον έκτο λόγο, πρώτο μέρος, αναίρεσης αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Χ, ήτοι την από 30-7-1981 συμφωνία μεταξύ αυτού και του αδελφού του Ψ, τα τοπογραφικά διαγράμματα των Θ και Κ καθώς και τις οικοδομικές άδειες.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρ.559 αριθ.11β ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αποδείξεις τις οποίες έλαβε υπόψη το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χωρίς να έχει γίνει επίκληση αυτών από τον ανωτέρω διάδικο.

Επειδή, από τη διάταξη του αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει δεσμευτικά ο νόμος.

Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αποδεικτικό μέσο ως προς το οποίο υπάρχει παράβαση κατά την αποδεικτική αυτού δύναμη και να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση της διάταξης του άρθρου 352 του ίδιου Κώδικα, ως προς την αποδεικτική δύναμη των δικαστικών (όπως στο αναιρετήριο χαρακτηρίζονται) ομολογιών του αναιρεσιβλήτου, στις οποίες εκείνος είχε προβεί κατά το χρονικό διάστημα από 30-7-1981 έως και το έτος 2000 με την αναφερόμενη στο λόγο αυτό αναίρεσης έγγραφη συμφωνία, με τις προτάσεις του και τις εξώδικες προσκλήσεις του, σχετικά με τα ακίνητα που καταλείφθηκαν με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη σε καθένα των διαδίκων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία.

Επειδή, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, με το να δεχθεί, όπως εκτιμάται η σχετική αιτίαση, ότι δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του, ότι με την αναφερόμενη διαθήκη ο δικαιοπάροχός του έλαβε την έκταση που αυτός επικαλούνταν με την ένδικη αγωγή του, Όμως το αντικειμενικό βάρος για τη μη πλήρη απόδειξη των κρίσιμων περιστατικών που θεμελίωναν την αγωγή που έφερε ο ενάγων και όχι ο εναγόμενος και, επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ως αβάσιμη την ως άνω αγωγή, δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο ένατος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται μη συμμόρφωση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προς την 1225/2005 αναιρετική απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε η 109/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την αιτιολογία ότι παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προς διαπίστωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη και συντάκτη της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης Α και αναπέμφθηκε η υπόθεση στον ίδιο Δικαστήριο, είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε προς την ως άνω αναιρετική απόφαση.

Επειδή, για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να εντοπίζεται στο διατακτικό της, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση να είναι αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση ή διάπλαση που έλαβε χώρα για τις σχέσεις των διαδίκων. Δεν ιδρύεται, αντίθετα, ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες της απόφασης ή μεταξύ αυτών και του διατακτικού, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι στο αιτιολογικό της περιέχονται αντιφατικές παραδοχές αναφορικά με την ταυτότητα των καταλειφθέντων, με την ως άνω δημόσια διαθήκη, τμημάτων ακινήτου και την εγκατάσταση των διαδίκων σ' αυτά, καθώς και με το σημείο στο οποίο ευρίσκεται η ανωτέρω αναφερόμενη δεξαμενή. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος διότι οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν συνιστούν αντίφαση με την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-4-2007 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 1153/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ