Legislator Case Law & Legislation
2256/2013 AI generated

2256/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2256/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2077/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 288/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 6/12/2007 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 636/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 288/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Legislator headnote

AI generated

2256/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
athlete management contract termination of benefits changed financial circumstances redundancy waiver of wage claims adjustment of remuneration
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2256 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2256/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσαντώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στον …και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2077/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 288/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 6/12/2007 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 636/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 288/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 840/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε εκ νέου ο ως άνω αναιρεσείων.

Εκδόθηκε η 46/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 840/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 583/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/2/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου ανέγνωσε την από 1/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, 583/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσείων, με την από 7-10-2004 αγωγή του, κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ναυτικός Όμιλος Ελλάδος", με το οποίο συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζητούσε να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά που ,που αφορούσαν αμοιβή για υπερεργασία, παράνομη υπερωριακή εργασία, απασχόληση κατά τη νύκτα και τις Κυριακές.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μον. Πρωτ .Πειραιώς), με την 2077/2006 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά από έφεση του ενάγοντος εκδόθηκε η 288/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 636/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγιναν δεκτοί οι από το αρθ.559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης και ακολούθως η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο) για περαιτέρω εκδίκαση.

Με την 840/2009 απόφαση του το Εφετείο Πειραιώς απέρριψε την έφεση, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, αντικαθιστώντας την αιτιολογία αυτής ,κατά παραδοχή της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως του εφεσίβλητου. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης του Εφετείου ο ενάγων άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 46/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' λόγος αναιρέσεως, αναιρέθηκε εξολοκλήρου η απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του αρθ.559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006,4/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθ. 559 αριθ. 19του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Περεταίρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντίληψης του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 33/2005, 18/1998,17/1995).

Η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπιες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του κατάσταση. Αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (Ολ. ΑΠ 8/2001, ΑΠ 1606/2008).Εξάλλου, η διάταξη αυτή ,που έχει έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες επίσης δημόσιας τάξεις διατάξεις (Ολ ΑΠ 33/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο Πειραιώς) που δίκασε δέχθηκε μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Στις 29.4.1998, ο ενάγων, μάγειρος α' το επάγγελμα, προσλήφθηκε από το νόμιμα εκπροσωπούμενο εναγόμενο ν.π.ι.δ., το οποίο είναι ναυταθλητικό σωματείο και διατηρεί στις εγκαταστάσεις του στον Πειραιά Ν. Αττικής, εντευκτήριο για την αναψυχή των 1.500 μελών του και αίθουσα δεξιώσεων για τη διενέργεια των ανάλογων κοινωνικών εκδηλώσεων, ώστε να παρέχει για αόριστο χρονικό διάστημα και με μηνιαίο μισθό ύψους 729.150 δρχ. τις υπηρεσίες του ως σεφ και, ως εκ της θέσεώς του, προϊστάμενος του επισιτιστικού του τμήματος. Ειδικότερα, ο ενάγων ήταν επικεφαλής του προσωπικού της κουζίνας (μαγείρων, βοηθών μαγείρων και λοιπού βοηθητικού ή μη προσωπικού) έχοντας εξουσία ρυθμίσεως των ημερών και των ωρών εργασίας αυτού (προσωπικού) και προγραμματισμού του ενδεδειγμένου για την περίσταση μενού και προμήθειας των υλικών επισιτισμού. Τέλος, ο αυτός διάδικος είχε σημαντική παρέμβαση στην εκάστοτε διοίκηση του εναγομένου, αναφορικά με τη πρόσληψη και απόλυση του κατώτερου προσωπικού της κουζίνας.

Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι το ωράριο εργασίας του ενάγοντος καθόλο το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας του στο εναγόμενο από την πρόσληψη του δηλαδή έως και τις 29.2.2004, οπότε αποχώρησε από αυτό λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του με σκοπό τη συνταξιοδότηση, ήταν ελαστικό ("βάσει προγράμματος εργασίας" όπως αναγράφεται στον πίνακα προσωπικού του άρθρου 16 ν.2874/2000), υπό την έννοια ότι άλλοτε μεν μετά την έλευσή του στον χώρο εργασίας και την εκ μέρους του παροχή κατευθυντηρίων οδηγιών μπορούσε να αποχωρήσει και πριν τη συμπλήρωση του οκταώρου, εφόσον δεν υπήρχε εκδήλωση τέτοιας μορφής που να απαιτούσε ιδιαίτερη προετοιμασία και φροντίδα, άλλοτε δε παρέμενε στον χώρο εργασίας του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο και εργαζόταν ακόμη και Σάββατα και Κυριακές, χωρίς την παροχή αναπληρωματικών ημερών αναπαύσεως, όταν είχε προγραμματιστεί στον προς τούτο χώρο των εγκαταστάσεων του εναγομένου δεξίωση χρήζουσα ιδιαίτερης προετοιμασίας και φροντίδας.

Ειδικότερα, αναφορικά με τις εκδηλώσεις που λάμβαναν χώρα στις αίθουσες των εγκαταστάσεων του εναγόμενου και αποκαλούνταν δεξιώσεις στη "γλώσσα" του (ενώ δεν επρόκειτο πάντοτε για δεξιώσεις με τη λεξιλογική έννοια, δηλαδή περί κοσμικών εκδηλώσεων με πολλούς προσκεκλημένους σε μεγάλο χώρο, για την περιποίηση των οποίων προσφέρονται φαγητά και ποτά σε μεγάλη ποικιλία;

καθώς και διασκέδαση με μουσική και χορό...) πρέπει να σημειωθεί ότι ήσαν πολυάριθμες κατ' έτος (σημειώνεται ότι κατά το έτος 2004 ο αριθμός τους ανήλθε σε 289 με εξυπηρετηθέντα 22.995 άτομα, ενώ κατά το προηγούμενο έτος σε 279) με μέσο όρο συμμετεχόντων τα 70 - 100 άτομα (22.994 : 289 = 79,56) και προσφέρονταν σ' αυτές κυρίως όχι εδέσματα υψηλής γαστρονομικής τέχνης, αλλά υψηλής, βέβαια, ποιοτικής στάθμης, εδέσματα τοποθετούμενα και προσφερόμενα σε μπουφέ, με αποτέλεσμα η συμμετοχή του προσωπικού της κουζίνας του εναγομένου να εξαντλείται στην παρασκευή των εδεσμάτων, διότι τα σχετικά με τη διανομή τους αναλάμβανε το προσωπικό της αίθουσας που "φιλοξενούσε" την εκδήλωση και τελούσε υπό τις εντολές του μαιτρ και του βοηθού του.

Έτσι, ενόψει των ανωτέρω, ο μηνιαίος "κλειστός" ( έννοια γνωστή στο δίκαιο της ναυτικής εργασίας) μισθός του ήταν πάντοτε υπέρτερος του νομίμου και ανερχόταν από την πρόσληψη του έως και τις 28.2.1998 στο ποσό των 729.150 δρχ (ή 2.140,00 €), από την 1.3.1999 έως και τις 31.12.1999 στο ποσό των 770.000 δρχ (ή 2.160,00 €)} από την 1.1.2000 έως και τις 31.12.2001 στο ποσό των 900.000 δρχ (ή 2.641,00 €), από την 1.1.2002 έως και τις 31.12.2002 στο ποσό των 2.720,00 €, από την 1.1. 2003 έως και τις 29.2.2004 στο ποσό των 2.834,00 €.

Αντιθέτως, ο κατώτατος προβλεπόμενος νόμιμος (βλ. από 3-8-1993 σ.σ.ε. των εργαζομένων στα τουριστικά και επισιτιστικά επαγγέλματα όλης της χώρας, που κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική με την Υ.Α. 15266/25-10-1993/ΦΕΚΒ'894, από 8-7-1998 ομοίου αντικειμένου σ.σ.ε. .που κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική με την ΥΑ 12268/20-10-1998/ΦΕΚ Β' 1173, από 26-4-1999 ομοίου αντικειμένου σσε, που κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική με την ΥΑ 11413/1999/ΦΕΚ ΒΊ546, από 1-8-2000 ομοίου αντικειμένου σ.σ.ε.

που κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική με την ΥΑ 12150/2000/ΦΕΚ Β' 1531, από 1-6-2001 ομοίου αντικειμένου σ.σ.ε. που κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική με την ΥΑ 13310/2001 ΦΕΚ ΒΊ276, από 21-6-2002 ομοίου αντικειμένου σ.σ.ε, που κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική με την Υ Α 12013/17-7-2003 ΦΕΚ ΒΊ006, από 9-3-2003 ομοίου αντικειμένου σ.σ.ε που κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική με την Υ Α 15126/2003/ΦΕΚ ΒΊ034 και από 22-6-2004 ομοίου αντικειμένου σ.σ.ε, που κηρύχθηκε γενικά, υποχρεωτική με την ΥΑ 13019/ΦΕΚ Β 1557) μηνιαίος μισθός για την περίπτωση του ανερχόταν στα εξής ποσά:

Κατά τα χρονικά διαστήματα από τις 29.4.1998 έως και τις 30.6.1998 στο ποσό των 219.241 δρχ (ή 642,40 €), από την 1.7.1998 έως και τις 31.12.1998 στο ποσό των 224.722 δρχ (ή 659,50 €) από την 1.1.1999 έως και τις 30.6.1999 στο ποσό των 229.216 δρχ. (ή 672,70 €), από την 1.7.1999 έως και τις 31.12.1999 στο ποσό των 233.801 δρχ (ή 686,13 €), από την 1.1.2000 έως και τις 30.6.2000 στο ποσό των 238.945 δρχ (ή 701,23 €), από την 1.7.2000 έως και τις 31.12.2000 στο ποσό των 244.201 δρχ (ή 716,65 €), από την 1.1.2001 έως και τις 30.6.2001 στο ποσό των 249.085 δρχ (ή 730,99 €), από την 1.7.2001 έως και τις 31.12.2001 στο ποσό των 254.316 δρχ ( ή 746,34 €)* από την 1.1.2002 έως και τις 30.6.2002 στο ποσό των 774,70 €, από την 1.7.2002 έως και τις 31.12.2002 στο ποσό των 790.20 €, από την 1.1.2003 έως και τις 31.12.2003 στο ποσό των 825,10 € και κατά το χρονικό διάστημα από την 1.1.2004 έως και τις 29.4.2004 στο ποσό των 858,10 €, ενώ στα παραπάνω χρηματικά ποσά πρέπει να προστεθούν τα αναλογούντα στο επίδομα πολυετίας το οποίο είναι μεταβαλλόμενο πάγιο προστιθέμενο στον εκάστοτε βασικό μισθό για να υπολογιστούν τα λοιπά επιδόματα και ανερχόταν από 1.1.1993 στο ποσό των 950 δρχ (ή 2,50 €) για κάθε έτος υπηρεσίας (σημειώνεται ότι τα έτη προϋπηρεσίας του ενάγοντος δεν προσδιορίζονται στην αγωγή του) και στο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, ποσοστού 10% επί του εκάστοτε βασικού μισθού, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ο ενάγων δεν φαίνεται να δικαιούται άλλα επιδόματα.

Επιπροσθέτως, από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει, ότι ο ενάγων κάθε δεύτερο έτος λάμβανε, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι του εναγομένου, πρόσθετη αμοιβή (bonus), με την ευκαιρία της διοργανώσεως της ναυτικής εκθέσεως "ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑ", ουδέποτε κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεως με το εναγόμενο διατύπωσε διαμαρτυρία ή έστω επιφύλαξη, για τη μη εκ μέρους του εργοδότη του καταβολή των με την αγωγή του διεκδικουμένων (σημειώνεται ότι στις οψίμως προσκομισθείσες υπ' αριθμ. 1062/14.6.2011, 1061/14.6.2011, 1060/14.6.2011 ένορκες βεβαιώσεις οι εξετασθέντες μάρτυρες αναφέρονται στο ότι δήθεν ο ενάγων επανειλημμένα έθεσε το εν λόγω θέμα στη διοίκηση του εναγομένου, ενώ στο "γεγονός" αυτό ουδείς μάρτυρας αναφέρθηκε προηγουμένως, πριν δηλαδή υποβληθεί στο Β1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου η από 15.10.2010 "δυσμενής", για τα συμφέροντα του ενάγοντος, έκθεση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη επί της δεύτερης των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως), έλαβε στο σύνολό της την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του εκ μέρους του εναγομένου, ενώ έπρεπε να λάβει τέτοια μειωμένη, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 8 παρ. 2 ν.3198/1955 όπως η παράγραφος 2 του ανωτέρω άρθρου είχε προστεθεί με το άρθρο 23 παρ. 4 ν.δ. 3769/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 11 ν. 421/1976, ενόψει συνταξιοδοτήσεως του και υπέγραψε τη σχετική εξοφλητική απόδειξη, χωρίς επιφύλαξη και με την πρόσθετη σημείωση ότι δεν διατηρεί απαίτηση κατά του εργοδότη του.

Τέλος, από τα προμνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι το εναγόμενο ναυταθλητικό σωματείο, ιδρυθέν το έτος 1934 από τον Α. Μ., διατηρεί αθλητικό τμήμα με 200 αθλητές και έχει 1.500 μέλη συντηρείται δε οικονομικά με τις εισφορές των μελών και τα κέρδη από τις οργάνουμενες στις εγκαταστάσεις του εκδηλώσεις, έχει δε τρέχουσες δανειακές υποχρεώσεις ποσού 1.700.000 € περίπου.

Επομένως, ενόψει των ανωτέρω παρατιθεμένων ουσιαστικά βασίμων πραγματικών περιστατικών κρίνεται, ότι ο ενάγων διατηρεί κατά του εναγόμενου απαιτήσεις λόγω παροχής εκ μέρους του υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας, νόμιμης και παράνομης υπερωριακής εργασίας ως και εργασίας σε ημέρα Κυριακή και σε εξομοιούμενη με αυτή αργία, καθώς και κατά τη νύκτα πλην όμως η αξίωσή του για την εκ μέρους του εναγομένου καταβολή του προκύπτοντος, για την ανωτέρω νόμιμη αιτία, συνολικού ποσού κρίνεται καταχρηστική και, επομένως, απαγορευμένη διότι:

α) λάμβανε μηνιαίο μισθό σχεδόν τριπλάσιο του νομίμου συμπεριλαμβανομένων και των καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεως με το εναγόμενο και μάλιστα ανεξάρτητα από τη διενέργεια εκδηλώσεων στις εγκαταστάσεις του, β) ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τη μεταχείριση του αυτή εκ μέρους του εναγομένου ενόσω διαρκούσε η εργασιακή του σχέση δημιουργήσας με τον τρόπο αυτό την πεποίθηση σ' αυτό (εναγόμενο) ότι δεν θα ασκήσει τις σχετικές του αξιώσεις, γ) έλαβε υπερδιπλάσια αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, δ) εισέπραξε το ποσό της αποζημιώσεως του όχι μόνο χωρίς τη διατύπωση επιφυλάξεως αλλά με τη σημείωση ότι δεν διατηρεί κατά του εργοδότη του οποιαδήποτε απαίτηση και ε) η καταβολή εκ μέρους του εναγομένου του καταψηφισθησομένου χρηματικού ποσού (σημαντικού οπωσδήποτε ύψους) με τους τόκους υπερημερίας θα επιφέρει πλήρη ανατροπή του οικονομικού σχεδιασμού αυτού.".

Με βάση τα περιστατικά αυτά, το δικαστήριο, με παραδοχή ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου από το άρθρο 281 ΑΚ, που είχε προβληθεί νόμιμα, απέρριψε την αγωγή με τη οποία επιδιωκόταν η επιδίκαση αμοιβής για εργασία πάνω από τη νόμιμη. Με το να δεχθεί τα παραπάνω το δικαστήριο, α) δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και β) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ως προς την παραδοχή της ενστάσεως αυτής, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ,οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, σε συνδυασμό μεταξύ τους, προσδίδουν πραγματικά, το ενδόσιμο της καταχρηστικότητας στην άσκηση των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος και επαρκούν για την εφαρμογή της. Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 πρώτος και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Κατά την έννοια του άρθ. 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο, όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων , που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 1β' ΚπολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "η διεκδίκηση των εργατικών αξιώσεων πραγματοποιείται μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης, αφού ο εργαζόμενος ευρισκόμενος σε σχέση εξάρτησης από τον εργοδότη και στην ανάγκη για την εξακολούθηση της σχέσης εργασίας του, απέχει της όποιας διεκδίκησης των δικαιωμάτων του προς αποφυγή της διατάραξης της εργασιακής ειρήνης στη σχέση εξηρτημένης εργασίας του, που, μία τέτοια διεκδίκηση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων οδηγεί στη λύση της".

Με αυτό το περιεχόμενο, όμως, λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το παρατιθέμενο συμπέρασμα δεν έχει χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προαναφερόμενη έννοια και δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-2-2012 αίτηση του Κ. Χ. για αναίρεση της 583/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ