2256/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2256/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου από την πρώτη αναιρεσίβλητη η οποία κατασκεύαζε δύο σήραγγες στο όρος ...για τη διέλευση σιδηροδρομικών τροχιών. Κατά την πρόσληψη του δήλωσε ότι είχε προϋπηρεσία 15 ετών και ήταν έγγαμος χωρίς τέκνα. Ότι ο μισθός του σύμφωνα με τις αναφερόμενες Δ.Α.
Full text
Απόφαση 2256 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2256/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", που εδρεύει στο Ν. Ψυχικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Αλεξίου. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 348/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8388/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 15-10-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις της υπ` αριθμ. 8900/1945 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων Υπουργών, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού του και στην περίπτωση που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση, δικαιούται επιπλέον και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή κάθε τι που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς όμως την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών.
Εξάλλου, στα άρθρα 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της κατ` εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 εκδοθείσας 25.825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας με την οποίαν αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν οι 8.900/1946 και 18.310/1946 Υπουργικές αποφάσεις, που προβλέπουν την προσαύξηση των αποδοχών των κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες και κατά τις νύκτες εργαζόμενων μισθωτών, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων.
Κατά την ορθή έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνον ο από τον εργοδότη συμψηφισμός (ακριβέστερα καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπέρτερων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται δε και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνία, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση.
Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός και με τη συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις Υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών μετά των προβλεπόμενων προσαυξήσεων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.
Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ` έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαϊου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ` αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού".
Κατά δε το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57, "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ` ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε σχετικά με τα κονδύλια της αγωγής του αναιρεσείοντος που αφορούσαν την αιτούμενη αμοιβή του για την παρασχεθείσα κατά τις αναφερόμενες Κυριακές εργασία του, καθώς και για την αμοιβή του για τη μη χορηγηθείσα σ' αυτόν, από υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων, άδεια και το επίδομα αδείας (κεφάλαια της οποίας προσβάλλονται με τους λόγους αναιρέσεως) τα εξής:
Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου από την πρώτη αναιρεσίβλητη η οποία κατασκεύαζε δύο σήραγγες στο όρος ...για τη διέλευση σιδηροδρομικών τροχιών. Κατά την πρόσληψη του δήλωσε ότι είχε προϋπηρεσία 15 ετών και ήταν έγγαμος χωρίς τέκνα. Ότι ο μισθός του σύμφωνα με τις αναφερόμενες Δ.Α.
ανερχόταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα σε ποσά μεγαλύτερα από τα νόμιμα όπως ειδικότερα αναφέρεται..... Ότι ο αναιρεσείων όπως και οι άλλοι οδηγοί εργάζονταν σύμφωνα με τις υποδείξεις των εργοδηγών που γνώριζαν τις ανάγκες του εργοταξίου το πολύ μέχρι δύο Σαββατοκύριακα το μήνα επί οκτάωρο πάντοτε την ημέρα και πληρωνόταν για την εργασία τους αυτή με το παραπάνω, ουδέποτε δε είχαν διαμαρτυρηθεί για τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών.
Η εργασία του Σαββατοκύριακου καταγραφόταν αρχικά στις μισθοδοτικές καταστάσεις των εργαζομένων ως υπερωρίες στη συνέχεια δε και ειδικότερα από τον Απρίλιο -Μάιο 2001 ως "πριμ απόδοσης", τούτο δε μετά την εντατικοποίηση των σχετικών ελέγχων από την Επιθεώρηση εργασίας και των αυστηρών συστάσεων για την αποφυγή εργασίας των συγκεκριμένων εργαζομένων κατά τα Σαββατοκύριακα....
Όλες οι πραγματικές ώρες εργασίας σημειώνονταν στις προσκομιζόμενες καρτέλες εργασίας μισθωτού, που τις περισσότερες φορές υπέγραφε και ο εργαζόμενος, ο οποίος πάντως ελάμβανε σχετική γνώση πάντοτε. Με βάση τις καρτέλες υπολογίζονταν οι αποδοχές του και καταχωρούνταν τα ποσά στις αποδείξεις πληρωμής που επίσης υπέγραφε ο ίδιος και από τις οποίες προκύπτει ότι έλαβε συνολικά το χρηματικό ποσό των 34.574,35 ευρώ μολονότι εδικαιούτο να λάβει το ποσό των 31.656,20 ευρώ, ήτοι έλαβε επιπλέον το ποσό των 2.918,15 ευρώ......
Εκτός τούτων ο αναιρεσείων έλαβε την άδεια που εδικαιούτο και το επίδομα αδείας πλην 3,57 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τους, όγδοο και ένατο λόγους της εφέσεως που ο αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχαν απορριφθεί τα ως άνω κονδύλια της αγωγής.
Με την κρίση αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις, αφού διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το αν καταβλήθηκαν τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά για τις Κυριακές καθώς και για την άδεια και το επίδομα αδείας. Ειδικότερα δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων ελάμβανε μισθό ανώτερο του νομίμου, πλην δεν αναφέρεται αν ο μισθός αυτός ήταν ο συμφωνημένος, ούτε αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσίβλητης να συμπεριλαμβάνεται σ' αυτόν και η αμοιβή του και για τις Κυριακές.
Εξάλλου, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν δύο Σαββατοκύριακα κάθε μήνα δεν αναφέρει αν αυτός ελάμβανε αντίστοιχη εβδομαδιαία ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, ούτε υπολόγισε τα ποσά που δικαιούνταν αυτός για προσαύξηση και αποζημίωση από την αιτία αυτή. Τέλος, όλως αορίστως αναφέρει ότι ο αναιρεσείων έλαβε την άδεια και το επίδομα αδείας μειωμένο κατά το ποσό των 3,57 ευρώ χωρίς να προσδιορίζει πότε έλαβε ο αναιρεσείων την άδεια για τα έτη 2001 και 2002, καθώς και το ύψος του ποσού που έπρεπε να καταβληθεί σ' αυτόν και το ποσό που καταβλήθηκε σ' αυτόν για την αιτία αυτή προκειμένου να προκύψει η διαφορά.
Αποτέλεσμα των ελλείψεων αυτών είναι να στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης ως προς τα ως άνω θέματα. Επομένως και οι δύο λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως προς τα σχετικά κεφάλαια αυτής που αφορούν την απόρριψη των κονδυλίων της αγωγής για την παρασχεθείσα κατά τις Κυριακές εργασία του καθώς και για την άδεια και τα επιδόματα αδείας των ετών 2001 και 2002, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 8388/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά τα άνω κεφάλαια στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ