Legislator Case Law & Legislation
2255/2014 AI generated

2255/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2255/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 710/2003 μη οριστική και 432/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/1/2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2255/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η συζήτηση της υποθέσεως, προσδιορίστηκε αρχικά, κατά το άρθρ. 568 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, για τη δικάσιμο της 10-03-2014, όπως δε προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας δεν επιδόθηκε κατά τη δικάσιμο εκείνη στον απολειπόμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την άνω αρχική δικάσιμο (10-03-2014).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2255 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2255/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 710/2003 μη οριστική και 432/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/1/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 24/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).

Σε περίπτωση που κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της αναίρεσης απολείπεται ο αναιρεσίβλητος, και ο επισπεύδων την συζήτηση αναιρεσείων δεν επέδωσε σ' αυτόν αντίγραφο του αναιρετηρίου με την κάτω απ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση του προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, με αίτηση δε του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος αναβληθεί η τελευταία εκ του πινακίου σε άλλη δικάσιμο, κατά την νέα δε αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο πρέπει ο επισπεύδων την συζήτηση αναιρεσείων να επιδώσει στον απολειπόμενο αρχικώς αναιρεσίβλητο αντίγραφο του αναιρετηρίου με την κάτω απ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση του προς συζήτηση κατά την ορισθείσα αρχικώς δικάσιμο, καθώς και πρακτικό αναβολής ή βεβαίωση του γραμματέως για την χορηγηθείσα αναβολή της υπόθεσης και το χρόνο που αναβλήθηκε αυτή και την εγγραφή της στο οικείο πινάκιο (άρθρο 226 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, σε συνδ.

με άρθρο 575 του ίδιου Κώδικα) και να τον καλεί να παρασταθεί κατά τη νέα αυτή δικάσιμο, οπότε, αν ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος απολείπεται και κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της αναίρεσης προχωρεί σαν να ήταν κι αυτός παρών. Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 27-01-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 432/2007 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πατρών, που απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Η συζήτηση της υποθέσεως, προσδιορίστηκε αρχικά, κατά το άρθρ. 568 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, για τη δικάσιμο της 10-03-2014, όπως δε προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας δεν επιδόθηκε κατά τη δικάσιμο εκείνη στον απολειπόμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την άνω αρχική δικάσιμο (10-03-2014).

Κατά τη δικάσιμο εκείνη, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (17-11-2014), όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Κ.Κ., που επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, καθώς και η υπ' αριθ.

πρωτ. ... βεβαίωση της γραμματέως του Α1'Πολιτικού Τμήματος, στην οποία βεβαιώνεται ότι η ανωτέρω υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 17-11-2014 ημέρα Δευτέρα και κατά τη συνήθη ώρα συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία καλείται ο δεύτερος αναιρεσίβλητος να παραστεί κατά δικάσιμο αυτήν, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον ως άνω δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Κ. Α. δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις.

Κατά το άρθρο 932 ΚΠολΔ τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατάταξης γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης, όπου γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των απαιτήσεων, προκύπτει, ότι υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ως και ότι τα έξοδα εκτέλεσης δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά μόνο προαφαιρούνται για να γίνει η κατάταξη των δανειστών στο εναπομένον πλειστηρίασμα.

Η αφαίρεση των εξόδων γίνεται με βάση τα έγγραφα και τις αποδείξεις, που κατατίθενται από το δικαιούχο αυτών και βρίσκονται στο φάκελλο του πλειστηριασμού. Για να είναι δε εφικτός ο έλεγχος από κάθε ενδιαφερόμενο και από το δικαστήριο, κρίνοντας επί σχετικού λόγου ανακοπής, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απαιτείται να προβεί, όχι σε απλή αναφορά αυτών, αλλά σε εξειδίκευση, με αναγραφή, επί της ιδιαίτερης πράξεως εκκαθαρίσεως ή επί του πίνακα κατατάξεως, των επί μέρους κονδυλίων αυτών, της αιτίας τους και του δικαιούχου αυτών (Mπρίνιας υπ` άρθρο 975, εκδ.

Β` παρ. 406, σελ. 1072). Στην αντίθετη περίπτωση, η αφαίρεση ως αναιτιολόγητη είναι μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη. Στα έξοδα εκτέλεσης περιλαμβάνονται τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης και των εν συνεχεία πράξεων, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται πρωταρχικά τα έξοδα για τις πράξεις της εκτελέσεως που έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή.

Η αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος όπως και η κατάταξη των δανειστών και συνεπώς προσβάλλεται μόνο με ανακοπή του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ.(ΑΠ 627/1994, 1578/1995, 632/1996). Περαιτέρω, δικαιούχος των εξόδων εκτελέσεως, τα οποία κατά νόμο φέρει ο καθού ενεργείται η εκτέλεση (άρθρο 932 ΚΠολΔ), είναι ο επισπεύδων εκείνος δανειστής που έδωσε την εντολή στα όργανα εκτελέσεως και τα έχει προκαταβάλλει, ο οποίος δικαιούται να συμμετάσχει στην ως άνω απλή διαδικασία εκκαθαρίσεως των εξόδων από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο.

Ωστόσο, με την στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2 και 1006 παρ. 3 ΚΠολΔ ανακοπή, ο ανακόπτων αναγγελθείς δανειστής μπορεί να προσβάλλει τον πίνακα κατατάξεως και όταν ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατά την εκκαθάριση με τον πίνακα των εξόδων του δικαστικού επιμελητή, εσφαλμένα αφαιρεί ορισμένο ποσό πλειστηριάσματος προς κάλυψη τούτων ή κατά τρόπο αναιτιολόγητο στην ειδική πράξη εκκαθάρισης ή στον πίνακα προβαίνει σ' αυτό, που καθιστά την αφαίρεση μη εφικτή στον έλεγχο κάθε ενδιαφερομένου ή του δικαστηρίου προκειμένου να κρίνει τη νομιμότητα της αφαίρεσης αυτής, εφόσον θίγονται, με την κατ' αυτόν τον τρόπο γενομένη μείωση του πλειστηριάσματος, τα έννομα συμφέροντά του, με την κατάταξη άλλου δανειστή, ή τη μη προσήκουσα κατάταξη αυτού.

Στην περίπτωση κατά την οποία ο ανακόπτων επικαλείται ότι εσφαλμένα προαφαιρέθηκαν από το πλειστηρίασμα έξοδα του καταταγέντος στον πίνακα γι` αυτά δικαστικού επιμελητή, τα οποία δεν είναι νόμιμα και υπαρκτά διότι αναιτιολόγητα καθορίζονται στον πίνακα κατάταξης ή την ειδική πράξη εκκαθάρισης, ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις ποσά αμοιβής των δικαστικών επιμελητών, η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά του δικαστικού επιμελητή ο οποίος και μόνον νομιμοποιείται παθητικά.

Ενώ αν με την ανακοπή δεν αμφισβητείται η διενέργεια των πράξεων εκτελέσεως που έκανε ο δικαστικός επιμελητής, αλλά το αν έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτελέσεως, συμπεριλαμβανομένου στην περίπτωση αυτή και του αναιτιολόγητου των εξόδων, προκειμένου να προκύπτει αν αυτά είναι έξοδα εκτελέσεως, τότε νομιμοποιείται παθητικά ως καθού η ανακοπή μόνον, ο επισπεύδων δανειστής (ΑΠ 1774/2006, ΑΠ 280/2004 και 1722/1998).

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1, 585, 933, 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος της ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως που ασκεί ο μη καταταγείς ή μη καταταγείς προσηκόντως δανειστής προς το σκοπό αποβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατατάξεως αυτού μπορεί να συνίσταται και σε μόνη την απλή αμφισβήτηση και άρνηση της απαιτήσεως του καταταγέντος ή του προνομιακού χαρακτήρα αυτής.

Στην περίπτωση αυτή στον καταταγέντα και καθ` ου η ανακοπή δανειστή ανήκει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεως των παραγωγικών της απαιτήσεως ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων. Ειδικότερα ο καθ` ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα της απαιτήσεως για την οποία έχει καταταγεί (Α.Π. 1311/2009, ΑΠ 1717/1999, ΑΠ 1722/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι απέρριψε ως αόριστο τον αναφερόμενο στην αίτηση αναιρέσεως λόγο της από 17-01-2000 ανακοπής του, ο οποίος στρεφόταν κατά της πρώτης καθ' ής η ανακοπή και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και του δεύτερου καθ' ού η ανακοπή και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου δικαστικού επιμελητή.

Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 17-01-2000 ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά του ... πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αιγίου Μαρίας Γιδά, με τον ανωτέρω λόγο του που στρεφόταν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον ισχυρίσθηκε ότι το ποσό των 606.680 δραχμών, το οποίο προαφαιρέθηκε για έξοδα εκτελέσεως του δεύτερου αναιρεσιβλήτου δικαστικού επιμελητή, εντολοδόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό, στο οποίο κατέταξε την τελευταία, ως φερόμενη ότι προκατέβαλε αυτά στον άνω δικαστικό επιμελητή, καθόσον τα έξοδα αυτά δεν δικαιολογούνται ενόψει της τελείως αναιτιολόγητης και αόριστης πράξης εκκαθάρισης αυτών, σε συνδυασμό με τις πράξεις που διενήργησε ο δικαστικός επιμελητής και τις ισχύουσες ως προς τον προσδιορισμό τους από τα προβλεπόμενα στις οικείες υπουργικές αποφάσεις όρια αμοιβών των δικαστικών επιμελητών, αλλά ούτε και προκύπτει ότι αυτά αφορούσαν έξοδα της εκτέλεσης ως γενόμενα προς το συμφέρον όλων των δανειστών.

Ειδικότερα ισχυρίσθηκε το αναιρεσείον στην ανακοπή του, ότι από τα στοιχεία του φακέλου και ειδικότερα από την διαδικασία σύνταξης του πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αιγίου Μαρίας Γιδά, προκύπτει, ότι η ανωτέρω επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, μη έχοντας λάβει υπόψη της τις διατάξεις περί καθορισμού και αφαίρεσης των εξόδων, από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα και χωρίς λεπτομερή παράθεση και αιτιολογία των εξόδων εκτέλεσης προέβη στην προαφαίρεση αυτών και στην καταβολή τους στο δικαστικό επιμελητή Κ.

A. (δεύτερο των καθ' ών). Συγκεκριμένα, στον άνω λόγο ανακοπής, το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι δεν παρατίθεται σε κανένα σημείο του πίνακα, ούτε ο λόγος ούτε η αιτία που καταναλώθηκαν τα επί μέρους κονδύλια, παρά μόνο γίνεται επίκληση των αποδείξεων που προσκόμισε ο δικαστικός επιμελητής, χωρίς να παρατίθεται το περιεχόμενό τους, το οποίο είναι γενικό και αόριστο, και δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση την αφαίρεση του υπερβολικού ποσού των 606.680 δραχμών, ώστε η γενόμενη αφαίρεση του ποσού αυτού να μην είναι νόμιμη και στο εν λόγω ποσό να πρέπει να καταταγεί αυτό.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο αποφάνθηκε ότι ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής ήταν απορριπτέος ως αόριστος και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ανακοπή ως άριστη κατά τον πιο πάνω λόγο της, ορθώς κατά το νόμο έκρινε, επικυρώνοντας έτσι την εκκαλουμένη απόφασή του.

Όμως η ανακοπή, ήταν ορισμένη και νόμιμη κατά τον ανωτέρω λόγο της, αφού, σε ότι μεν αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη επισπεύδουσα δανείστρια τραπεζική εταιρία, για το ορισμένο της ανακοπής ήταν αρκετή η αμφισβήτηση του ανακόπτοντος αν οι πράξεις εκτελέσεως που έκανε ο δικαστικός επιμελητής έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτελέσεως, ενώ η προαφαίρεση του ποσού που αφορούσαν έξοδα του δικαστικού επιμελητή, κατά τον παραπάνω τρόπο, χωρίς, δηλαδή, λεπτομερή προσδιορισμό και αναλυτική αιτιολογία των επί μέρους ποσών, που το απαρτίζουν, όπως θα έπρεπε, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι αόριστη, ενόψει δε της αοριστίας αυτής δεν καθίστατο εφικτός ο έλεγχος περί του εάν πράγματι το ποσό αυτό υπάγεται στα έξοδα εκτελέσεως και εάν πρέπει να αφαιρεθεί από το πλειστηρίασμα, ώστε η αφαίρεσή του εκ μέρους της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου του ποσού αυτού να είναι άκυρη και να πρέπει αυτό να αποδεσμευθεί προς όφελος του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, που προσέβαλε την προαφαίρεση του και ζήτησε με τον σχετικό λόγο της ανακοπής του, επικαλούμενο την άνω αοριστία και αναιτιολόγητο αυτού, τη μεταρρύθμιση του πίνακα κατατάξεως δανειστών και την κατάταξη του επ` αυτού.

Τα ανωτέρω δε αρκούσαν για το ορισμένο και νόμιμο της ανακοπής, αφού την αοριστία αυτή και το αναιτιολόγητο του πίνακα, οφείλουν να αποσαφηνίσουν οι καθ' ών η ανακοπή, οι οποίοι φέρουν το βάρος αποδείξεως, με την επίκληση στις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το ποσό που αφορά στα έξοδα του δικαστικού επιμελητή (έξοδα κατασχέσεως, έκδοση και κοινοποίηση επιταγής, έκδοση και κοινοποίηση προγραμμάτων, επιδόσεις εγγράφων κλπ), προσκομίζοντας παράλληλα προς απόδειξη του είδους, του μεγέθους και της δαπάνης των εξόδων αυτών, τα αντίστοιχα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν μπορούσαν να αποτελέσουν στοιχείο για την νομική βασιμότητα του σχετικού λόγου της ανακοπής, αφού, λόγω της αοριστίας και του αναιτιολόγητου του πίνακα ή της ειδικής πράξης που συνέταξε η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, η προαφαίρεση των εξόδων αυτών για λογαριασμό του δικαστικού επιμελητή, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα έγγραφα στοιχεία στο φάκελο του πλειστηριασμού που να τα δικαιολογούν, δεν μπορούσε να γνωρίζει το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανακοπή κατά τον ανωτέρω λόγο της ως νομικά αόριστη παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 432/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 432/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ