Legislator Case Law & Legislation
2257/2014 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal, upholding liability for opening unauthorized joint account causing client loss.

Case Number 2257/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Court of First Instance's judgment ordering it to pay damages. The court found that the bank's employee illegally opened a joint account with the client without authorization, directly causing the client's financial loss. Consequently, the court ruled that the bank was liable for the damages and ordered the bank to pay the legal costs of the opposing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298, 299, 330, 932 of the Civil Code; Article 1 of Law 5638/1932: The opening of a joint bank account without the consent of all intended parties constitutes an unlawful act, creating a duty to compensate for resulting damages.

Keywords

AI generated
unauthorized joint account civil liability damages for loss banking negligence joint account law unlawful act causal link

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 299, 330, 932 of the Civil Code
Article 1 of Law 5638/1932
Article 1 of Law 951/1971
Article 124, paragraph 2, point d of Law 118/1973
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2257 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2257/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" (πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AE"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Κ., κατοίκου…, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ιουλίας Αικατερίνης Μπαρακάκου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3916/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6365/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/2/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 3/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η κατά τον άνω τρόπο παράνομη συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί και κατά την κατάρτιση σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό (άρθρο 1 του ν. 5638/1932), όταν ως προς τα μη συμπράττοντα στη σύμβαση πρόσωπα, που καθίστανται συνδικαιούχοι του λογαριασμού, είτε πρόκειται για χαριστική είτε για επαχθή αιτία, δεν λαμβάνονται από τα αρμόδια όργανα της τράπεζας, με την οποία καταρτίζεται η σύμβαση, τα αναγκαία μέτρα πρόνοιας και ασφάλειας, εντός των προεκτεθεισών πλαισίων, προς αποφυγή προκλήσεως ζημίας στα έννομα αγαθά των μη συμπραττόντων στην κατάρτιση της σύμβασης του κοινού λογαριασμού προσώπων, τα οποία ανυπαιτίως, μπορεί να αγνοούν την σύμβαση αυτή και να μη συναινούν στην κατάρτισή της, έστω κι αν η τελευταία μπορεί να καταρτισθεί χωρίς την σύμπραξή τους.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητός του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στη αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με την ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, "προστηθείς" για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς με τη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του.

Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.

Από το ίδιο ως άνω άρθρο συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια (ΑΠ 926/2004).

Περαιτέρω, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ.2 εδ.

β`), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ.3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ.4 εδ. α`), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:

α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ.4 εδ.

β`) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ.5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της.

Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν` ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.

Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").

Ετσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 535/2012, ΑΠ 589/2001).

Εξετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 6365/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: << Στις 3-7-2006 πρόσωπο κατέχον το υπ' αριθ. ...διαβατήριο Κύπρου με το ονοματεπώνυμο Ε. Χ. του Χ.

επισκεύθηκε το υποκατάστημα της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) στα ... και ζήτησε το άνοιγμα κοινού διαζευκτικού λογαριασμού ταμιευτηρίου με πρώτη δικαιούχο την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) Α. Α. και δεύτερο τον ίδιο, αναφέροντας στην αρμόδια υπάλληλο προσωπικά στοιχεία αυτής και συγκεκριμένα ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, καθώς και τον αριθμό του δελτίου της αστυνομικής ταυτότητας.

Ακολούθως ανοίχθηκε ο υπ' αριθ. ... GR ... λογαριασμός Ταμιευτηρίου με πρώτη δικαιούχο την εφεσίβλητη και δεύτερο δικαιούχο τον προαναφερόμενο Ε. Χ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 28-3-2000 η εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) είχε συνάψει σύμβαση με την εταιρεία "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΕ", της οποίας καθολικός διάδοχος από 10-12-2004 κατέστη η μη διάδικος στην παρούσα δίκη (ούτε και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ".

Δυνάμει της προαναφερόμενης συμβάσεως η παραπάνω αναφερόμενη χρηματιστηριακή εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην εφεσίβλητη υπηρεσίες αφορώσες: α) στη λήψη, αποδοχή και εκτέλεση ή περαιτέρω διαβίβαση προς εκτέλεση εντολών (παραγγελιών) της για κατάρτιση συναλλαγών για λογαριασμό της σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, για απόκτηση και διάθεση (εξαγορά) για λογαριασμό της μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και εν γένει οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, για κτήση μετοχών και ομολογιών για λογαριασμό της σε δημόσια εγγραφή ή με συμμετοχή στην αύξηση κεφαλαίου ανωνύμων εταιρειών, για διάθεση του δικαιώματος προτιμήσεως των μετοχών και β) στην αγορά και πώληση εξωχρηματιστηριακώς ομολόγων και εντόκων γραμματίων του δημοσίου καθώς και ομολογιών εισηγμένων στο χρηματιστήριο.

Την ίδια ημερομηνία κατά την οποία ανοίχθηκε ο προαναφερόμενος κοινός λογαριασμός στην εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), δηλαδή στις 3-7-2006 γυναίκα αγνώστων, όπως προέκυψε στη συνέχεια, στοιχείων, τηλεφώνησε στη Διεύθυνση Χρηματιστηριακών Εργασιών της παραπάνω αναφερόμενης Εμπορικής Τράπεζας, αναφέροντας το όνομα της εφεσίβλητης και το χρηματιστηριακό κωδικό της και ζήτησε την εκποίηση του συνόλου των μετοχών του χαρτοφυλακίου της.

Η παραπάνω εντολή εισήχθη την επομένη στο σύστημα του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και εκτελέστηκε. Τότε, δηλαδή στις 4-7-2006 άγνωστη και πάλι γυναίκα τηλεφώνησε στην ίδια διεύθυνση Χρηματιστηριακών Εργασιών, ζήτησε να πληροφορηθεί το τίμημα που επιτεύχθηκε από την πώληση των μετοχών και δήλωσε την επιθυμία, το πιστωθέν στον με αριθμό 532371 κωδικό, τίμημα της προαναφερόμενης πώλησης, να πιστωθεί στον με αριθμό ...

GR ... λογαριασμό Ταμιευτηρίου. Όπως προαναφέρθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω αναφερόμενος Ε. Χ. κατά τη μετάβασή του για το άνοιγμα του επίμαχου λογαριασμού στο Υποκατάστημα ... της εκκαλούσας κατείχε και επέδειξε δελτίο ταυτότητας της εφεσίβλητης στην αρμόδια υπάλληλο, δεδομένου ότι εκείνη (αρμόδια υπάλληλος) δεν έλαβε αντίγραφο αυτού, αφού δεν βρέθηκε στο φάκελο του σχετικού λογαριασμού.

Πολύ περισσότερο δε, δεν αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος Ε. Χ. κατά την προσέλευσή του στο Υποκατάστημα της εκκαλούσας για το άνοιγμα του συγκεκριμένου λογαριασμού κατείχε και προσκόμισε πληρεξούσιο της εφεσίβλητης προς αυτόν, αφού επίσης αντίγραφό του δεν βρίσκεται στα αρχεία της εκκαλούσας. Επομένως, η συμπεριφορά της προστηθείσας υπαλλήλου της εκκαλούσας κατά το άνοιγμα του επίμαχου λογαριασμού, δεδομένου ότι ο ανωτέρω Ε.

Χ. δεν ήταν εφοδιασμένος με σχετικό πληρεξούσιο, συνιστά βαρεία αμέλεια. Η αρμόδια για το άνοιγμα των λογαριασμών στο Υποκατάστημα ... της εκκαλούσας υπάλληλος, όφειλε, είτε να απορρίψει τη σχετική αίτηση ανοίγματος του λογαριασμού, είτε να απαιτήσει για το άνοιγμά του την προσκόμιση ειδικού πληρεξουσίου ή την αυτοπρόσωπη προσέλευση της εφεσίβλητης, προκειμένου να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα.

Ενεργώντας αντιθέτως, παραβίασε, κατάφωρα τη θεμελιούμενη στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, καθόσον υποχρέωσε την εφεσίβλητη σε κατάρτιση συμβάσεως εν αγνοία της και παρά τη θέλησή της. Η υπαιτιότητα της προστηθείσας υπαλλήλου της εκκαλούσας προκύπτει περαιτέρω και από το γεγονός ότι δεν τήρησε τα προαναφερόμενα παρότι ο προσελθών στο υποκατάστημά της Ε.

Χ. ζήτησε το άνοιγμα του επίμαχου λογαριασμού στο οποίο κύριος δικαιούχος φερόταν να είναι η εφεσίβλητη και συνδικαιούχος ο ίδιος. Η συμπεριφορά αυτή της υπαλλήλου της εκκαλούσας διευκόλυνε τον προαναφερόμενο Ε. Χ., όπως προαναφέρθηκε και έτσι τέθηκε σε εφαρμογή και εκτελέστηκε το σχέδιο, ώστε το τίμημα της εκποιήσεως των μετοχών της εφεσίβλητης, κατόπιν ενεργειών της μη διαδίκου, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, να καταλήξει στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό και στη συνέχεια ο ίδιος στις 6-7-2006 να μεταβεί εκ νέου στο υποκατάστημα ...

της εκκαλούσας και να προβεί στη ανάληψη ποσού 9.690 ευρώ από τον προαναφερθέντα λογαριασμό. Η συμπεριφορά αυτή της προστηθείσας υπαλλήλου της εκκαλούσας η οποία κατά τα προαναφερόμενα συνιστά βαρειά αμέλεια είχε ως συνέπεια την έμμεση παροχή συνδρομής στον προαναφερόμενο Ε. Χ. να προκαλέσει ζημία στην εφεσίβλητη, μειώνοντας την περιουσία της κατά το ποσό των 9.690 ευρώ.

Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη και υπαίτια συμπεριφορά της προστηθείσας υπαλλήλου της εκκαλούσας η εφεσίβλητη βίωσε θλίψη και στεναχώρια από την απώλεια του περιουσιακού της στοιχείου και επομένως υπέστη ηθική βλάβη. Δικαιούται λοιπόν χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάστασή της. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της έκτασης της βλάβης της ενάγουσας, της υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων της εναγομένης και της βαρύτητας του πταίσματός τους, σε συνδυασμό με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, ανέρχεται στο ποσό των 4.000 ευρώ>>.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μόνο όμως κατά το μεγαλύτερο ποσόν (10.000 ευρώ) που είχε επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη λόγω ηθικής βλάβης, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), ως αντικειμενικά ευθυνόμενη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, το ποσόν των 13.690 ευρώ (9.690 ευρώ ως αποζημίωση και 4.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 281, 288, 297, 298, 299, 330, 922, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καταφάσκουν στην ευθύνη της εναγομένης τράπεζας προς αποζημίωση της ενάγουσας με βάση τις διατάξεις αυτές, που έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ζημία προκλήθηκε στην ενάγουσα στα πλαίσια παροχής των υπηρεσιών της από την προεκτεθείσα υπαίτια και εν ταυτώ παράνομη συμπεριφορά της προστηθείσας υπαλλήλου της, η οποία τελεί και σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία καθόσον κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η εν λόγω συμπεριφορά ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την ζημία την οποία και πράγματι επέφερε.

Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα: α) Ότι, όταν στις 3-7-2006 πρόσωπο κατέχον το υπ' αριθ. ...διαβατήριο Κύπρου με το ονοματεπώνυμο Ε. Χ. του Χ. επισκεύθηκε το υποκατάστημα της εναγομένης στα ...

και ζήτησε το άνοιγμα κοινού διαζευκτικού λογαριασμού ταμιευτηρίου με πρώτη δικαιούχο την ενάγουσα Α. Α. και δεύτερο τον ίδιο, αναφέροντας στην αρμόδια υπάλληλο προσωπικά στοιχεία αυτής και συγκεκριμένα ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, καθώς και τον αριθμό του δελτίου της αστυνομικής ταυτότητας, η τελευταία, χωρίς την επίδειξη της αστυνομικής ταυτότητας της ενάγουσας και χωρίς να προσκομισθεί σ' αυτήν πληρεξούσιο της ενάγουσας εκ μέρους του αιτηθέντος το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, με πρώτη συνδικαιούχο μάλιστα την ενάγουσα, στοιχεία από τα οποία και μόνο θα μπορούσε να ελέγξει αν η τελευταία συναινούσε στο άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού και να εξασφαλισθεί αυτή από ενδεχόμενη πρόκληση ζημίας, εν τούτοις προέβη στο άνοιγμα του υπ' αριθ. ...-...

λογαριασμού Ταμιευτηρίου με πρώτη δικαιούχο την εφεσίβλητη και δεύτερο δικαιούχο τον προαναφερόμενο Ε. Χ., μολονότι όφειλε, είτε να απορρίψει τη σχετική αίτηση ανοίγματος του λογαριασμού, είτε να απαιτήσει για το άνοιγμά του την προσκόμιση ειδικού πληρεξουσίου ή την αυτοπρόσωπη προσέλευση της εφεσίβλητης, προκειμένου να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα, δεδομένου μάλιστα ότι η ενάγουσα θα ήταν πρώτη συνδικαιούχος του λογαριασμού, σε τρόπον ώστε, ενεργώντας αντίθετα προς τα ανωτέρω, να παραβιάσει κατάφωρα τη θεμελιούμενη στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, καθόσον υποχρέωσε την ενάγουσα σε κατάρτιση συμβάσεως εν αγνοία της και παρά τη θέλησή της, β) ότι η συμπεριφορά αυτή της υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, διευκόλυνε τον προαναφερόμενο Ε.

Χ. και έτσι τέθηκε σε εφαρμογή και εκτελέστηκε το σχέδιό του, ώστε το τίμημα της εκποιήσεως των μετοχών της αναιρεσίβλητης, μετά από τις προρρηθείσες ενέργειες αυτού, μέσω της μη διαδίκου, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία δόθηκε εντολή από άγνωστη γυναίκα, παρέχοντας προς τούτο τον σχετικό χρηματιστηριακό κωδικό της αναιρεσίβλητης προς την διαχειριζόμενη το χαρτοφυλάκιο των αξιογράφων αυτής τράπεζα, να καταλήξει στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό και στη συνέχεια ο ίδιος (Ε.

Χ.) στις 6-7-2006 να μεταβεί εκ νέου στο υποκατάστημα ... της αναιρεσείουσας και να προβεί στη ανάληψη ποσού 9.690 ευρώ από τον προαναφερθέντα λογαριασμό και γ) ότι η συμπεριφορά αυτή της προστηθείσας υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, η οποία συνιστά βαρειά αμέλεια, ενόψει των προεκτεθεισών ενεργειών και παραλείψεών της, είχε ως συνέπεια την έμμεση παροχή συνδρομής στον προαναφερόμενο Ε.

Χ. να προκαλέσει ζημία στην εφεσίβλητη, μειώνοντας την περιουσία της κατά το ποσό των 9.690 ευρώ, που συνιστούσε το τίμημα των εκποιηθεισών ως άνω μετοχών της αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στον ανοιγέντα παράνομα από την προστηθείσα υπάλληλο της αναιρεσείουσας κοινό λογαριασμό, ώστε η παράνομη και υπαίτια αυτή ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς προς την ζημία της αναιρεσίβλητης, αφού αν δεν προηγείτο το παράνομο άνοιγμα του εν λόγω κοινού λογαριασμού, δεν θα υπήρχε η δυνατότητα στον Ε.

Χ. να προβεί στην είσπραξη αυτού. Εξάλλου, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρο 1 παρ.1 Ν. 5638/1932 περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, όπως αυτό αντικ. από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, και το οποίο ορίζει ότι "Χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ`ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (Compte joint, joint account) είναι εν την έννοια του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών είτε είς είτε τινές, και πάντες κατ`ιδίαν οι δικαιούχοι", ούτε δι' εσφαλμένης εφαρμογής, αφού δεν προκύπτει ότι εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, αλλά ούτε και διά της μη εφαρμογής της, καθόσον η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, η οποία πρόκειται για αδικοπρακτική συμπεριφορά της προστηθείσας υπαλλήλου της αναιρεσείουσας στο άνοιγμα του προρρηθέντος κοινού καταθετικού λογαριασμού με πρώτη συνδικαιούχο την αναιρεσίβλητη και την συνεπεία του παρανόμως ανοιγέντος αυτού λογαριασμού προκληθείσα ζημία της τελευταίας, και όχι αν με το άνοιγμα ενός τέτοιου κοινού λογαριασμού, καθίστανται συνδικαιούχοι αυτού τα μη συμπράξαντα στην κατάρτισή του πρόσωπα.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 19-02-2014 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E." (πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.") για αναίρεση της υπ' αριθ. 2368/2009 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-02-2014 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E." (πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.") για αναίρεση της υπ' αριθ. 6365/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ