225/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 225 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 225/2007
Legislator headnote
AI generated225/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 225 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 225/2007
Full text
Απόφαση 225 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 225/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Καρβελά. Του αναιρεσίβλητου - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΟΓΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1570/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 4656/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 25-10-2002 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1563/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο αναιρεσείων - καλών με την από 14-10-2005 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 18-11-2003 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - καλούντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 18 παρ. 5 του N. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής : "Από το παρακρατούμενο βάσει της κείμενης νομοθεσίας κατά περίπτωση ποσό, από τη βεβαίωση και είσπραξη των υπέρ τρίτων εσόδων για την κάλυψη των συναφών δαπανών του ΙΚΑ, διατίθεται από 1-7-1993 μέρος για την παροχή κινήτρων στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ με άμεσο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας. Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση του Δ.Σ. του ΙΚΑ καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και το ποσοστό απόδοσης σαν οικονομικού κινήτρου, καθώς επίσης και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκομένων αποτελεσμάτων". Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 4144/12-8-1993, 1788/18-3-1994 και 1784/29-3-1995 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με τις αποφάσεις αυτές καθορίσθηκαν λεπτομερώς, το ποσοστό απόδοσης από τα υπέρ τρίτων έσοδα του ΙΚΑ και ο τρόπος υπολογισμού του μηνιαίου ποσού κατά υπάλληλο με βάση μαθηματικό τύπο και προσδιορίσθηκε ο έλεγχος του αποτελέσματος παραγωγικότητας και συμμετοχής κάθε εργαζομένου. Το παραπάνω επίδομα, όπως έχει θεσμοθετηθεί με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του N. 2150/1993, χορηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 10 παρ. 1 του N. 2335/1995 και στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους των ασφαλιστικών οργανισμών, του ΟΓΑ και του Κέντρου Ηλεκτρονικών υπολογιστών Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΚΗΥΚΥ) αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας Προνοίας και Κοινωνικών ασφαλίσεων. Και στην περίπτωση αυτή η δαπάνη βαρύνει τους προϋπολογισμούς των εν λόγω ασφαλιστικών Οργανισμών και τα ποσά των δικαιούχων ορίζονται στο ίδιο ύψος με εκείνα των υπαλλήλων του ΙΚΑ, όπως αυτά καθορίζονται κάθε φορά με την κοινή απόφαση που προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις. Όπως προκύπτει από τις παραπάνω αποφάσεις, το οικονομικόκίνητρο δεν χορηγήθηκε σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του ΙΚΑ και συνεπώς και του ΟΓΑ ως σταθερό και πάγιο επίδομα που αυξάνει τους μισθούς τους, αλλά σε εκείνους μόνο οι οποίοι εντάχθηκαν στην προγραμματισμένη προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας και εφόσον έχει επιτευχθεί το προσδιορισμένο εκ των προτέρων ποσοστό αύξησης εντός του νομίμου ωραρίου τους και όχι με υπερωριακή απασχόληση. Ενόψει δε του σκοπού και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες χορηγείται το εν λόγω επίδομα, δεν συγκαταλέγεται αυτό στις τακτικές αποδοχές του υπαλλήλου, ούτε είναι επιτρεπτή η μετεξέλιξή του σετακτική αποδοχή, όταν χορηγείται τακτικώς και μονίμως,χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων που επιβάλλει ο νόμος για τη χορήγησή του, δεδομένου ότι στο δημόσιο τομέα και στο χώρο των ΝΠΔΔ οι παροχές των υπαλλήλων καθορίζονται με κανόνες δημοσίου δικαίου και δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγματεύσεων, ή οικειοθελούς παροχής, ενώ η αυθαίρετη και παράνομη, λόγω μη τηρήσεως των οριζόμενων στο νόμο προϋποθέσεων, παροχή του εν λόγω επιδόματος δεν μεταβάλει τον χαρακτήρα του σε τακτική παροχή. Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι είχε προσληφθεί στις 18-12-1962 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και υπηρέτησε σ' αυτό προσφέροντας τις υπηρεσίες του μέχρι τις 19-12-1997, οπότε αποχώρησε, λόγω συμπληρώσεως του προβλεπόμενου από την παρ. 2 του άρθρου 42 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού "Κατάστασης Προσωπικού του ΟΓΑ", ορίου ηλικίας και 35 χρόνια πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας. Ότι περαιτέρω, λόγω μη υπολογισμού από το αναιρεσίβλητο στις μηνιαίες αποδοχές του τελευταίου μήνα πριν την αποχώρησή του από την υπηρεσία για τον προσδιορισμό της καταβλητέας σ' αυτόν αποζημιώσεως και του καταβαλλομένου σ' αυτόν σύμφωνα με το Ν. 2335/1995 "επιδόματος παραγωγικότητος", ύψους 79.040 δρχ. μηνιαίως, η αποζημίωση που του καταβλήθηκε ήταν μειωμένη κατά 2.213.120 δρχ., ζήτησε δε ακολούθως να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να του καταβάλει το ποσό αυτό. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι το προαναφερόμενο επίδομα δεν περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Επομένως το Εφετείο, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως, και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1,3 του Ν. 2112/1920, 1, 4, 5 και 8 του Ν. 3198/1955, 648, 649, 653 του ΑΚ και 1 της 95/49 διεθνούς συμβάσεως περί προστασίας του ημερομισθίου που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών υπάρχει στην μείζονα πρόταση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος με ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2002 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 4656/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ