2256/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2338/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1179/2005 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 26/4/2007 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 605/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1179/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2011 προδικαστική και 876/2013 του Εφετείου Πειραιά Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/3/2014 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2256/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητός του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2256 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2256/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δρυλλεράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ARGIRONISSOS SHIPPING CORPORATION" (ΑΡΓΥΡΟΝΗΣΟΣ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΡΠΟΡΕΙΣΟΝ) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, στην Ελλάδα δε αντιπροσωπευομένης από την εταιρεία "ELETSON CORPORATION", εδρευούσης στην ... αλλά εγκατεστημένης στον ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Ανδρεουλάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2338/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1179/2005 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 26/4/2007 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 605/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1179/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2011 προδικαστική και 876/2013 του Εφετείου Πειραιά Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/3/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 3/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 876/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) εταιρία με την από 26-7-2001 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την οποία απηύθυνε κατά της εταιρίας "ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας δι' απορροφήσεως κατέστη η ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία (αγωγή), αφού επικαλέστηκε την αναφερόμενη σ' αυτήν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης (αδικοπραξία), ζήτησε, μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 89.583.294 δραχμών, καθώς και το ποσό των 5.000.000 δραχμών, για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω προσβολής της φήμης της, τα ανωτέρω δε ποσά νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την υπ' αριθ. 2338/2004 απόφασή του, απέρριψε την κύρια (άρθρο 914 ΑΚ) και την επικουρική (άρθρο 919 ΑΚ) από αδικοπραξία βάσεις της αγωγής ως μη νόμιμες, κατά της αποφάσεως δε αυτής η εναγομένη άσκησε την από 11-2-2005 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, ζητώντας για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, προκειμένου να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή της.
Η παραπάνω έφεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1179/2006 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κρίνοντας κι αυτό ως μη νόμιμες όλες τις βάσεις της αγωγής. Κατά της εν λόγω δευτεροβάθμιας απόφασης ο εκκαλούσα-εναγόμενη άσκησε την από 26-4-2007 αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 606/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο έκρινε ότι υπό το εκτιθέμενο στην αγωγή ιστορικό και αίτημα η τελευταία είναι νόμιμη, ως προς την κυρία επί της αδικοπραξίας κατά το άρθρο 914 ΑΚ βάση της, στηριζόμενη στις διατάζεις των άρθρων 914, 297, 298, 932 ΑΚ, περιέχει δε όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις εν λόγω διατάξεις και ειδικότερα α) την υπαίτια εμμονή των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, μετά μάλιστα την διαπιστωθείσα καταλληλότητα του πλοίου από τον νηογνώμονα, να χρησιμοποιούν το παραπάνω αναφερόμενο καλώδιο γείωσης, χωρίς αυτό να φέρει διακόπτη, του οποίου η χρήση έχει κριθεί όχι μόνο αναποτελεσματική αλλά και επικίνδυνη για τη φόρτωση υγρών καυσίμων σε πλοία από το Διεθνές Ναυτιλιακό Επιμελητήριο, το Διεθνές Φόρουμ Εταιριών Πετρελαίου και τη Διεθνή 'Eνωση Λιμένων και για το λόγο αυτό δεν χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της καταλληλότητάς των προς φόρτωση, σε συνδυασμό και με το ότι, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, οι εγκαταστάσεις της εναγομένης διαθέτουν μονωμένο αγωγό που χρησιμοποιείται για τη φόρτωση των πλοίων, τον οποίο και αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τη φόρτωση του πλοίου της ενάγουσας η συμπεριφορά δε αυτή των υπαλλήλων της εναγομένης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που επιβάλλουν να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαίτια και β) την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη της ενάγουσας, την αποκατάσταση των οποίων ζητεί με την αγωγή της και οι οποίες τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης.
Ακολούθως δέχθηκε η άνω απόφαση, ότι το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την έφεση και την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια, κατά παραδοχή δε του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδετο στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, ανήρεσε την άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Εν συνεχεία, το Εφετείο Πειραιώς, με την υπ' αριθ. 876/2013 απόφασή του (αναιρεσιβαλλομένη), συμμορφούμενο στην δεσμευτικότητα της άνω αναιρετικής απόφασης (άρθρο 480 παρ. 4 ΚΠολΔ), μετά την παραδοχή όλων των λόγων της εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης που έβαλαν κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη αναφορικά με την κύρια περί αδικοπραξίας βάση αυτής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο, καθώς και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, ερευνώντας δε περαιτέρω κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά την ανωτέρω περί αδικοπραξία βάση της, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει προς την ενάγουσα το ποσό των 196.223,47 ευρώ για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της τελευταίας αυτής εφετειακής απόφασης εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη (εναγομένη) με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωσει να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητός του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) που στη συγκεκριμένη αδικοπραξία αρκεί να είναι και ελαφρά και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος ο οποίος με τη βούλησή του δέχεται τις υπηρεσίες του προστηθέντος, ήτοι του ασχολούμενου διαρκώς ή παροδικά στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος και συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος.
Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου που ζημιώθηκε από αδικοπραξία τελεσθείσα από τον προστηθέντα και ευρισκόμενη σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 εδ. α'του του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθ. 9 "Για τα μέτρα ασφαλείας κατά τις διενεργούμενες στις εγκαταστάσεις εργασίες φόρτωσης ή εκφόρτωσης πετρελαιοειδών, επικινδύνων υγρών χημικών χύμα και υγροποιημένων αερίων χύμα που μεταφέρονται με δεξαμενόπλοια", ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 3131.1/07/95 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β`271/10.4.1995), εκδοθείσης δυνάμει εξουσιοδοτήσεως παρασχεθείσης με το άρθρο 156 ΚΔΝΔ << 1.
Πριν από την έναρξη των εργασιών φόρτωσης ή εκφόρτωσης συμπληρώνονται και υπογράφονται σε τρία (3) αντίγραφα από τον Πλοίαρχο ή τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν αξιωματικό του Δ/Ξ και τον υπεύθυνο φορτοεκφόρτωσης εγκατάστασης, οι αντίστοιχοι, ανάλογα με το είδος του φορτίου και την κατηγορία του Δ/Ξ, πίνακες ερωτηματολογίων ελέγχου μέτρων ασφαλείας (CHECK LIST) που ως παραρτήματα, στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα παρατίθενται στο τέλος του Κανονισμού αυτού και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του.
Από ένα αντίγραφο παίρνουν ο Πλοίαρχο ή ο εξουσιοδοτημένος από αυτόν Αξιωματικός του Δ/Ξ και ο υπεύθυνος φορτοεκφόρτωσης της εγκατάστασης. Το τρίτο αντίγραφο θα παραμένει στην εγκατάσταση και θα παραδίδεται στην Λιμενική Αρχή, όταν ζητείται. 2. Με μέριμνα των αναφερομένων στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου θα πρέπει να έχει εξασφαλισθεί κατά την φορτοεκφόρτωση η σχολαστική τήρηση των μέτρων ασφαλείας όπως αυτά καθορίζονται από τους αντίστοιχους οδηγούς ασφαλείας για τα πετρελαιοειδή, τα χύμα χημικά και τα υγροποιημένα αέρια χύμα που έχουν εκδοθεί από το Διεθνές Ναυτιλιακό Επιμελητήριο (INTERNATIONAL CHABER OF SHIPPING), το διεθνές φόρουμ εταιρειών πετρελαίου (OIL COMPANIES INTERNATIONAL MARINE FORUM) και τη διεθνή ένωση Λιμένων (INTERNATIONAL OF PORTS AND HARBORS), όπως κάθε φορά ενημερώνονται>>.
Εξετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Την 24η Μαϊου 1997, οι προστηθέντες υπάλληλου του Διυλιστηρίου Ελευσίνος της εταιρίας "ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε." (καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα), χειριστές της προβλήτος των εγκαταστάσεων του διυλιστηρίου, κατά μήκος της οποίας είχε παραβάλει, προκειμένου να φορτώσει ποσότητα 36.000 μετρικών τόνων νάφθας, το δεξαμενόπλοιο "ΑΡΓΥΡΟΝΗΣΟΣ", το οποίο είχε ναυλώσει από τη πλοιοκτήτρια εταιρία ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) η ελβετική εταιρία "Dow Europe S.A." προς φόρτωση από τις εγκαταστάσεις του εν λόγω διυλιστηρίου του ως άνω φορτίου με προορισμό το λιμένα Ταραγκότα της Ισπανίας, κατ' εφαρμογή του κανονισμού ασφαλείας λιμένος του διυλιστηρίου, εχρησιμοποίησαν καλώδιο γειώσεως, προκειμένου να συνδεθούν τα ηλεκτρολυτικά-καθοδικά συστήματα των εγκαταστάσεων του διυλιστηρίου και του πλοίου, ώστε να αρθεί ενδεχόμενη διαφορά ηλεκτρικού δυναμικού, η οποία εγκυμονεί κίνδυνο δημιουργίας σπινθήρος και αναφλέξεως κατά τη σύνδεση και αποσύνδεση των βραχιόνων φορτώσεως και να αρχίσει με ασφάλεια η φόρτωση, η οποία κατά την ακολουθούμενη τακτική της εταιρίας επρόκειτο να εκτελεστεί δια της χρήσεως βραχιόνων φορτώσεως φερόντων μονωτικά περιαυχένια κατά μήκος αυτών, όμως, κατά τη σύνδεση του εν λόγω καλωδίου, το οποίο δεν έφερε διακόπτη ασφαλείας, προκλήθησαν σπινθηρισμοί, οι οποίοι, παρά τις καταβληθείσες προς τούτο προσπάθειες, δεν κατέστη δυνατόν να εξαλειφθούν, με αποτέλεσμα οι υπεύθυνοι του διυλιστηρίου, υπολαμβάνοντας ότι το δεξαμενόπλοιο είχε υψηλό φορτίο στατικού ηλεκτρισμού, να μην επιτρέψουν χάριν ασφαλείας την φόρτωση και το δεξαμενόπλοιο να αποπλεύσει άφορτο την 29η Μαϊου 1997.
Η χρησιμοποίηση, όμως, καλωδίου γειώσεως και μάλιστα χωρίς κατάλληλο διακόπτη ασφαλείας συνιστά ατελέσφορο, αδόκιμο αλλά κατά σημαίνοντα λόγο επικίνδυνο, προσέτι δε και περιττό, εν όψει της ανωτέρω χρήσεως βραχιόνων φορτώσεως φερόντων μονωτικά περιαυχένια κατά μήκος αυτών, τρόπο άρσεως της διαφοράς δυναμικού μεταξύ πλοίου - ξηράς, όπως σαφώς επισημειώνεται από τον "Διεθνή Οδηγό Ασφαλείας για Δεξαμενόπλοια Πετρελαίου και Εγκαταστάσεις Ξηράς ("International Safety Guide for Oil Tankers and Terminals (ISGOTT)"), τέταρτη έκδοση, 1996, ο οποίος εκδίδεται από το Διεθνές Ναυτιλιακό Επιμελητήριο, την Διεθνή Ναυτιλιακή Διάσκεψη Εταιρειών Πετρελαίου και την Διεθνή Ένωση Λιμένων, κατά τον οποίον, κεφάλαιο 6, αρ. 10.1,2, "Προκειμένου να παράσχει προστασία έναντι σπινθηρισμού κατά τη διάρκεια συνδέσεως και αποσυνδέσεως το διυλιστήριο πρέπει να διασφαλίσει ότι οι ταινίες του σωλήνος φορτίου και οι μεταλλικοί βραχίονες είναι εφοδιασμένοι με ένα μονωτικό περιαυχένιο ή μονωτικό σωλήνα μη αγώγιμο, που να διασφαλίζει την ηλεκτρική συνέχεια μεταξύ του πλοίου και της ξηράς.
Όλα τα μεταλλικά μέρη του μονωτικού τμήματος πρέπει να είναι ηλεκτρικώς συνεχή προς το πλοίο και όλα τα μεταλλικά στην πλευρά της ξηράς πρέπει να είναι ηλεκτρικώς συνεχή προς το σύστημα γειώσεως της αποβάθρας. Πρέπει να σημειωθεί ότι το κλείσιμο του διακόπτη ενός καθοδικού συστήματος προστασίας δεν αναπληρώνει την εγκατάσταση ενός μονωτικού περιαυχενίου ή ενός μονοκόμματου μη αγώγιμου σωλήνος.
Ως εξηγήθη στο κεφάλαιο 20, ένα καλώδιο γειώσεως μεταξύ πλοίου/ξηράς δεν είναι αποτελεσματικό ως μηχανισμός ασφαλείας και μπορεί ακόμη να είναι επικίνδυνο. Ένα καλώδιο γειώσεως πλοίου/ξηράς δεν πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιείται. Σημείωση: Μολονότι οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι από τη χρήση ενός καλωδίου γειώσεως μεταξύ πλοίου/ξηράς αναγνωρίζονται γενικώς, εφιστάται η προσοχή στο γεγονός ότι μερικοί εθνικοί και τοπικοί κανονισμοί μπορεί ακόμη να απαιτούν ένα καλώδιο γειώσεως να είναι ενωμένο.
Εάν επιβάλλεται ένα καλώδιο γειώσεως, θα πρέπει πρώτα να επιθεωρηθεί, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι είναι μηχανικά και ηλεκτρικά σε καλή κατάσταση. Το σημείο επαφής του καλωδίου πρέπει να είναι αρκετά μακριά από την περιοχή του κεντρικού αγωγού του πλοίου. Πρέπει να υπάρχει πάντοτε διακόπτης στην αποβάθρα κατά μήκος του καλωδίου γειώσεως και ενός τύπου καταλλήλου για χρήση στη Ζώνη 1 της Επικίνδυνης Περιοχής.
Είναι σημαντικό να επιβεβαιωθεί ότι ο διακόπτης είναι πάντοτε κλειστός προ της συνδέσεως και αποσυνδέσεως του καλωδίου. Μόνον όταν το καλώδιο είναι κανονικώς τοποθετημένο και σε καλή επαφή θα πρέπει ο διακόπτης να ανοίγει. Το καλώδιο θα πρέπει να συνδέεται πριν συνδεθούν οι σωλήνες του φορτίου και να απομακρύνεται μόνο όταν οι σωλήνες έχουν αποσυνδεθεί." και κεφάλαιο 20, αρ. 6..2, "Ένας αποκλειστικά μεταλλικός βραχίων φορτώσεως και εκφορτώσεως παρέχει πολύ μικρή αντίσταση επαφής μεταξύ πλοίου και αποβάθρας και υπάρχει ένας αρκετά υπαρκτός κίνδυνος προκλήσεως σπινθηρισμού, όταν το διερχόμενο ισχυρό ρεύμα διακόπτεται αιφνιδίως κατά τη διάρκεια της συνδέσεως - αποσυνδέσεως του βραχίονος στη σωλήνωση του πλοίου.
Είναι συνεπώς συνιστωμένη πρακτική να εισάγεται ένα μονωτικό περιαυχένιο στο μήκος του βραχίονος φορτώσεως και κατά τη σύνδεση ευκάπτων ταινιών του σωλήνος με το σύστημα σωληνώσεως της ξηράς. Η εισαγωγή ενός τέτοιου μονωτικού παρεμποδίζει εντελώς τη διέλευση ρεύματος μέσω του βραχίονος φορτώσεως ή της ταινίας του σωλήνος.
Ταυτοχρόνως, όλο το σύστημα παραμένει γειωμένο είτε στο πλοίο είτε στην ξηρά", ενώ η απροσφορότης του καλωδίου γειώσεως δεν αποτελεί καινή διαπίστωση, αλλά έχει ήδη από του έτους 1966 επισημανθεί από το Ινστιτούτο Πετρελαίου ("Institure of Petroleum" - "Model Code of Safe Practice in the Petroleum Industry") κατά το οποίο, "Εκτιμάται ότι ένα ανεξάρτητο καλώδιο γειώσεως μεταξύ πλοίου και αποβάθρας με ή χωρίς καθοδική προστασία δεν εξυπηρετεί οιονδήποτε χρήσιμο σκοπό στην: i.
Αποτροπή σωρεύσεως του στατικού ηλεκτρισμού, ii. Στην ελαχιστοποίηση πιθανής διελεύσεως ρεύματος σε σωλήνες φορτώσεως αγώγιμου τύπου.". Συμφώνως προς τα ως άνω μέτρα ασφαλείας και τις οδηγίες των Διεθνών Οργανισμών, θα έπρεπε να μην χρησιμοποιηθεί καλώδιο γειώσεως, αφού η χρήση βραχιόνων φορτώσεως φερόντων μονωτικά περιαυχένια εξασφαλίζει πλήρως την ηλεκτρική συνέχεια μεταξύ πλοίου - ξηράς και αποκλείει εντελώς την ροή ηλεκτρικού ρεύματος μεταξύ αυτών μέσω των βραχιόνων και συνακολούθως την δημιουργία σπινθήρος κατά την σύνδεση και την αποσύνδεση των τελευταίων, καθιστώσα, κατά τα προαναφερθέντα, περιττή την χρήση καλωδίου γειώσεως, ή, κατά πάσα περίπτωση, εάν υφίσταται εμμονή των υπευθύνων του διυλιστηρίου ως προς την χρησιμοποίηση καλωδίου γειώσεως, να εφοδιασθεί το σύστημα με κατάλληλο απομονωτικό διακόπτη ασφαλείας αντιεκρηκτικού τύπου μεταξύ του συνδετικού καλωδίου και του κεντρικού σημείου γειώσεως, ώστε οι δημιουργούμενοι κατά το κλείσιμο του κυκλώματος σπινθήρες να περιορίζονται εντός της εν λόγω συσκευής και να μην προκαλείται κίνδυνος αναφλέξεως.
Οι προστηθέντες, όμως, εκπρόσωποι της εταιρίας "ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε.", εξ αμελείας, δεν εφρόντισαν να προσαρμόσουν τον κανονισμό ασφαλείας λιμένος του διυλιστηρίου προς τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας και τις οδηγίες των Διεθνών Οργανισμών, τα οποία μάλιστα συμφώνως προς τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Λιμένος υπ' αριθμόν 9 έπρεπε να εφαρμόζονται σχολαστικώς κατά την φορτοεκφόρτωση πετρελαίου, επικίνδυνων υγρών χημικών χύδην και υγροποιημένων αερίων χύδην, ούτε να παράσχουν σχετικές οδηγίες προς τους χειριστές των προβλήτων, όπως έπρεπε να έχουν ενεργήσει λόγω του τομέως ευθύνης αυτών, αλλά εξ αδιαφορίας περί των εκάστοτε ισχυουσών διεθνών οδηγιών ασφαλείας παρέλειψαν, αποτέλεσμα δε των εν λόγω παραλείψεων και της συνακολούθως αυτών εφαρμογής του προαναφερόμενου ακατάλληλου τρόπου αποφυγής της δημιουργίας σπινθήρων, ο οποίος αν δεν είχε εφαρμοσθεί, θα είχε εκτελεσθεί και ολοκληρωθεί ακωλύτως η φόρτωση, οι οποίες συνιστούν παράβαση, της εκτός της γενικής υποχρεώσεως της μη ζημιώσεως των τρίτων υπαιτίως και της υποχρεώσεως, την οποία ειδικώς υπείχε βάσει της αρχής της καλής πίστης, ως διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, ως εκμεταλλευόμενη το διυλιστήριο η εταιρία "ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε.", να μην παρακωλύει την φόρτωση των δεξαμενόπλοιων και να παρέχει τα μέσα της ασφαλούς πραγματοποιήσεως αυτής, υπήρξε η κατά τα ανωτέρω δυσμενής εξέλιξη της ματαιώσεως της φορτώσεως του δεξαμενόπλοιου "ΑΡΓΥΡΟΝΗΣΟΣ", εξ αιτίας της οποίας η ενάγουσα έχει ζημιωθεί κατά το ποσόν των 226.135 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο απώλεσε λόγω της ακυρώσεως εκ μέρους της ναυλώτριας, κατόπιν της ματαιώσεως της φορτώσεως, της συμβάσεως ναυλώσεως την 29η Μαϊου 1997 και της μη καταβολής του ναύλου (συμφωνηθείς ναύλος 279.702 δολάρια ΗΠΑ, αφαιρουμένων εξόδων λιμένος Ταρραγκόνα ποσού 34.000 δολαρίων ΗΠΑ, δαπάνης καυσίμων πλου προς τον εν λόγω λιμένα ποσού 16.071 δολαρίων ΗΠΑ και προμήθειας ναυλομεσιτών ποσού 3.496 δολαρίων ΗΠΑ), ως και κατά το ποσό των 1630 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο την 29η Μαϊου 1997 ως αμοιβή του κληθέντος, εις εκτέλεση σχετικής εντολής του Λιμεναρχείου Ελευσίνος κατόπιν του ανακύψαντος προβλήματος σπινθηρισμού, νηογνώμονος προς πιστοποίηση της καταλληλότητος του δεξαμενόπλοιου, και συνολικώς κατά το ποσό των 227.765 δολλαρίων ΗΠΑ και βάσει ισοτιμίας δολλαρίου ΗΠΑ - δραχμής την 29η Μαϊου 1997 (1 προς 271,61 - μέση τιμή), κατά το ποσό των 61.863.25165 δραχμών....
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, της οποίας συνεπεία της κατά τα ανωτέρω αδικοπραξίας των προστηθέντων της εταιρίας "ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε." έχουν προσβληθεί η εμπορική πίστη και η εμπορική υπόληψη, καθόσον το δεξαμενόπλοιο αυτής εφέρετο έναντι της ναυλώτριας εταιρίας, η οποία μάλιστα, κατά τα προαναφερθέντα, ακύρωσε και την σύμβαση ναυλώσεως, και των λοιπών εμπλακέντων τρίτων ως ανασφαλές, υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της οποίας, λαμβανομένων υπ' όψη του είδους της γενομένης προσβολής, του βαθμού του πταίσματος των προστηθέντων της εταιρίας "ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε." και της οικονομικής καταστάσεως της τελευταίας και της ίδιας δικαιούται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού 5.000.000 δραχμών, το οποίο είναι εύλογο βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Συνεπώς, η ενάγουσα έχει απαίτηση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως κατά της εναγομένης ως καθολικής διαδόχου δι' απορροφήσεως της εταιρίας "ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε." συνολικού ποσού 66.863.251,65 δραχμών (61.863.251,65 +5.000.000 αντιστοίχως) και ήδη 196.223,47 ευρώ>>. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει προς την ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 196.223,47 ευρώ για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 288, 297, 298, 299, 330, 922, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 εδ. α'του του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθ. 9, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 3131.1/07/95 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 156 ΚΔΝΔ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καταφάσκουν στην ευθύνη της εναγομένης εταιρίας προς αποζημίωση της ενάγουσας με βάση τις διατάξεις αυτές, που έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ζημία προκλήθηκε στην ενάγουσα στα πλαίσια παροχής των υπηρεσιών της από την προεκτεθείσα υπαίτια και εν ταυτώ παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, η οποία τελεί και σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία καθόσον κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η εν λόγω συμπεριφορά ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την ζημία την οποία και πράγματι επέφερε.
Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα, ότι μετά την διαπιστωθείσα καταλληλότητα του πλοίου "ΑΡΓΥΡΟΝΗΣΟΣ" προς φόρτωση από τον κληθέντα προς τούτο νηογνώμονα, ενώ σύμφωνα με τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας και τις οδηγίες των άνω Διεθνών Οργανισμών (Διεθνές Ναυτιλιακό Επιμελητήριο, Διεθνές Φόρουμ Εταιριών Πετρελαίου και Διεθνή 'Eνωση Λιμένων), έπρεπε για την φόρτωση του πλοίου να μην χρησιμοποιηθεί καλώδιο γειώσεως, αφού η χρήση βραχιόνων φορτώσεως φερόντων μονωτικά περιαυχένια εξασφάλιζε πλήρως την ηλεκτρική συνέχεια μεταξύ πλοίου - ξηράς και απέκλειε εντελώς την ροή ηλεκτρικού ρεύματος μεταξύ αυτών μέσω των βραχιόνων και συνακολούθως την δημιουργία σπινθήρος κατά την σύνδεση και την αποσύνδεση των τελευταίων, καθιστώσα περιττή την χρήση καλωδίου γειώσεως, ή, κατά πάσα περίπτωση, εάν υφίστατο εμμονή των υπευθύνων του διυλιστηρίου ως προς την χρησιμοποίηση καλωδίου γειώσεως, έπρεπε να εφοδιασθεί το σύστημα με κατάλληλο απομονωτικό διακόπτη ασφαλείας αντιεκρηκτικού τύπου μεταξύ του συνδετικού καλωδίου και του κεντρικού σημείου γειώσεως, ώστε οι δημιουργούμενοι κατά το κλείσιμο του κυκλώματος σπινθήρες να περιορίζονται εντός της εν λόγω συσκευής και να μην προκαλείται κίνδυνος αναφλέξεως, εν τούτοις, οι προστηθέντες εκπρόσωποι της εταιρίας "ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε.", από αμέλειά τους, δεν φρόντισαν να προσαρμόσουν τον κανονισμό ασφαλείας λιμένος του διυλιστηρίου προς τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας και τις οδηγίες των Διεθνών Οργανισμών, των οποίων η εφαρμογή επιβάλλεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Λιμένος υπ' αριθμόν 9 και πρέπει εφαρμόζονται σχολαστικώς κατά την φορτοεκφόρτωση πετρελαίου, επικίνδυνων υγρών χημικών χύδην και υγροποιημένων αερίων χύδην, ούτε παρείχαν σχετικές οδηγίες προς τους χειριστές των προβλήτων, όπως έπρεπε να έχουν ενεργήσει λόγω του τομέως ευθύνης αυτών, αλλά εξ αδιαφορίας περί των εκάστοτε ισχυουσών διεθνών οδηγιών ασφαλείας παρέλειψαν τις ανωτέρω υποχρεώσεις τους, αποτέλεσμα δε των εν λόγω υπαίτιων παραλείψεων και της επιχειρούμενης υπ' αυτών εφαρμογής του προαναφερόμενου ακατάλληλου τρόπου αποφυγής της δημιουργίας σπινθήρων, ο οποίος αν δεν είχε εφαρμοσθεί, θα είχε εκτελεσθεί και ολοκληρωθεί ακωλύτως η φόρτωση του ως άνω πλοίου, με συνέπεια, οι υπαίτιες αυτές παραλείψεις, οι οποίες συνιστούν παράβαση του άνω Κανονισμού Λιμένος και των οδηγιών των Διεθνών Οργανισμών που αυτός παραπέμπει, πέραν της γενικής υποχρεώσεως της μη ζημιώσεως των τρίτων υπαιτίως, καθώς και αυτής την οποία ειδικώς υπείχαν βάσει της αρχής της καλής πίστης, όπως διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, να μην παρακωλύει η εταιρία "ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε.", ως εκμεταλλευόμενη το άνω διυλιστήριο, την φόρτωση των δεξαμενόπλοιων και να παρέχει τα μέσα της ασφαλούς πραγματοποιήσεως αυτής, με τελικό επακόλουθο όλων των ανωτέρω, να επιφέρουν οι προστηθέντες της εναγομένης την ματαίωση της φορτώσεως του δεξαμενόπλοιου "ΑΡΓΥΡΟΝΗΣΟΣ", η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να ζημιωθεί η ενάγουσα κατά το ποσόν των 226.135 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο απώλεσε λόγω της ακυρώσεως εκ μέρους της ναυλώτριας, μετά την ματαίωση της φορτώσεως, της συμβάσεως ναυλώσεως και της μη καταβολής του ναύλου, ως και κατά το ποσό των 1630 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατεβλήθη απ' αυτήν ως αμοιβή του κληθέντος εις εκτέλεση σχετικής εντολής του Λιμεναρχείου Ελευσίνος, κατόπιν του ανακύψαντος προβλήματος σπινθηρισμού, νηογνώμονος, προς πιστοποίηση της καταλληλότητος του δεξαμενόπλοιου προς φόρτωση, ενώ παράλληλα υπέστη ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της εμπορικής πίστης και εμπορικής υπόληψης αυτής, καθόσον το δεξαμενόπλοιό της εφέρετο έναντι της ναυλώτριας εταιρίας, η οποία μάλιστα, κατά τα προαναφερθέντα, ακύρωσε και την σύμβαση ναυλώσεως, και των λοιπών εμπλακέντων τρίτων ως ανασφαλές, ώστε να δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.000.000 δραχμών και συνακόλουθα να πρέπει να επιδικαστεί για τις παραπάνω αιτίες στην ενάγουσα το ποσό των 196.223,47 ευρώ.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο, κατά το οικείο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες, ως άνω, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς η αντιφατικές αιτιολογίες.
Αντιθέτως, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, τόσον ως προς τον προσδιορισμό των παράνομων και υπαίτιων παραλείψεων των προστηθέντων εκπροσώπων της εναγομένης, οι οποίες οδήγησαν στην ματαίωση της φόρτωσης του ως άνω πλοίου, όσον και του αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας της ενάγουσας, λόγω ματαίωσης φόρτωσης αυτού, με την επελθούσα ζημία της.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις, που αναφέρονται σε αυτόν, κατά το άλλο μέρος τους, καθώς και οι επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως της κρινομένης αίτησης, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, ότι δεν υφίστατο υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της που να συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη περιουσιακή και ηθική ζημία της, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Εν προκειμένω, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προβληθέντες πρωτοδίκως και ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της ισχυρισμούς της, προς αντίκρουση των σχετικών λόγων της έφεσης της αναιρεσίβλητης, της οποίας η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδικώς ως μη νόμιμη και συγκεκριμένα, ότι είχαν ληφθεί για την φόρτωση του εν λόγω πλοίου όλα τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα, το δε καλώδιο γείωσης δεν τοποθετήθηκε για να παραλάβει και να διοχετεύσει στη γη το φορτίο στατικού ηλεκτρισμού του πλοίου (κατά τη φόρτωση αυτού με καύσιμα), αλλά για να διαπιστωθεί (προ της φορτώσεως) αν αυτό το φορτίο στατικού ηλεκτρισμού διοχετευόταν στη θάλασσα, καθώς επίσης, ότι δεν είχαν καμιά περαιτέρω υποχρέωση, ούτε από δικαιοπραξία, ούτε από το νόμο, ούτε από την αρχή της καλής πίστης, να λάβουν άλλα μέτρα ασφαλείας για την φόρτωση και εκφόρτωση των πλοίων, αφού όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας είχαν ληφθεί, κατά τα οριζόμενα για την περίπτωση αυτή.
Με το περιεχόμενο αυτό των άνω λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επιχειρεί να αποδώσει στην απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρ. 599 ΚΠολΔ, εξ αιτίας των οποίων, όπως περαιτέρω ισχυρίζεται, παρά το νόμο συνδέθηκε με υπαιτιότητα των προστηθέντων οργάνων της η ματαίωση φόρτωσης του πλοίου και η εντεύθεν προκληθείσα ζημία της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέοι πρωταρχικά ως απαράδεκτοι, αφού, οι παραπάνω ισχυρισμοί της είναι απλοί αρνητικοί ισχυρισμοί, τους οποίους το Εφετείο, αν και δεν είχε υποχρέωση ειδικά να τους αξιολογήσει, τους έλαβε ωστόσο υπόψη και έμμεσα τους απέρριψε με τις αντίθετες παραδοχές της απόφασής του, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και αναιρετικά ανέλεγκτες, καθώς αφορούν την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 19-02-2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 876/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-03-2014 αίτηση της ανώνυμη εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 876/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ