Appeal dismissed because lower court did not need expert opinion on burn scars requiring special scientific knowledge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a custody dispute involving a minor with burn scars. The appellant argued that the lower court erred by refusing to order a medical expert opinion to verify the extent of the child's physical deformity and psychological state. The court rejected this claim, ruling that the lower court correctly determined that understanding the healed burn scars did not require specialized scientific or technical knowledge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 368(2) of the Code of Civil Procedure; The refusal to order an expert opinion does not constitute a violation of substantive law if the lower court finds that the disputed facts do not require specialized scientific or technical knowledge for their comprehension.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2258 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2258/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Σ. Ρ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ερνέστου - Δημητρίου Τσακαλιά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Ε., 2) Ε. συζύγου Σ. Κ., κατοίκων ..., αμφοτέρων ατομικά και ως ασκούντων αποκλειστικά την γονική μέριμνα της ανηλίκου θυγατέρας τους Χ. Κ. του Σωτηρίου, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Τσάκωνα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5281/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 524/2013 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/10/2013 αίτησή της και τους από 21/2/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 10/3/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 382/2008, ΑΠ 1218/2007).
Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997, Ολ.
ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη, ιδιαίτερα, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, που επιβάλλει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προστασίας προς αποφυγή της ζημίας (ΑΠ 5/2001).
Αμέλεια δε υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συνναλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 708/2004, ΑΠ 1084/2008).
Τέλος, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στη αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με την ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, "προστηθείς" για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς με τη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του.
Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.
Από το ίδιο ως άνω άρθρο συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια (ΑΠ 926/2004).
Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 ΑΚ. Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους, περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ` αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ` εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.ΑΠ 6/2009, 5/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ.ΑΠ 13/2002, 19/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 524/2013 απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) είναι ιδιοκτήτρια βρεφονηπιακού σταθμού με την επωνυμία "ΠΛΟΥΤΟ", που βρίσκεται στον ..., επί της οδού ..., στον οποίο, κατά τον ένδικο χρόνο, απασχολούσε τη δεύτερη εναγομένη (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) ως νηπιαγωγό, με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι γονείς της ανήλικης Χ. Κ., που γεννήθηκε στις 4-4-2000, στον ..., ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα του προσώπου της. Τον Σεπτέμβριο του έτους 2001, οι ενάγοντες ενέγραψαν το τέκνο τους στο βρεφονηπιακό τμήμα του ανωτέρω παιδικού σταθμού, γιατί εργάζονταν και οι δύο.
Στις 28-11-2001, η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε να αλλάξει πάνες στο νήπιο και να το πλύνει, γιατί αυτό είχε λερωθεί. Όμως, από αμέλεια και ειδικότερα έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός άνθρωπος, πολύ περισσότερο δε ως επαγγελματίας επιφορτισμένη με το ιδιαίτερα αυξημένης ευθύνης καθήκον της φροντίδας των νηπίων, δεν έλεγξε πρώτα τη θερμοκρασία του νερού αλλά έρριψε καυτό νερό στους γλουτούς του παιδιού, με αποτέλεσμα να προκαλέσει εκτεταμένο έγκαυμα κατά την περιπρωκτική χώρα και τους γλουτούς του νηπίου με μεγαλύτερη έκταση κατά τον αριστερό γλουτό, με επέκταση προς τα γεννητικά όργανα (πέριξ αυτών) και την έσω επιφάνεια των μηρών.
Η ως άνω βλάβη χαρακτηρίστηκε από τον ιατροδικαστή που εξέτασε το νήπιο στις 3-12-2001 ως επικίνδυνη "εκ ζέοντος υγρού προελθούσα" και εξ αιτίας της οποίας ήθελε νοσήσει επί είκοσι ημέρες από του τραυματισμού εκτός επιπλοκής ή υστερογενούς βλάβης. Την ημέρα του ατυχήματος η μητέρα του παιδιού κλήθηκε τηλεφωνικώς να το παραλάβει από τον παιδικό σταθμό γιατί δήθεν αυτό ήταν άρρωστο, χωρίς να της δοθεί καμία άλλη πληροφορία.
Η μητέρα διαπίστωσε το έγκαυμα αυθημερόν και επισκεύθηκε τον παιδίατρο Αρ. Π., ο οποίος διέγνωσε έγκαυμα. Ακολούθως, οι ενάγοντες επισκέφθηκαν με το ανήλικο τα ιατρεία του ΙΚΑ στις 30-11-2001, όπου διαπιστώθηκαν εγκαύματα α'έως β'βαθμού στην περιεδρική χώρα, έγινε χειρουργικός καθαρισμός και περιποίηση και δόθηκαν οδηγίες.
Στις 3-12-2001 οι γονείς με το ανήλικο επισκεύθηκαν για επανεξέταση τα ως άνω ιατρεία, όπου έγινε συμπληρωματικός χειρουργικός καθαρισμός και συνεστήθη επανεξέταση, η οποία έλαβε χώρα στις 5-12-2001 και συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή με ειδική κρέμα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι στο νήπιο δεν προκλήθηκαν εγκαύματα κατά το πλύσιμο στον παιδικό σταθμό και ότι αυτό είχε κοκκινίλες και ερεθισμό στο δέρμα του που οφείλονταν σε "σύγκαμα" δεν αποδεικνύεται, αλλ' αντιθέτως αντικρούεται από όλες τις προαναφερόμενες ιατρικές γνωματεύσεις.
Εξ αιτίας του εγκαύματος, το ανήλικο για χρονικό διάστημα τριών μηνών από τον τραυματισμό του έως δηλαδή να αναρρώσει πλήρως και να επουλωθεί το δέρμα του, χρειαζόταν ειδική φροντίδα για την περιποίηση του εγκαύματος και την αποφυγή μολύνσεως και επίσης διαρκή προσοχή καθώς δεν μπορούσε να φορέσει πάνες και ρούχα στο κάτω μέρος του σώματός του.
Τις ανωτέρω υπηρεσίες του παρείχε η μητέρα του, που για το σκοπό αυτό αναγκάστηκε να διακόψει την εργασία της (εργάτρια "φασόν" ρούχων), ενώ αν δεν υπήρχε η μητέρα, θα τις προσέφερε τρίτο πρόσωπο το οποίο θα προσλαβανόταν αντί ποσού 1.000 ευρώ μηνιαίως, αμοιβή που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας αντιστοιχεί σε αυτή που ελάμβαναν κατά τον ένδικο χρόνο οι οικιακές βοηθοί-νοσοκόμοι.
Περαιτέρω, από τον ένδικο τραυματισμό και παρά την επούλωση του δέρματος έχουν παραμείνει σημάδια στην αριστερή γλουτιαία χώρα της ανήλικης, όπως αυτά απεικονίζονται στους με αριθμό "σχετικού" 36 και 37 φωτογραφίες, που προσκομίζουν οι ενάγοντες και πρόδηλον είναι ότι αυτές έχουν ληφθεί όχι κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, όπως όλες οι υπόλοιπες προσκομιζόμενες φωτογραφίες, αλλά σε χρόνο γειτνιάζοντα με την εκδίκαση της αγωγής σε πρώτο βαθμό.
Ανάγκη για διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης δεν ανακύπτει, όπως ζητούν οι εκκαλούσες-εναγόμενες, διότι για την αντίληψη των ουλών που κατέλιπε το έγκαυμα, δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης. Ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα ο ένδικος τραυματισμός, της ηλικίας του παιδιού κατά το χρόνο τελέσεως της αδικοπραξίας, του είδους της σωματικής βλάβης, του σωματικού πόνου και της ψυχικής ταλαιπωρίας που αυτή προκάλεσε στο νήπιο, τόσον κατά την τέλεσή της, όσο και κατά το χρονικό διάστημα της θεραπείας και ανάρρωσης, του βαθμού πταίσματος της υπαίτιας νηπιαγωγού, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών (οι γονείς της ανήλικης, εργάτες κατά το χρόνο της τέλεσης, είναι ήδη άνεργοι όπως και η δεύτερη εναγομένη), το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη έχει ήδη καταδικασθεί σε φυλάκιση έξι μηνών για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης της ανήλικης, το ποσό των 30.000 ευρώ κρίνεται δίκαιο και εύλογο για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη το ανήλικο από τον ένδικο τραυματισμό του.
Για την καταβολή των ανωτέρω ποσών ενέχονται εις ολόκληρον οι εναγόμενες, η δεύτερη ως αυτουργός της αδικοπραξίας, προστηθείσα στα καθήκοντά της από την πρώτη, η αστική ευθύνη της οποίας είναι αντικειμενική και ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι αυτή αθωώθηκε τελεσιδίκως από την κατηγορία της εξ αμελείας σωματικής βλάβης εις βάρος της ανήλικης>>.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε τις συνεκδικασθείσες εφέσεις των διαδίκων, μεταξύ των οποίων και αυτή της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενες (μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα) να καταβάλουν νομιμοτόκως στους αναιρεσίβλητους, υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντες την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους, εις ολόκληρον καθεμία, το ποσό των 33.000 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την παραπάνω αιτία.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 330, 922 και 932 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των προπαρατεθεισών διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι η προστηθείσα από την αναιρεσείουσα υπάλληλός της στο βρεφονηπιακό σταθμό που διατηρεί στον ..., από αμέλεια και ειδικότερα έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός άνθρωπος, πολύ περισσότερο δε ως επαγγελματίας επιφορτισμένη με το ιδιαίτερα αυξημένης ευθύνης καθήκον της φροντίδας των νηπίων, δεν έλεγξε πρώτα τη θερμοκρασία του νερού αλλά έρριψε καυτό νερό στους γλουτούς του νηπίου τέκνου των αναιρεσιβλήτων, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σ' αυτό εκτεταμένο έγκαυμα κατά την περιπρωκτική χώρα και τους γλουτούς του νηπίου με μεγαλύτερη έκταση κατά τον αριστερό γλουτό, με επέκταση προς τα γεννητικά όργανα (πέριξ αυτών) και την έσω επιφάνεια των μηρών, με συνέπεια να υποστεί αυτό εξ αιτίας του τραυματισμού του την προαναφερόμενη ζημία και να δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το προαναφερόμενο ποσό σύμφωνα με τις ειδικότερες περιστάσεις και τις συνθήκες που έλαβε υπόψη του.
Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα της πρόστησης της άνω υπαλλήλου της αναιρεσείουσας στην υπηρεσία της, καθώς και την υπαιτιότητας της υπαλλήλου αυτής στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος και του αιτιώδους συνδέσμου της παράλειψής της (αμέλειας) προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 297, 298, 299, 330, 922 και 932 του Α.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Οι ίδιοι ως άνω (πρώτος και δεύτερος) λόγοι αναιρέσεως, κατά την σ` αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορά τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας της προστηθείσης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας στην επέλευση του άνω ατυχήματος και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα του τραυματισμού της ανήλικης θυγατέρας των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση προς αυτό, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, απαραδέκτως, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η δε περί αυτού κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου και επομένως, η προβαλλόμενη αιτίαση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, καθώς και τον τέταρτο των προσθέτων λόγων, ότι είναι υπέρμετρη η επιδικασθείσα στο ανήλικο τέκνο των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση ποσού 30.000 ευρώ, βάση των πραγματικών περιστατικών που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, δεν θεμελιώνουν τους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, οι οποίοι κατά τούτο, είναι προεχόντως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση, όπου το δικαστήριο επεδίκασε το άνω ποσό για χρηματική ικανοποίηση βάσει της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και τον τέταρτο των προσθέτων λόγων, για παραβίαση της άνω συνταγματικής διατάξεως και των αντίστοιχων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων της ΕΣΔΑ, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της, και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως, είναι συνεπεία τούτου απαράδεκτοι.
Τέλος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, επιδικάζει εύλογη χρηματική ικανοποίηση στην συγκεκριμένη περίπτωση που ερευνά, δεν παραβιάζει την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας επειδή σε άλλη περίπτωση κάτω από άλλες περιστάσεις είχε επιδικάσει διαφορετικό ποσόν ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, διότι πρόκειται για ανόμοιες περιπτώσεις, η προβλεπόμενη δε από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας παραβιάζεται μόνο όταν ο νομοθέτης προκειμένου να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει εις βάρος της αναιρεσείουσας ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 30.000 ευρώ, ενώ τα δικαστήρια σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις επιδικάζουν μικρότερα ποσά, παραβίασε την άνω συνταγματική διάταξη (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εφαρμογή η διάταξη αυτή.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την υπαιτιότητα της προστηθείσης υπαλλήλου της, συνισταμένη στην προεκτεθείσα αμέλεια αυτής που οδήγησε στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό της ανήλικης θυγατέρας των αναιρεσίβλητων, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ.
ΒΤ 7959/2005 απόφαση του Β'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., την οποία προσήγαγε με επίκληση ενώπιον του, βάσει της οποίας κηρύχθηκε αθώα για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος της ανήλικης. Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το πρώτο μέρος του, από την ίδια ως άνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 11 περ.
γ'ΚΠολΔ), προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έκαβε υπόψη α) αντίγραφο του βιβλιαρίου υγείας της ανήλικης, από το οποίο προκύπτει ότι στις 30-11-2001 εξετάσθηκε στα ιατρεία του ΙΚΑ και χαρακτηρίσθηκε το έγκαυμά της α προς β βαθμού, καθώς και ότι στις 3-12-2001 εξετάσθηκε και πάλι στα ίδια ιατρεία και β) την υπ' αριθ. 2588/7-12-2001ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ...
Ν. Κ.. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της, στο οποίο γίνεται ρητή μνεία α) της παραπάνω ποινικής απόφασης, βάσει της οποίας, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η μεν προστηθείσα υπάλληλος της αναιρεσείουσας καταδικάσθηκε σε φυλάκιση έξι (6) μηνών για την εξ αμελείας σωματική βλάβη που προκάλεσε στην ανήλικη, η δε αναιρεσείουσα αθωώθηκε τελεσιδίκως για την ίδια πράξη, χωρίς όμως το τελευταίο, όπως δέχεται το Εφετείο, να ασκεί καμιά επιρροή στην έκβαση της κρινομένης υπόθεσης, αφού η ευθύνη της αναιρεσείουσας ως προστήσασας είναι αντικειμενική, β) της εξέτασης της ανήλικης στα ιατρεία του ΙΚΑ, στις 30-11-2001 και 3-12-2001, με τις διαπιστώσεις που έγιναν από τους θεράποντες ιατρούς ως προς το έγκαυμα της ανήλικης και στις ενέργειες που προέβησαν για την αντιμετώπισή του και γ) την σαφή μνεία της άνω ιατροδικαστικής έκθεσης και του περιεχομένου αυτής, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, οι από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ) λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθμό 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, κατά δε τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά νόμο.
Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ η δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολογεί. Το Δικαστήριο συνεπώς της ουσίας, μη λαμβάνοντας υπόψη τη δικαστική ομολογία ή μη προσδίδοντας σ' αυτήν την αυξημένη αποδεικτική δύναμη, υποπίπτει στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 περ.
γ'και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για να είναι όμως ορισμένοι οι λόγοι αυτοί πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαστικής ομολογίας, το έγγραφο στο οποίο διαλαμβάνεται η ομολογία, ποιος παραδεκτώς προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός αποδεικνύεται από αυτήν, ποια επίδραση θα ασκούσε αυτός στην έκβαση της δίκης, καθώς και ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου του στο δικαστήριο της ουσίας.
Διότι ναι μεν η δικαστική ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι την επικαλέσθηκε και να αποδεικνύει αυτό προσκομίζοντας το σχετικό έγγραφο στο οποίο περιέχεται (αγωγή, προτάσεις κλπ).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του και τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη και να μην προσδόσει αυξημένη δύναμη στην ομολογία των αναιρεσίβλητων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου "ότι δεν θυμούνται πότε τράβηξαν τις δύο σφοδρά προσβληθείσες και αμφισβητηθείσες φωτογραφίες (της ανήλικης) με αριθμούς 36 και 37", υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 περ.
γ'και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αόριστοι, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το έγγραφο που περιέχεται η επικαλλούμενη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, ο παραδεκτώς προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός που αποδεικνύεται από αυτήν, ούτε όμως και γίνεται επίκληση ότι προτάθηκε αυτή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές.
Ο αμέσως, όμως, πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι αυτό δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος (ΑΠ 307/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των προαναφερόμενων δημοσίων εγγράφων και συγκεκριμένα α) της υπ' αριθ. 2588/7-12-2001 ιατροδικαστικής έκθεσης του ιατροδικαστή ...
Ν. Κ. και β) του αντιγράφου του βιβλιαρίου υγείας της ανήλικης θυγατέρας των αναιρεσίβλητων, στα στο οποίο περιέχονται οι διαπιστώσεις και ενέργειες των ιατρών του ΙΚΑ, μετά την εξέτασή της κατά την 30-11-2001 και 3-12-2001, με αποτέλεσμα να απορρίψει τον ισχυρισμό της, ότι το έγκαυμα της ανήλικης δεν άφησε κανένα σημάδι σ' αυτήν μετά την επούλωσή του.
Όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται αναλυτικά στην πρώτη σκέψη της παρούσης, δεν περιλαμβάνεται διαπίστωση ότι το ως άνω έγκαυμα της ανήλικης δεν άφησε κανένα σημάδι σ' αυτήν μετά την επούλωσή του, και επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενο ότι "από τον ένδικο τραυματισμό και παρά την επούλωση του δέρματος έχουν παραμείνει σημάδια στην αριστερή γλουτιαία χώρα της ανήλικης, όπως αυτά απεικονίζονται στους με αριθμό "σχετικού" 36 και 37 φωτογραφίες, που προσκομίζουν οι ενάγοντες και πρόδηλον είναι ότι αυτές έχουν ληφθεί όχι κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, όπως όλες οι υπόλοιπες προσκομιζόμενες φωτογραφίες, αλλά σε χρόνο γειτνιάζοντα με την εκδίκαση της αγωγής σε πρώτο βαθμό" δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια της παραβίασης των προεκτεθεισών διατάξεων σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των ως άνω εγγράφων, γι` αυτό και ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου και τον δεύτερο των προσθέτων λόγων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση α) των προσκομιζόμενων και επικαλούμενων από τους αναιρεσίβλητους υπ' αριθ.
σχετικού 36 και 37 φωτογραφιών, "με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα από αυτά που απεικονόζονται σ' αυτές, όπως το μέγεθος και η διάρκεια της σωματικής βλάβης της ανήλικης, η διάρκεια επούλωσης αυτής, ο χρόνος λήψης αυτών με δεδομένο ότι δεν αναγράφουν χρόνο λήψης, ποιο είναι το πρόσωπο που απεικονίζεται σ' αυτές, αν το "σημάδι" που απεικονίζεται τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο έγκαυμα και αν τα υγρά που φαίνονται είναι αίματα ή απολυμαντικά υγρά, όπως μπεταντίν ή άλλα υγρά", β) του αντιγράφου του βιβλιαρίου υγείας της ανήλικης, από το οποίο προκύπτει ότι στις 30-11-2001 εξετάσθηκε στα ιατρεία του ΙΚΑ και το έγκαυμα της ανήλικης χαρακτηρίσθηκε α προς β βαθμού, με το να μη δεχθεί ότι το έγκαυμα αυτό ήταν ελαφρύ που δεν αφήνει κανένα σημάδι, καθώς και ότι στις 3-12-2001 που εξετάσθηκε και πάλι στα ίδια ιατρεία και έγινε περιποίηση του εγκαύματος, με το να μη δεχθεί ότι βρέθηκε σε πολύ καλή κατάσταση και ότι μέσα σε λίγες ημέρες είχε επουλωθεί το έγκαυμα και γ) την υπ' αριθ. 2588/7-12-2001 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ...
Ν. Κ., στην οποία δίνεται χρόνος αποθεραπείας 20 ημέρες από της εξετάσεως εκτός αν συμβεί κάποια επιπλοκή, με το να μη δεχθεί ότι το έγκαυμα επουλώθηκε μέσα σε 20 ημέρες, αφού δεν συνέβη καμιά επιπλοκή. Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν, ότι το άνω Δικαστήριο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι και μετά την επούλωση του τραύματος της ανήλικης παραμένουν σημάδια στην αριστερή γλουτιαία χώρα αυτής και ότι για την επούλωση του εγκαύματος απαιτήθηκε χρονικό διάστημα τριών μηνών, συνεκτίμησε τις παραπάνω φωτογραφίες και τα προαναφερόμενα έγγραφα μαζί με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις κλπ), αφετέρου δε, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων και φωτογραφιών αλλά απέδωσε σ' αυτά νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με τα παραπάνω έγγραφα.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).
Εκ τούτων συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως αναφέρεται στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 8, 9 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της να διατάξει ιατρική πραγματογνωμοσύνη επί τον ιατρικών θεμάτων της ένδικης υπόθεσης και ειδικότερα 1) επί της ψυχικής κατάστασης της ανήλικης θυγατέρας των αναιρεσίβλητων και 2) επί της παραμόρφωσης ή μη του ανήλικου παιδιού και της έκτασης αυτής προσωρινής ή μόνιμης, β) άφησε αδίκαστο το αίτημά της για ιατρική και ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη της ανήλικης επί των ανωτέρω θεμάτων και γ) δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ότι τα εγκαύματα α'και β'βαθμού της ανήλικης άφησαν σημάδι σ'αυτήν, αντί να διατάξει την ιατρική πραγματογνωμοσύνη που ζήτησε προς διαπίστωση του πραγματικού αυτού περιστατικού.
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέντα στη μείζονα σκέψη, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο, δεν δέχτηκε ότι τα ανωτέρω ζητήματα συνιστούν τέτοια που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, αντιθέτως μάλιστα δέχεται, ότι για την αντίληψη των ουλών που κατέλιπε το έγκαυμα στην ανήλικη μετά την επούλωσή του, δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 29-10-2013 αίτηση και οι από 21-02-2014 πρόσθετοι λόγο της Σ. Ρ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 524/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-13 αίτηση και τους από 21-02-2014 πρόσθετους λόγους της Σ. Ρ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 524/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ