Supreme Court dismisses appeal against bank judgment on appealable grounds and incorrect legal reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant bank's appeal against a final judgment regarding a loan dispute. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to address specific arguments in the lower court's decision and rejected the claim that the lower court misapplied the law on interest capitalization. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to the appellant, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111§2, 118(4), 216§1 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 423 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellant fails to address specific arguments or if the lower court's decision on a legal issue is correct despite flawed reasoning, requiring the reasoning to be replaced rather than the decision to be overturned.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2259 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2259/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "BANK SADERAT IRAN" (ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΑΝΤΕΡΑΤ ΙΡΑΝ), που εδρεύει στην Τεχεράνη του Ιράν, νόμιμα εγκατεστημένης στην Ελλάδα με υποκατάστημα στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Κατηφόρη και Νικόλαο Αγγελάκο, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5/5/1980, και 12/3/1984 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 16/9/1980 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3414/1981, 3018/1996, 3220/2004 μη οριστικές και 4622/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4551/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/3/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 5/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 111§2, 118 αρ. 4 και 216§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το αγωγικό δικόγραφο πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση, Εξ άλλου, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων μ' αυτές των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι, στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου.
Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφ' όσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία, ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Πρέπει, περαιτέρω, να αναφέρονται, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθροι/922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προοτηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του 2)ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προοτηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.
Αντιθέτως, δεν ευθύνεται ο προστήσας όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 957/2003).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ προκύπτει ότι, ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για της ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προ στηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει γα προτείνει και ν' αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας, έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (ΑΠ 838/201 1, Α.Π. 272/2008, Α.Π. 330/1977).
Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 1573/1 981, ΑΠ 697/12, ΑΠ 1495/09). Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1495/2009).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε το ορισμένο των δικογράφων των, με αριθμ. καταθ. 4266/1980 και 2540/1984, κατ'αυτής αγωγών της, δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, Αγροτικής Τράπεζας, με τις οποίες η τελευταία ζήτησε την καταψήφιση, πλην άλλων και της ιδίας, (αναιρεσείουσας) στην καταβολή του ποσού των 194.500.000 δρχ. (4266/80 αγωγή) με τους επ' αυτού νομίμους τόκους (2540/84 αγωγή), ως αποζημίωσή της για τη ζημία την οποία φέρεται ότι υπέστη απο την περιγραφομένη σ' αυτές αδικοπρακτική συμπεριφορά (απάτη) του προστηθέντος από την ίδια (αναιρεσείουσα) υπαλλήλου της παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο αυτών (δικογράφων), λόγω αοριστίας, απορρέουσας ως προς μεν την πρώτη (αγωγή) από την ελλιπή εξειδίκευση των θεμελιωτικών της επικαλουμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς πραγματικών περιστατικών, ως προς δε τη δεύτερη "από την έλλειψη προσδιορισμού του επιτοκίου υπολογισμού του κεφαλαίου των αιτουμένων τόκων και της γενεσιουργού αιτίας αυτών (τόκων)".
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου των αγωγών και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, Αγροτική Τράπεζα, Ι/ με την πρώτη από τις παραπάνω αγωγές (αρ. καταθ. 4266/80) στρεφομένης κατά των Κ. Δ., Ε.Δ. και της αναιρεσείουσας Τράπεζας "BANK SADERAT IRAN", εξέθετε ότι, ο πρώτος εναγόμενος, Κ.
Δ. παρουσιάστηκε κατά μήνα Δεκέμβριο 1979 στο υποκατάστημα Αμπελοκήπων της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και αφού άνοιξε με κατάθεση ορισμένου χρηματικού ποσού, λογαριασμό όψεως, άρχισε τις συναλλαγές του με το υποκατάστημα. Ότι παρόμοιο λογαριασμό άνοιξε και ο δεύτερος των εναγομένων, Ε. Δ. στο υποκατάστημα της ενάγουσας στη Λαμία.
Ότι, παράλληλα αμφότεροι οι [πρώτος και δεύτερος] εναγόμενοι, διατηρούσαν στην τρίτη εναγομένη, αλλοδαπή τράπεζα με την επωνυμία "BANK SADERAT IRAN", η οποία διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα (Πανεπιστημίου 25-29), λογαριασμό και είχαν εφοδιασθεί από αυτή, με ίδια έκαστος δεσμίδα στελεχών (μπλοκ) επιταγών. Ότι αυτοί, μετά το άνοιγμα των λογαριασμών στην ενάγουσα, εξέδωσαν, επ' ονόματι τους, τις διαλαμβανόμενες λεπτομερώς στην αγωγή, σημαντικού ποσού, επιταγές, συρόμενες στους λογαριασμούς της τρίτης εναγομένης τράπεζας, τις οποίες και προεξόφλησαν στα άνω υποκαταστήματα της ενάγουσας, είτε τοις μετρητοίς, είτε με την πίστωση των, στα υποκαταστήματα τηρουμένων, ατομικών τους λογαριασμών.
Ότι στην προεξόφληση των επιταγών αυτών οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ενάγουσας προέβησαν κατόπιν ψευδών διαβεβαιώσεων αφενός των ιδίων των εναγομένων εκδοτών των επιταγών, αφετέρου των αρμοδίων υπαλλήλων της τρίτης εναγομένης και δη του κατονομαζομένου υπαλλήλου της (Μ. Γ.) προϊσταμένου του τμήματος καταθέσεων της εναγομένης, περί της πλήρους καλύψεως των επιταγών.
Ότι από τη προεξόφληση των εν λόγω επιταγών που ήσαν ακάλυπτες καθόσον άπασες δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα τους (τρίτη εναγομένη), όταν εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα από την ενάγουσα ως νόμιμη κομίστριά τους προς πληρωμή, η τελευταία ζημιώθηκε κατά το καταβληθέν στους πρώτο και δεύτερο εναγομένους ή σε πίστωση του λογαριασμού τους αχθέν ποσό των 194.500.000 δραχμών και δη ως προς μεν τον πρώτο εναγόμενο κατά το ποσό των 118.000.000 δραχμών, ως προς δε το δεύτερο εναγόμενο κατά το ποσό των 76.500.000 δραχμών, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια των τελευταίων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ενάγουσα ζήτησε την καταψήφιση των εναγομένων, των δύο πρώτων και με την προσωπική τους κράτηση, στην καταβολή, του πρώτου εναγομένου, 118.000.000 δραχμών, του δευτέρου, μετά νόμιμο περιορισμό του αιτήματος, 51.370.182 δρχ. και της τρίτης, εις ολόκληρον με έκαστο των δύο πρώτων, 194.500.000 δρχ."
ΙΙ/ Με τη δεύτερη των ως άνω αγωγών, στρεφομένης κατά των ιδίων, ως άνω εναγομένων ζήτησε την επιδίκαση των νομίμων, από την επίδοση της προηγούμενης αγωγής, τόκων επί των αιτουμένων με την τελευταία ποσών. Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία, πλην άλλων, απέρριψε ως αβάσιμο τον πρωτοδίκως επίσης απορριφθέντα και με την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα (εναγομένη) έφεση επαναφερθέντα ισχυρισμό αοριστίας δεχθείσα ότι, "οι ένδικες αγωγές δεν πάσχουν αοριστία καθόσον διαλαμβάνονται, στη μεν πρώτη (αγωγή) όλα τα αναγκαία στοιχεία για το πραγματικό της ευθύνης από αδικοπραξία και δη η ζημιογόνος συμπεριφορά των Κ.Δ.
και Ε. Δ., ομού μετά των προστηθέντων υπαλλήλων της "BANK SADERAT IRAN" και δη τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά της απατηλής συμπεριφοράς αυτών με τις συναλλαγές με επιταγές γύρου, η υπαιτιότητά τους και ο αιτιώδης σύνδεσμος της ιστορουμένης συμπεριφοράς τους προς την προκληθείσα στην ενάγουσα ζημία, στη δε δεύτερη η γενεσιουργός αιτία των τόκων επιδικίας επί των διεκδικουμένων από την ενάγουσα ΑΤΕ ΑΕ χρηματικών ποσών, τα οποία και παρατίθενται ως κεφάλαιο, χωρίς να είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθεται και το επιτόκιο με το οποίο θα γίνει ο υπολογισμός των τόκων, ο οποίος προκύπτει με μαθηματικό υπολογισμό βάσει του ισχύοντος νομίμου επιτοκίου υπερημερίας, που ορίζεται από τις εκάστοτε ΠΔΥΕ ή ΠΥΣ ή ΕΚΤ και στις οποίες το δικαστήριο ανατρέχει οίκοθεν για την εξεύρεση του".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παράλειψε, παρά τον νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, των ενδίκων αγωγών, αφού στο δικόγραφό τους διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ, 914, 922, 297, 298, 340 ΑΚ 386 ΠΚ απαιτούμενα για την πληρότητα τους, στοιχεία , μη όντας αναγκαίου για τη διαπίστωση της ύπαρξης αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας και της ζημίας της αναιρεσίβλητης, του προσδιορισμού "του χρόνου έκδοσης, προεξόφλησης, σφράγισης και πρόβλεψης του διαθεσίμου των ακαλύπτων επιταγών που εσύροντο στους λογαριασμούς των Κ.Δ.
και Ε.Δ. στην αναιρεσείουσα Τράπεζα," ούτε του προσδιορισμού του επιτοκίου, με βάση το οποίο έχουν υπολογιστεί οι ζητούμενοι τόκοι, αφού τα στοιχεία αυτά, στην έλλειψη των οποίων και μόνο περιορίζεται η προβαλλομένη με τον ως άνω (πρώτο) λόγο περί αοριστίας αιτίαση, μπορούν να προκύψουν είτε από τις αποδείξεις είτε με μαθηματικό υπολογισμό με βάση το τρέχον νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας που ισχύει εκάστοτε.
Η κατά τα άνω περιγραφή της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του (προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς", αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή, της δυνατότητας στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης, στη δε εναγομένη να αμυνθεί ικανοποιητικώς, με αποτέλεσμα να ελέγχεται αρνητικά, κρινομένη απορριπτέα ως αβάσιμη, η προβαλλομένη, με τον από το αρθρ.559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγο, αιτίαση.
Από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 1062/2014, ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας νόμου 4332/1929, η Αγροτική Τράπεζα αποτελεί αυτόνομο τραπεζικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση. αγροτικής πίστεως σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργανώσεως και τη βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.
Αποτέλεσμα του ειδικότερου ως άνω σκοπού της ΑΤΕ ήταν η καθιέρωση σειράς ευνοϊκών ρυθμίσεων και ειδικών προνομίων, ουσιαστικών και δικονομικών. Στη συνέχεια, με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 1914/1990 η ΑΤΕ μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία και προβλέφθηκε η κατάρτιση του καταστατικού της σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανωνύμων τραπεζικών εταιριών και η έγκρισή του με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, ενώ έχει εισαχθεί και στο Χρηματιστήριο.
Επίσης ο v. 2076/1992, ο οποίος ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία 89/646/ΕΟΚ, και έχει εφαρμογή και στην ΑΤΕ δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, ορίζει στο άρθρο 26 παρ. 9 ότι η εφαρμογή των διατάξεων του ΝΔ 17/7/13-8-1993 επεκτείνεται αυτόματα σε όλες τις τράπεζες, αφότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για τη λειτουργία τους.
Παρά την επέκταση όμως της εφαρμογής του ως άνω ΝΔ/τος σε όλες τις τράπεζες και τις ουσιώδεις μεταβολές που επήλθαν στο νομικό χαρακτήρα και το σκοπό της ΑΤΕ, το νομοθετικό καθεστώς των προνομίων διατηρήθηκε. Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 26 του ν. 1914/1990 διατηρήθηκαν σε ισχύ όλες οι ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν την ΑΤΕ και αναφέρονται στα ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια της, χωρίς να θιγούν από τις διατάξεις του ν. 2076/1992, που είχε σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, την ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων της οδηγίας 89/646/ΕΟΚ, η οποία αφορούσε, κυρίως τη ρύθμιση των προϋποθέσεων προσβάσεως στην τραπεζική αγορά και όχι τη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων οφειλετών τραπεζών.
Ούτε, τέλος, η διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 26 του τελευταίου αυτού νόμου (2076/1992), με την οποία ορίσθηκε ότι οι διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών που έχουν έδρα την Ελλάδα καταργούνται, έθιξε τις αναφερόμενες στα ως άνω προνόμια της ΑΤΕ ειδικές ρυθμίσεις, ενόψει του ότι αυτές έπαυσαν να αποτελούν περιεχόμενο αποκλειστικό του καταστατικού νόμου 4332/1929 και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει της μη αντικείμενης στο Σύνταγμα (άρθρα 4 και 17 αυτού) αλλά ούτε στο Κοινοτικό Δίκαιο (άρθρα 81 και 82 ΣυνθΕΚ) παρ. 4 του άρθρου 26 του v. 1914/1990 (Ολ ΑΠ 24 και 25/2006, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 360/2010, ΑΠ 1946/2009).
Μεταξύ των διατηρηθέντων προνομίων της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης (Αγροτικής Τράπεζας) περιλαμβάνεται και εκείνο της διάταξης του άρθρου 34 παρ.8 ν.4332/1929 που ορίζει την παραγραφή "όλων των απαιτήσεων της τράπεζας από κεφάλαια, τόκους και χρεωλύτρα σε οποιοδήποτε τίτλο και αν στηρίζονται σε είκοσι χρόνια" (ΑΠ 383/2002), κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 250 αρ.15 ΑΚ, που ορίζει πενταετή την παραγραφή των αντιστοίχων απαιτήσεων τόκων, μερισμάτων χρεωλύτρων (ΑΠ 383/2002, ΑΠ 151/2002).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 8 ν. 4332/1929 και 2694 ν. 1914/90, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την, προς απόκρουση της περί τόκων (αγωγικής) αξίωσης της αναιρεσίβλητης προβληθείσα, με την επίκληση παρόδου της από τη διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ τασσομένης πενταετίας, ένσταση παραγραφής, δεχθείσα την επί του κρισίμου ως άνω ζητήματος εφαρμογή της διάταξης αυτής (34 παρ.8 ν.4332/1929) με την εσφαλμένη (κατά την προσβαλλομένη αιτίαση), παραδοχή ότι "η προβλέπουσα ειδικό, αναφορικά με το χρόνο παραγραφής των πάσης φύσεως αξιώσεων της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης (ΑΤΕ), προνόμιο ως άνω διάταξη διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη μετατροπή αυτής σε ανώνυμη εταιρεία με τη μη αντικειμένη στο Σύνταγμα και το Κοινοτικό Δίκαιο διάταξη του άρθρου 26 παρ.4 ν.1914/1990" κρίνεται απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, AΠ 625/208, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμα, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ.ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98 καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/96, ΑΠ 1434/10, ΑΠ 148/2009).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, αναφερόμενος στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της διαφοράς (υπόθεσης) με συνακόλουθη συνέπεια τη μη ίδρυσή του όταν η επικαλουμένη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αφορά στη σκέψη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία η αγωγή ή ο ισχυρισμός (ένσταση) απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, αόριστος ή απαράδεκτος ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 368/2014, ΑΠ 786/2014, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.
Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγο ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (αρθρ. 583 επ., 632, 933, 979 Κ.Πολ.Δ. και των πρόσθετων λόγων αυτών. Τέλος, κατά τις διατάξεις των αρθρ. 269 παρ. 2 εδ.
α', β' και γ' του ΚΠολΔ και 527 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, μέσα επίθεσης και άμυνας, μπορεί να προβληθούν παραδεκτά για πρώτη φορά μετά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή στο Εφετείο, εάν: α) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν έγκαιρα από δικαιολογημένη αιτία β) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, και γ) αν αποδεικνύονται από έγγραφο ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι, σε όλες τις καθιερούμενες περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού το δικαστήριο της ουσίας σχηματίζει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της βραδείας προβολής, και ως προς το κατά πόσον συντρέχει κατά περίπτωση μία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ερευνώντας τα κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας (Ολ.
ΑΠ 12/1991). Ειδικά δε στην περίπτωση, που ο προβαλλόμενος καθυστερημένα ισχυρισμός δικαιολογεί το παραδεκτό της βραδείας προβολής του κατ' αρθρ. 269 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ ως αποδεικνυόμενος από έγγραφο, από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, η κρίση για το παραδεκτό ή όχι της βραδείας προβολής του, όσο συνδυάζεται με την αντίστοιχη κρίση ότι ο νέος ισχυρισμός που θεμελιώνει το λόγο της έφεσης αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα με την έννοια που προαναφέρθηκε, από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα του ουσιαστικού Δικαστηρίου (ΑΠ 1990/2007, ΑΠ 752/11, ΑΠ 1255/10).
Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αρ.8, 14 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση α) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους δια του δευτέρου λόγου της ασκηθείσας απ'αυτήν έφέσεως (βραδέως) προβληθέντες, από τα άρθρα 300, 334 και 922 ΑΚ, καταλυτικούς (και περιοριστικούς) της ευθύνης της, ως ποστήσασας, ισχυρισμούς (ενστάσεις) αφενός περί του ότι η ζημιωθείσα αναιρεσίβλητη τελούσε σε γνώση της, κατά κατάχρηση της ανατεθείσας στον προστηθέντα υπάλληλό της (αναιρεσείουσας) υπηρεσίας, δράσης του τελευταίου και αφετέρου περί της συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης στην επέλευση της καλουμένης απ'αυτήν ζημίας (4ος λόγος) και (επικουρικώς) β) απέρριψε (κήρυξε) ως απαραδέκτους λόγω βραδείας.
προβολής, τους παραπάνω ισχυρισμούς με την εσφαλμένη αλλά και ελλιπή αιτιολογία της μη παραχρήμα, κατά την έννοια των διατάξεων 527 και 269 παρ.2γ ΚΠολΔ, απόδειξης αυτών (3ος και 5ος λόγο). Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι, η τελευταία έλαβε υπόψη και τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε ως απαραδέκτους με την παραδοχή ότι "δεν αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με δικαστική ομολογία της ενάγουσας ή εγγράφως, η γνώση της τελευταίας περί της δράσεως του προστηθέντος υπαλλήλου καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του ή κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν", κρίση η οποία, κατά τα εκτεθέντα στις παραπάνω μείζονες σκέψεις, δεν μπορεί να θεμελιώσει τις προβαλλόμενες από τους αριθμ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, αφού η μεν πρώτη προϋποθέτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν ασχολήθηκε καν με τον νομοτύπως προβληθέντα και ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης έχοντα ισχυρισμό, μη θεμελιουμένη, συνεπώς, στην περίπτωση που αυτή τον έλαβε υπόψη αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, όπως στην ένδικη περίπτωση κατά την οποία οι προβληθέντες ισχυρισμοί απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, αποκλείοντας, συνακολούθως, την ίδρυση και της από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίασης, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης, η δε δεύτερη ως αποκλειομένη από την κατά τα άνω, αναιρετικά ανέλεγκτη, παραδοχή της μη συνδρομής της επικληθείσας προς δικαιολόγηση της βραδείας προβολής προϋπόθεσης της παραχρήμα απόδειξης.
Τα άρθρα 483-485 Α.Κ. καθιερώνουν την αρχή της αντικειμενικής ενέργειας των σ' αυτά αναφερόμενων γεγονότων. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 483 παρ.1 εδ. 1 ΑΚ "Η καταβολή που έγινε από ένα συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς". Η διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου, και συνεπώς συμφωνία του δανειστή με τον καταβαλλόντα οφειλέτη για υποκειμενική μόνο ενέργεια της καταβολής είναι χωρίς σημασία. (ΑΠ 890/2005).
Στην περίπτωση συμβιβασμού (ΑΚ 871) μεταξύ δανειστή και ενός από τους πολλούς συνοφειλέτες, αυτός ενεργεί υποκειμενικά, δηλαδή μόνο για τον οφειλέτη που έκανε τον συμβιβασμό. Αν όμως ο συμβιβασμός περιέχει καταβολή από τον ανωτέρω συνοφειλέτη, τότε ο συμβιβασμός, κατά το μέρος αυτό, ενεργεί αντικειμενικά δηλαδή απαλλάσσει και τους λοιπούς συνοφειλέτες, οι οποίοι, επομένως, εφεξής, υποχρεούνται αλληλεγγύως σε καταβολή μόνο της υπόλοιπης παροχής (ΑΠ 1715/2007, ΑΠ 22/2004).
Περαιτέρω, η κατ' άρθρο 484 ΑΚ άφεση χρέους και παροχή προθεσμίας σ'ένα από τους συνοφειλέτες ενεργεί αντικειμενικά και υπέρ των λοιπών συνοφειλετών μόνο αν συμφωνήθηκε με τέτοιο σκοπό και συνεπώς η διατήρηση, κατά την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης (άφεσης χρέους), επιφύλαξης ως προς τα έναντι όλων των άλλων η μερικών συνοφειλετών δικαιώματα του δανειστή δεν απαλλάσσει τους τελευταίους, στους οποίους αφορά η επιφύλαξη της υποχρέωσης καταβολής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 423 ΑΚ, αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 423 ΑΚ, οι οποίες θεσπίσθηκαν, κατά την αντίληψη του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρά, διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση, μόνο αν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ.1 του άρθρου αυτού και ο δανειστής έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρξει συμφωνία και ο οφειλέτης καταβάλει χωρίς να ορίσει σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ.1, θα ισχύσει η τελευταία. Άρα, στον οφειλέτη εναπόκειται να ισχυρισθεί (και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει) ότι συμφώνησε με το δανειστή ή ότι όρισε σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην §1, ώστε να μην ισχύσει η τελευταία (ΑΠ 214/20653/2011, ΑΠ 1653/2011, ΑΠ 150/2000, ΑΠ 535/1994).
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον απ' αυτήν νομίμως προταθέντα ισχυρισμό εξόφλησης της αγωγικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης, ποσού 325.772,27 ευρώ απορρέουσας (εξόφλησης) α)από την καταρτισθείσα μεταξύ της τελευταίας, ως δανείστριας, και του συνοφειλέτη αυτής (αναιρεσείουσας) Κ.
Δ. με το από 27.3.95 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση άφεσης του παραπάνω χρέους υπό τη ρητή όμως επιφύλαξη "της διατήρησης ακεραίων των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης - δανείστριας κατά της συνοφειλέτριας αναιρεσείουσας" και β)από την αντικειμενικώς ενεργούσα καταβολή από τον ως άνω συνοφειλέτη της Κ.Δ. ποσού 424.504,76 ευρώ, το οποίο η δανείστρια αναιρεσίβλητη "εσφαλμένως καταλόγισε στους τόκους και όχι στο κεφάλαιο της παραπάνω αγωγικής απαίτησης όπως, [κατά την προβαλλόμενη αιτίαση] έπρεπε" και γ)από την επίσης αντικειμενικώς ενάγουσα "είσπραξη της αναιρεσίβλητης μέρους εκπλειστηριάσματος από το διενεργηθέντα πλειστηριασμό εργοστασίου ιδιοκτησίας του επίσης συνοφειλέτη της, Ε.Δ.".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος μεν κατά το υπό στοιχ. β σκέλος του αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, η τελευταία έλαβε υπόψη τον παραπάνω προβληθέντα, από τα άρθρα 484 και 423 ΑΚ, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως νομικά αβάσιμο με την παραδοχή ότι "η εκκαλούσα, (αναιρεσείουσα), ως συνοφειλέτρια του παραπάνω ποσού δεν ισχυρίστηκε ότι όρισε αλλoιώς από το άρθρο 423 ΑΚ τον καταλογισμό και ότι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και της εφεσίβλητης δανείστριας άλλη σειρά καταλογισμού διαφορετική από την οριζόμενη στην πρώτη παράγραφο του αρθ. 423 ΑΚ", ως αλυσιτελώς δε προβαλλόμενος τόσο κατά το υπό στοιχ.
α σκέλος του, αφού ο, με το παραπάνω περιεχόμενο, προβληθείς ισχυρισμός ήταν νομικά αβάσιμος, (μη δυνάμενος να θεμελιώσει την από το άρθρο 484 ΑΚ ένσταση της ισχύος της συνομολογηθείσας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του ως άνω Κ. Δ. άφεσης χρέους και έναντι αυτής ενόψει της διατυπωθείσας ρητής επιφύλαξης του σχετικού δικαιώματος της ως άνω δανείστριας αναιρεσίβλητης έναντι της αναιρεσείουσας, η οποία (επιφύλαξη), κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απέκλειε την υποστηριζομένη από την αναιρεσείουσα αντικειμενική ενέργεια της συνομολογηθείσας άφεσης χρέους, όσο και κατά το υπό στοιχείο γ' σκέλος του καθόσον ο, με την παραπάνω διατύπωση, προβληθείς ισχυρισμός ετύγχανε παντελώς αόριστος ως ενδεής προσδιορισμού των θεμελιωτικών της επικαλουμένης είσπραξης πραγματικών περιστατικών (ποσό εισπραχθέντος εκπλειστηριάσματος, τρόπος είσπραξης, σύνταξη πίνακα κατάταξης κ.λ.π τελεσιδικία αυτού κ.λ.π) με αποτέλεσμα η παράλειψη της προσβαλλομένης να ερευνήσει (λάβει υπόψη) τους παραπάνω μη νόμιμους και αόριστους ισχυρισμούς να μη μπορεί να θεμελιώσει, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, την προβαλλομένη από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αιτίαση (Ολ.ΑΠ 2/89).
Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 423 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την, προς απόκρουση της κατ' αυτής αγωγής της αναιρεσίβλητης προβληθείσα, ένσταση εξόφλησης της αγωγικής απαίτησης με την εκ μέρους του συνοφειλέτη της Κ.
Δ. αντικειμενικώς ενεργούσα κατά 425.504,76 ευρώ καταλογίζοντας το ποσό αυτό στους τόκους του οφειλομένου κεφαλαίου και όχι στο ίδιο το κεφάλαιο με την εσφαλμένη, (κατά την προβαλλομένη αιτίαση) αιτιολογία ότι "η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) δεν ισχυρίστηκε ότι όρισε αλλοιώς από το άρθρο 423 ΑΚ τον καταλογισμό και ότι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και της εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης) δανείστριας άλλη σειρά καταλογισμού διαφορετική από την οριζομένη στην 423 παρ.1 AK", παρόλο, όμως, που η ίδια (αναιρεσείουσα), ως μη καταβάλουσα (συν)οφειλέτρια), δεν είχε τέτοια δυνατότητα, ενόψει του ότι στην καταβολή προέβη ο συνοφειλέτης Κ.Δ.ς, ο οποίος, και μόνο, μπορούσε να ορίσει ή να συμφωνήσει διαφορετική σειρά καταλογισμού.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η τροποποίηση του από τη διάταξη του άρθρου 423 ΑΚ προβλεπομένου τρόπου καταλογισμού της, έναντι χρέους, καταβληθείσας παροχής προϋποθέτει είτε σχετική συμφωνία των μερών είτε διαφορετικό καθορισμό από τον οφειλέτη και μη διαφωνία του δανειστή, προϋποθέσεις όμως οι οποίες, μη συντρέχουσες στην ένδικη περίπτωση, καθιστούσαν απορριπτέο ως νομικά αβάσιμο, τον προβληθέντα ισχυρισμό, κρίση στην οποία ορθώς μεν κατέληξε και η προσβαλλομένη απόφαση με την εσφαλμένη όμως ως άνω αιτιολογία η οποία και πρέπει, ενόψει της ορθότητας, της επί του εν λόγω ισχυρισμού, κρίσεως και σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ να αντικατασταθεί, όπως παρακάτω, ότι δηλαδή (όχι η ίδια η αναιρεσείουσα αλλά) ο καταβαλών οφειλέτης Κ.
Δ., (όπως έπρεπε να διατυπωθεί) δεν όρισε διαφορετικό τρόπο καταλογισμού ούτε και προέβη σε σχετική (διαφορετική) συμφωνία με την αναιρεσίβλητη - δανείστρια".
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 7-3-14 και με αριθμ. καταθ. 172/14, αίτηση αναίρεσης της 4551/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ