225/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated225/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α Κ.Πολ.Δ.). Η αίτηση για την επαναφορά στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση μπορεί να εισαχθεί, κατ' απόκλιση των διατάξεων των άρθρων 12 επ. και 111 του Κ.Πολ.Δ., απ' ευθείας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής η δίκη, ανεξαρτήτως του εάν έχει ασκηθεί, κατά το άρθρο 933 του Κ.Πολ.Δ, ανακοπή κατά του κύρους της εκτελέσεως.
Full text
Απόφαση 225 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 225/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Λωλίδου-Παγίδα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Παγγαίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι "κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου, καθώς και των αποφάσεων του πρωτοδικείου που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων του ειρηνοδικείου, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1)... 2)... 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα...", σαφώς προκύπτει ότι κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου μπορεί παραδεκτώς να ασκηθεί λόγος αναίρεσης για καθ' ύλην αναρμοδιότητα μόνο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου όχι δε και του Ειρηνοδικείου.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 18 Κ.Πολ.Δ. "στην αρμοδιότητα του πολυμελούς Πρωτοδικείου υπάγονται 1... 2) οι εφέσεις κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου της περιφερείας τους". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο δεχθεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέσθηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονται πριν εκτελεσθεί η απόφαση του εξαφανίσθηκε ή μεταρρυθμίστηκε.
Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, είτε με τις προτάσεις, είτε με χωριστό δικόγραφο, που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, εκτός των άλλων, και ότι η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την εκτέλεση της εξαφανισθείσης ή μεταρρυθμισθείσης αποφάσεως διατάσσεται μόνο επί εκτελέσεως προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως (άρθρο 904 αρ. 2 περ.
α Κ.Πολ.Δ.). Η αίτηση για την επαναφορά στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση μπορεί να εισαχθεί, κατ' απόκλιση των διατάξεων των άρθρων 12 επ. και 111 του Κ.Πολ.Δ., απ' ευθείας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής η δίκη, ανεξαρτήτως του εάν έχει ασκηθεί, κατά το άρθρο 933 του Κ.Πολ.Δ, ανακοπή κατά του κύρους της εκτελέσεως.
Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 3 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, σχετικά με το ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας που δίκασε ως Εφετείο, δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, την αίτηση των αναιρεσιβλήτων - εκκαλούντων για την επαναφορά στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την προαποδεικνυομένη εκτέλεση της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Παγγαίου, που είχε κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, για την εκδίκαση της αιτήσεως αυτής αρμόδιο καθ' ύλην ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας ενώπιον του οποίου, ως Εφετείου, εκκρεμούσε η εκδίκαση της κυρίας δίκης.
II). Επειδή στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ ορίζεται ακόμη ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, εκδιδομένων επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των Ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση μόνον: 1) Εάν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ` αυτούς. 2) Αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση. 3) .................. , και 4) Αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης ορίζονται περιοριστικώς στο ως άνω άρθρο (Ολομ. ΑΠ 45/87). Εξ άλλου από την πρώτη παράγραφο του άνω άρθρου (αναλόγου εκείνης του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται για την παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, και δεν επιτρέπεται αναίρεση για παράβαση κανόνα δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις του άρθρου 525 ΚΠολΔ, περί απαραδέκτου νέων αιτημάτων και ανταγωγής στην κατ' έφεση δίκη, καθώς και οι καθορίζουσες τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως (Α.Π. 195/2004).
Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους διατυπώνεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πολυμ. Πρωτοδ. Καβάλας, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ` αριθμ. 572/99 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Παγγαίου, για το λόγο ότι η πληττομένη απόφαση έκανε δεκτή, κατά παράβαση του άρθρου 525 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν την εκτέλεση της με αριθμό 54/2005 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Παγγαίου, καθώς και για το λόγο ότι προέβη στην εκδίκαση της ιδίας αιτήσεως, κατά παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την μορφή και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως καθορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ., και 933 επ. του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των μνησθεισών δικονομικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικώς αναφερομένους, στη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως.
I
ΙΙ). Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
έγγραφο. (Α.Π. 32/1996 -ΟΛ-). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πέμπτο και έκτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται κατά της αναιρεσιβαλλομένης αιτίαση από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1129, 1094 και 1119 του Α.Κ., διότι με την προσβαλλομένη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας α) αναγνώρισε, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, στους αντιδίκους δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας επί 575,06 τ.μ., το οποίο ουδέποτε υπήρξε αντικείμενο δικαστικής διαμάχης και τον απέβαλε, κατά παραδοχή των προσθέτων λόγων, διατάσσοντας την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την επανατοποθέτηση σιδερένιας πόρτας στην είσοδο του επιδίκου, και β) αναγνώρισε, σύμφωνα με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, δικαίωμα δουλείας στους αντιδίκους, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1094 και 1119 του Α.Κ., που ορίζουν ότι για τη σύσταση δουλείας "απαιτείται όπως συμβληθούν για το σκοπό αυτό, πάντοτε, οι δύο κύριοι, δηλαδή ο κύριος του δουλεύοντος και ο κύριος του δεσπόζοντος".
Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι δεν καθορίζονται τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, κρίνοντας επί της ουσίας την υπόθεση, και ειδικότερα εκείνα υπό τα οποία συντελέσθηκε η παραβίαση των ανωτέρω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
ΙV). Επειδή ο απαιτούμενος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1121, 1033 και 369 του ΑΚ, για τη σύσταση πραγματικής δουλείας οδού συστατικός τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, από ουδεμία διάταξη επιβάλλεται και για τη μεταβιβαστική της οιονεί νομής δουλείας οδού συμφωνίας, αφού η νομή αυτή, ως ιδιόμορφο δικαίωμα, διάφορο των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 973 του ΑΚ εμπραγμάτων δικαιωμάτων, δεν υπόκειται, ως προς την σύσταση μετάθεση ή αλλοίωση της δια συμβάσεως, στους περί συμβολαιογραφικού τύπου και μεταγραφής κανόνες των άρθρων 369 και 1033 του ΑΚ.
Συνεπώς και η συμφωνία, που καταρτίσθηκε μεν με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που όμως δεν καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών, για την παράδοση και για την κτήση της οιονεί νομής δουλείας οδού, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είναι έγκυρη και ισχυρή. (Α.Π. 646/1985, Α.Π. 1484/1988). Περαιτέρω ο έχων δικαίωμα οιονεί νομής οδού επί ακινήτου δικαιούται κατά το άρθρο 1095 να αρνηθεί, δι' ενστάσεως, την απόδοση αυτού.
Η παραδοχή της ενστάσεως αυτής έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής, τόσο κατά το αίτημα της αναγνωρίσεως του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου, όσο και κατά το αίτημα της αποδόσεώς του, καθ' όσον το πρώτο δεν είναι αυτοτελές, αλλά αποτελεί προϋπόθεση του δευτέρου ( Α.Π.559/1968 ΝΟΒ 17, 165, Α.Π. 1171/2005).
Κατ' ακολουθίαν το Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ορθώς έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αποκτήσει εγκύρως την οιονεί νομή οδού, επί του επιδίκου, δυνάμει συμφωνίας, που είχε καταρτισθεί, δια μη μεταγραφέντος συμβολαιογραφικού εγγράφου, μεταξύ αυτού και της κοινής δικαιοπαρόχου των διαδίκων, για την παράδοση και κτήση στους αναιρεσιβλήτους, της οιονεί αυτής νομής από του έτους 1992, ότι ο αναιρεσείων είχε αναδεχθεί το δικαίωμα αυτό των αναιρεσιβλήτων κατά την αγορά του επιδίκου με το με αριθμό ........πωλητήριο συμβόλαιο της σ/φου Καβάλας Ανδρονίκης Μουτσοκάπα, στο οποίο γίνεται ρητή μνεία της εν λόγω οδού, και ότι συνεπεία αυτών έπρεπε, δεκτής καθισταμένης της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων υποβληθείσας, κατά το άρθρο 1095 του Α.Κ., ένστασης, να απορριφθεί η ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος - ενάγοντος.
Με τις κρίσεις του δ' αυτές το Πολ. Πρωτ. Καβάλας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1121, 1033, 1095, 369 και 973 του ΑΚ, και επομένως ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τέλος με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, γιατί απέρριψε, μετά την αποδοχή της εκ μέρους των εναγομένων υποβληθείσας ως άνω εντάσεως, την κρινομένη αγωγή στο σύνολό της, ενώ, η αγωγή έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, να απορριφθεί μόνο, ως προς το καταψηφιστικό αίτημά της, και έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Πολ.Πρωτ.
Καβάλας, παραλείποντας να αποφανθεί επί του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής, έσφαλε. Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., δεν περιέχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ, 9 του ΚΠολ.Δ., με την οποία συγχωρείται η αναίρεση αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.8.2006 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1 για αναίρεση της 134/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Καταδικάζει τoν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ