Legislator Case Law & Legislation
2258/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal; prior final judgment does not bar new claims under different collective agreements.

Case Number 2258/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding unpaid wages. The Court held that a final judgment rendered under an old collective agreement does not constitute res judicata for claims based on newer collective agreements. Although the lower court erred in rejecting the claim due to res judicata, it reached the correct outcome by ordering payment of various salary components.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(16) and 578 of the Code of Civil Procedure; A final judgment rendered under a specific collective agreement does not constitute res judicata for subsequent claims based on newer collective agreements.

Keywords

AI generated
res judicata collective agreements wage claims appeal dismissal legal regime change

Cited Legislation

AI generated
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2258 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορσιμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

ΤΟ Εφετείο, που δέχθηκε το αντίθετο, υπέπεσε, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ. Αν ληφθει όμως υπόψη ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, εσφαλμένα την απέρριψε λόγω δεδικασμένου, ως προς το κεφάλαιο των διαφορών αποδοχών, λόγω μη υπολογισμού του βασικού ημερομισθίου του αναιρεσείοντος, με βάση το εκάστοτε ημερομίσθιο των προαναφερομένων ΕΓΣΣΕ ( με οκτάωρη εργασία) και μη χορηγήσεως, με βάση τον υπολογισμό αυτό, των επιδομάτων τρειτιών ( α' γενικού όρου της 42/1981 αποφ.

του ΔΔΔΔ Πειραιώς), της αμοιβής των 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, της αμοιβής για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και των προσαυξήσεων της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες. Παρά την εσφαλμένη όμως αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και γι' αυτό, πρέπει να απορριφθούν οι από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως.

Συνακόλουθα πρέεπι να απορριφθούν ως αβάσιμοι και όλοι οι λοιποί, λόγοι της αναιρέσεως, είτε διότι η ευδοκίμηση αυτών έχει ως αναγκαία προϋπόθεση τη νομιμότητα της αγωγής είτε διότι, ως προς τα φερόμενα με αυτούς ως απορριφθέντα αιτήματα, δεν γίνεται μνεία στην αγωγή ότι τα αντίστοιχα ποσά ήσαν από εκείνα που δεν καταβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα έναντι των ποσών, που , κατά την αγωγή εδικαιούτο αυτός.

Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.

Αριθμός 2258/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Τσαντίλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2432/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6481/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-6-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-1-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321,322,324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.

Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Περαιτέρω με τη 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίστηκε ότι οι καθαριστές και καθαρίστριες των εν λόγω νοσηλευτικών ιδρυμάτων λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου του εργατοτεχνίτη (ημερομίσθιο ασφαλείας) για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νομικό καθεστώς της προαναφερόμενης 42/1981 διαιτητικής αποφάσεως μεταβλήθηκε, με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ίσχυσε από 1-7-1988. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολο τους στους εργαζομένους -πλην ιατρών- με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, οι οποίοι είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ.

Με το άρθρο 9 της ανωτέρω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση, διατηρούνται. Αυτό έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ ΑΠ 3/2003, 10/2002).

Στην προκείμενη υπόθεση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναίρεσε ίων, που εργάζεται από το έτος 1977 στο υπαγόμενο στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, ως καθαριστής, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ζήτησε με την από 20-6-1989 προηγούμενη αγωγή του να του καταβληθούν οι διαφορές αποδοχών που ισχυριζόταν ότι δικαιούται κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1985 έως 31-5-1989, λόγω μη υπολογισμού των καταβαλλόμενων σ' αυτόν αποδοχών, με βάση τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές διατάξεις.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε τελικά η 8085/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι και μετά τη 1-7-1988, που άρχισε να ισχύει η ανωτέρω ΕΣΣΕ, ο αναίρεσε ίων έπρεπε να αμείβεται με τις προϊσχύσασες αυτής διατάξεις και ότι, σύμφωνα με τον όρο 28 της Δ.Α. 42/1981, το ημερομίσθιο αυτού, με βάση το οποίο υπολογίστηκαν τα επιδόματα και οι λοιπές αμοιβές και προσαυξήσεις, ήταν ίσο προς τα 8/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη (ημερομισθίου ασφαλείας), το οποίο έγινε δεκτό ότι ανερχόταν, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, σε 645 δραχμές πλέον προσαυξήσεως 15%.

Με την ένδικη από 1-12-1998 αγωγή ο αναίρεσε ίων ζήτησε διαφορές των αποδοχών του για το χρονικό διάστημα από 1-6-1994 μέχρι 30-11-1998, με βάση το κατώτατο όριο ημερομισθίου εργατοτεχνίτη των ΕΓΣΣΕ, οι οποίες ίσχυσαν κατά το διάστημα αυτό, αλλά με το προηγούμενο σύστημα προσδιορισμού τους, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί τη 1-7-1988, με την εφαρμογή όμως διαφορετικών διατάξεων (ήτοι των ΕΓΣΣΕ, που ίσχυσαν κατά το ήδη επίδικο διάστημα) και προσδιόρισε το ημερομίσθιο ασφαλείας εργατοτεχνίτη σε ποσά μεγαλύτερα εκείνων που καταβάλλονταν τη 1-7-1988.

Τις διαφορές αυτές ζήτησε Α)λόγω μη υπολογισμού του βασικού ημερομισθίου του με βάση το εκάστοτε ημερομίσθιο των προαναφερόμενων ΕΓΣΣΕ (με οκτάωρη εργασία) και μη χορηγήσεως, με βάση τον υπολογισμό αυτό, των επιδομάτων τριετιών (α' γενικού όρου της 42/1981 αποφ. του ΔΔΔΔ Πειραιώς) και της αμοιβής των 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975 και ως εκ τούτου λόγω μη εφαρμογής του άρθρου 9 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και Β) λόγω μη χορηγήσεως, με βάση τον ίδιο υπολογισμό, της αμοιβής του για τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση του και των προσαυξήσεων της αμοιβής για την εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με τη 2432/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον αναιρεσείοντα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφενός απορρίφθηκε η αγωγή λόγω παραγραφής των αντίστοιχων αξιώσεων για το χρονικό διάστημα από 1-6-1994 μέχρι 31-12-1995 και αφετέρου επιδικάστηκε σ' αυτόν το ποσό των 1.532.384 δραχμών, για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1996 μέχρι 30-11-1998.

Με την ένδικη αγωγή δεν ζητείται η διαφορά αποδοχών μεταξύ εκείνων που ο αναιρεσείων λάμβανε πριν από τη 1-7-1988 και εκείνων που διαμορφώθηκαν μετά ταύτα με την εφαρμογή της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, την οποία διαφορά και εδικαιούτο ο αναιρεσείων μέχρι που οι μεταγενέστερες αποδοχές θα κάλυπταν σε ύψος τις βάσει των προϊσχυσασών της 1-7-1988 διατάξεων αποδοχές.

Ζητείται η διαφορά αποδοχών μεταξύ αφενός των καταβαλλόμενων τη 1-7-1988 αποδοχών, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αυτό, με βάση το μέχρι τότε ισχύον σύστημα προσδιορισμού τους, με την εφαρμογή όμως και των νεότερων διατάξεων των προαναφερόμενων ΕΓΣΣΕ, ως ευνοϊκότερων, για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και στο μέλλον, ήτοι και κατά το επίδικο διάστημα (1-6-1994 έως 30-11-1998) και αφετέρου των καταβληθεισών μικρότερων με βάση την άνω ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.

Με το περιεχόμενο όμως που προεκτέθηκε, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι με αυτή ζητείται η εφαρμογή συστήματος προσδιορισμού των αποδοχών, διαφόρου του καθιερωθέντος με την ως άνω ΕΣΣΕ συστήματος, το οποίο και μόνο εφαρμόζεται από την ισχύ της, διατηρούμενης μόνο της αξιώσεως για καταβολή της προσωπικής διαφοράς, ήτοι των ανώτερων των καταβαλλομένων, βάσει της τελευταίας, αποδοχών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι από την 8085/1991 απόφαση παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, ως προς το ότι αυτός έπρεπε να αμείβεται σύμφωνα με τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές διατάξεις και με βάση υπολογισμού των αποδοχών του, ημερομίσθιο ίσο προς τα 8/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη (645 δρχ.

πλέον προσαυξήσεως 15%) και όχι με βάση υπολογισμού το κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη, όπως αυτό καθορίστηκε με τις ΕΓΣΕΕ, οι οποίες ίσχυσαν κατά το ήδη επίδικο χρονικό διάστημα. Το δεδικασμένο, όμως, της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως περιορίζεται στο κριθέν ζήτημα για τη χρονική περίοδο από 1-1-1985 έως 31-5-1989 και δεν καλύπτει τις αξιώσεις του ήδη επίδικου χρονικού διαστήματος (1-6-1994 έως 30-11-1998), αφού, κατά το διάστημα αυτό, ίσχυαν οι από 21-3-1994, 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, τις οποίες επικαλείται και ο αναίρεσε ίων για τον προσδιορισμό των αντίστοιχων αποδοχών του και με τις οποίες μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς, που ίσχυε για τις αξιώσεις που κρίθηκαν με την προαναφερόμενη 8085/1991 απόφαση.

Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της ΔΑ 42/1981 παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις ΕΓΣΣΕ, διότι η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα ΕΓΣΣΕ μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη έννομη σχέση έννομες συνέπειες.

Πολύ περισσότερο όταν, πέραν των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων, η διαμόρφωση του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος θα κριθεί στη νέα αγωγή και από το αν, υπό την ισχύ των νέων διατάξεων, εξακολουθούν να είναι ανώτερες ή όχι οι αποδοχές του αναιρεσείοντος υπό το προϊσχύον ή υπό το νέο καθεστώς αμοιβής του, όπως αυτό διαμορφώνεται από 1-6-1994 υπό την ισχύ των ρυθμίσεων των προαναφερόμενων ΕΓΣΣΕ.

Από την προμνημονευόμενη επομένως τελεσίδικη απόφαση δεν δημιουργείται δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, ως προς το ότι αυτός κατά το επίδικο διάστημα έπρεπε να αμείβεται σύμφωνα με τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές διατάξεις και με βάση υπολογισμού των αποδοχών του, ημερομίσθιο ίσο προς τα 8/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη (645 δρχ.

πλέον προσαυξήσεως 15%) και συνεπώς το Εφετείο, που δέχθηκε το αντίθετο, υπέπεσε, καταρχήν, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ. Παρά ταύτα, αν ληφθεί υπόψη ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, το Εφετείο εσφαλμένα την απέρριψε λόγω δεδικασμένου, ως προς το κεφάλαιο των διαφορών αποδοχών, λόγω μη υπολογισμού του βασικού ημερομισθίου του αναίρεσε ιόντος, με βάση το εκάστοτε ημερομίσθιο των προαναφερόμενων ΕΓΣΣΕ (με οκτάωρη εργασία) και μη χορηγήσεως, με βάση τον υπολογισμό αυτό, των επιδομάτων τριετιών (α' γενικού όρου της 42/1981 αποφ.

του ΔΔΔΔ Πειραιώς), της αμοιβής των 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, της αμοιβής για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και των προσαυξήσεων της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες. Παρά την εσφαλμένη όμως αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και γιαυτό, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν οι εκτιμώμενοι ενιαίως ως αιτιάσεις από τον αριθμό 16 (και όχι και 1 και 19 που επικαλείται ο αναίρεσε ίων) του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι από την 8085/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών παράγεται δεδικασμένο και για τις ένδικες αξιώσεις, που διέπονται από διαφορετικό νομικό καθεστώς.

Συνακόλουθα με αυτά πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και όλοι οι λοιποί, από τους αριθμούς 1,8 16 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως, είτε διότι η ευδοκίμηση αυτών έχει ως αναγκαία προϋπόθεση τη νομιμότητα της αγωγής είτε διότι, ως προς τα φερόμενα με αυτούς ως απορριφθέντα αιτήματα, δεν γίνεται μνεία στην αγωγή ότι τα αντίστοιχα ποσά ήσαν από εκείνα που δεν καταβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα έναντι των ποσών που κατά την αγωγή εδικαιούτο αυτός.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-6-2003 αίτηση του ... για αναίρεση της 6481/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ