Legislator Case Law & Legislation
2259/2009 AI generated

Appeal dismissed; employer not liable for damages if employee sued for criminal offense before termination.

Case Number 2259/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the employer's claim for damages. The employer argued that terminating the contract after filing a criminal complaint against the employee for work-related offenses did not require payment of statutory severance. The court held that the termination was invalid because it occurred after the criminal complaint was filed, rendering the employer's claim for damages without legal basis. Additionally, the court rejected arguments regarding the lower court's failure to consider evidence, noting the appellate judgment explicitly confirmed such evidence was reviewed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence is unfounded if the judgment explicitly states such evidence was taken into account and weighed by the court.

Keywords

AI generated
termination after criminal complaint employer liability damages statutory severance payment appeal admissibility failure to consider evidence unfounded appeal grounds labor contract validity

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2259 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Στην κατ΄ έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή πραγματικών ισχυρισμών μόνο εάν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 569 του ΚΠολΔ, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτούς διάδικος. Το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι δεν προτάθηκε, παραδεκτά, στην πρωτόδικη δίκη και δεν επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ότι συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 656 και 281 του ΑΚ. Ακόμη, για την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού, δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία, εφόσον υποβλήθηκε απαραδέκτως.

Ο εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης όταν η καταγγελία έγινε ύστερα από υποβολή μήνυσης κατά του μισθωτού για αξιόποινη πράξη, η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος στις 8-2-2005, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, για αξιόποινες πράξεις, που τελέστηκαν από τον ενάγοντα κατά την εξάσκηση της εργασίας του, ενώ στις 23-2-2005 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης σχετική έγκληση εναντίον του, ώστε η υπ΄ αυτής καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, έστω και αν δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωσή του, είναι έγκυρη. Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο ισχυρισμός της εναγομένης δεν είναι νόμιμος διότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας προηγήθηκε της υποβολής της έγκλησης.

Ο, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ΄ αυτόν έγγραφα, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα ενώπιόν του, είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες μάλιστα αναφέρει, ειδικά, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, από τη βεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό με τις ειδικότερες αιτιολογίες της, προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.

Απορρίπτεται η αναίρεση.

Αριθμός 2259/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΡΟΙΚΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Σοχό Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20240/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1745/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτός προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ. 1 β', 666 παρ.1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. Ιδ' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (Ολ.

ΑΠ 2/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν:1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2)γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3)συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.

Το απαράδεκτο δε της προβολής αυτής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α)όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί πρέπει να προτείνονται στην πρωτόδικη δίκη, β)στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, γ)στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνον εάν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτούς διάδικος.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10-3-2005 αγωγή του ζήτησε α)να αναγνωριστεί ως άκυρη η από 8-2-2005 καταγγελία της σύμβασης εργασίας και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσείουσα να του καταβάλει τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν, ως μισθούς υπερημερίας, διαφορές νόμιμων αποδοχών, αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση, αμοιβή εργασίας κατά το Σάββατο και την Κυριακή, διαφορά τακτικών αποδοχών και χρηματική ικανοποίηση.

Από τα πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τις από 17-11-2006 προτάσεις της αναιρεσείουσας δεν προκύπτει ότι η τελευταία πρόβαλε στο ακροατήριο ή με τις προτάσεις της την ένσταση ότι ο ενάγων δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπλήρωνε αυτές πλημμελώς, κακόβουλα, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό να την εξαναγκάσει να τον απολύσει, προκειμένου αυτός να εισπράξει την αποζημίωση.

Ειδικότερα στα πρακτικά του δικαστηρίου καταχωρήθηκε μόνο η φράση "πρόβαλε ένσταση συντέλεσης του ενάγοντα στην απόλυση, όπως η ένσταση αυτή αναλύεται ειδικότερα στις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις" και στις τελευταίες δεν γίνεται επίκληση ότι η οποιαδήποτε συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, σχετιζόμενη με την πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του, οφείλεται στην πρόθεση του να εξαναγκάσει την αναιρεσείουσα να προβεί στην απόλυση του.

Με την προσθήκη των προτάσεων, που έγινε μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συμπλήρωσε απαραδέκτως το ισχυρισμό αυτό. Με την 20.240/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με την οποία εξαφανίστηκε κατά ένα μέρος η παραπάνω απόφαση και έγινε κατά τα λοιπά, δεκτή η αγωγή.

Στο Εφετείο η αναιρεσείουσα επανέφερε την ίδια ένσταση, χωρίς να επικαλείται τη συνδρομή λόγου δικαιολογούντος τη βραδεία προβολή της. Το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε ως απαράδεκτη την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι δεν προτάθηκε στην πρωτόδικη δίκη και δεν επικαλείται ότι συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, που δικαιολογούν την βραδεία προβολή της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648,653,656 και 281 του ΑΚ. Ακόμη, για την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού, δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία, εφόσον υποβλήθηκε απαραδέκτως.

Κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ.1, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, στο σύνολο του, είναι αβάσιμος.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 ν.2112/1920, 6 παρ. 2 β.δ. 16/18-7-1920 και 7 ν. 3198/1955 ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει χωρίς προθεσμία την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας, αν εναντίον του υπαλλήλου ή εργάτη υπεβλήθη μήνυση, για αξιόποινη πράξη, η οποία διεπράχθη κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του, ή απαγγέλθηκε κατ ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος.

Η καταγγελία δε της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού και της εξαιτίας αυτής διαταράξεως της εργασιακής σχέσης, δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, όπως από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, οπότε η απόλυση του είναι άκυρη, γιατί προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ.

Αν όμως επακολούθησε η απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, οι διατάξεις του ν. 3198/1955 έχουν εφαρμογή και ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στο μισθωτό την οφειλόμενη λόγω της καταγγελίας αποζημίωση, εντός ευλόγου χρόνου από της εις αυτόν κοινοποιήσεως του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως.

Επομένως από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης όταν η καταγγελία έγινε ύστερα από υποβολή μήνυσης κατά του μισθωτού για αξιόποινη πράξη του, η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:" Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ιστορεί με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεση της η εναγομένη, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος στις 8-2-2005, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, για αξιόποινες πράξεις (απάτη υπεξαγωγή εγγράφων), που τελέστηκαν από τον ενάγοντα κατά την εξάσκηση της εργασίας του, ενώ στις 23-2-2005 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης σχετική έγκληση εναντίον του, ώστε η υπ' αυτής καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, έστω και αν δεν καταβλήθηκε η νόμιμη του αποζημίωση του, είναι έγκυρη.

Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος και τούτο διότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα προηγήθηκε της υποβολής της έγκλησης και συνεπώς για να είναι έγκυρη, με δεδομένο ότι αυτή δεν επικαλείται άλλο λόγο καταγγελίας που να δίδεται η δυνατότητα σ' αυτήν να καταγγείλει έγκυρα τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, έπρεπε να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση του λόγω απόλυσης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγομένης, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία και αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και όσα υποστηρίζει η εναγομένη με τον τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, τρίτος στο δικόγραφο της αίτησης, λόγος αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσία, όταν βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εφόσον από τη γενική αυτή διαβεβαίωση σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και αυτά.

Επομένως, ο δεύτερος, από την διάταξη αυτή, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτόν έγγραφα, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα ενώπιον του, είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες μάλιστα αναφέρει, ειδικά, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, από τη βεβαίωση δε αυτή σε συνδυασμό με τις ειδικότερες αιτιολογίες της, προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο πλήττεται η απόφαση και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ουδόλως προσδιορίζεται με αυτόν σε τι αναφέρεται η έλλειψη ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου(αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2008 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΡΟΙΚΑΣ ΑΕ.", για αναίρεση της 1745/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200)ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ