2255/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generated"Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Legislator headnote
AI generated2255/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου, όπως διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, η οποία δεν επιτρέπεται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα, εκτός της αιτήσεως αναιρέσεως, διαδικαστικά έγγραφα.
Full text
Απόφαση 2255 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2255/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του κλάδου Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ήτοι του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του κλάδου ασθενείας του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ (Τ.Α.Ξ.Υ.)" το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 2) Κ. Π. του Ζ., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βερβεσού και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Δ. Κ. του Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό και κατέθεσε προτάσεις, 4) Π. Ψ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βερβεσού και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 15/10/2006 (κύρια) και 1/3/2007 (παρεμπίπτουσα) αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2018/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 13/7/2012 αίτησή του και τον από 10/12/2012 πρόσθετο λόγο αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 635/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 7/6/2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου ανέγνωσε την από 31/1/2013 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αγγελικής Αλειφεροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13/7/2012 αιτήσεως αναιρέσεως και του από 10/12/2012 πρόσθετου λόγου αυτής. Ακολούθως ανέγνωσε την από 8/7/2013 εισήγησή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των από 8/7/2013 πρόσθετων λόγων της από 13/7/2012 αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. "Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), που συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, πρέπει, μεταξύ άλλων, να καθορίζονται και μάλιστα ενάριθμα οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, να εκτίθενται, έστω με συνοπτική αναφορά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια και όχι εντελώς αποσπασματικά και επιλεκτικά, τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (οι παραδοχές του), εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό (ένσταση), ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, δηλαδή τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση τους, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια και να παρέχεται η δυνατότητα εξειδίκευσης της αποδιδόμενης μομφής, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), που ιδρύεται ιδίως, όταν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή, ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τί συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει ή, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκεια τους- Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., αφού εκθέτει στο αναιρετήριο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του (Μονομελούς) Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και εν μέρει δεκτή η από 1-3-2007 αγωγή των ιδίων, η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, στη συνέχεια, εκτός των νομικών σκέψεων και νομολογίας του Αρείου Πάγου, που παραθέτει σχετικά με τις απόψεις του επί της υποθέσεως, με τον μοναδικό λόγο του κύριου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, επικαλούμενο ότι το Εφετείο έσφαλε ως προς την κρίση του, παραβιάζοντας ευθέως ή εκ πλαγίου τις αναφερόμενες διάσπαρτα στην αίτηση διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολ.Δ., όπως εσφαλμένα αναφέρεται σ' αυτήν, αλλά κατ' ορθή υπαγωγή από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (που αρμόζει κατά των αποφάσεων των Εφετείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ.
λόγοι, η περίπτωση του αριθμού 1 του οποίου ουσιαστικά ταυτίζεται με τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται, όταν ασκείται αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, περίπτωση που δεν συντρέχει επί του προκειμένου), για τη θεμελίωση των οποίων αναφέρει, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν συνδέονταν με το αναιρεσείον με υπαλληλική σχέση αλλά, βάσει του καταστατικού του, όπως κατά λέξη διαλαμβάνεται στην αίτηση, "έχουν συνάψει μία ή περισσότερες συμβάσεις έργου (παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών) ορισμένου χρόνου", ορισμένους όρους των οποίων παραθέτει και καταλήγει, ότι οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ήταν υποχρεωτικώς από το νόμο ορισμένου χρόνου και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν οι αναιρεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες τούτου (αναιρεσείοντος).
Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου (για ευθεία, άλλως εκ πλαγίου, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου), είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο, εκτός των νομικών σκέψεων που παρατίθενται για τη θεμελίωση του, του σύντομου διαδικαστικού ιστορικού της υποθέσεως και των απόψεων του αναιρεσείοντος για κάποια στοιχεία του νομικού και πραγματικού μέρους αυτής, δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα προαναφερόμενα αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία, ειδικότερα δε, όσον αφορά το πρώτο σκέλος αυτού (ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου) ουδόλως παρατίθενται, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του ότι το Εφετείο έκρινε επί της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά, που δέθηκε τούτο, ως αποδειχθέντα σε σχέση με τον καθένα από τους αναιρεσιβλήτους-ενάγοντες, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το δικόγραφο της αναιρέσεως να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, οπότε η μη αναφορά παντάπασι των παραδοχών του Δικαστηρίου της ουσίας δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ, όσον αφορά το δεύτερο, επικουρικό, σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως (εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου), αφενός μεν δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο στερεί νόμιμης βάσης την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν διευκρινίζεται, αν το επικαλούμενο σφάλμα συνιστά ανύπαρκτη, ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία ούτε εξηγείται, εφόσον πρόκειται περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, ποια είναι τα επί πλέον εκείνα περιστατικά, που έπρεπε να περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταστεί αυτή επαρκής ή, εφόσον πρόκειται περί αντιφατικών αιτιολογιών, σε τί ακριβώς συνίστανται οι (ουδόλως επικαλούμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση) αντιφάσεις, ποιες είναι συγκεκριμένα αυτές σε σχέση με τους επικληθέντες κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς και ενστάσεις και από πού προκύπτουν, αφετέρου δε δεν αναφέρονται, κατά τρόπο έστω συνοπτικό, αλλά με σαφήνεια και πληρότητα, όπως προεκτέθηκε, οι ουσιαστικές κρίσιμες πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ώστε να αποβαίνει εφικτή, με ασφάλεια, η διάγνωση της βασιμότητας του.
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου, όπως διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, η οποία δεν επιτρέπεται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα, εκτός της αιτήσεως αναιρέσεως, διαδικαστικά έγγραφα.
2. Στην παρ.6 του άρθρου 40 του α.ν.1846/1951, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.1 του ν.825/1978, ορίζεται ότι: "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ'ης κατέστησαν απαιτηταί. Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται.
Η ετήσια παραγραφή άρχεται από το τέλος του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις....Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Εξάλλου, στο άρθρο 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 " περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους", ορίζεται ότι: " Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθ.94 εδ. δ' του ιδίου νόμου, η παραγραφή αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές των υπαλλήλων του ΙΚΑ, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή οι ειδικές περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 15 παρ.2 του ν.4476/1965 και 7 του ν.825/1978, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις του ΙΚΑ υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 91 του ν.δ. 321/1969 και του αντίστοιχου άρθρου του ν. 2362/1995 (Ολ.
ΑΠ 158/1978, ΑΠ 517/2003, Σ.τ.Ε 199/2007). Και τούτο, διότι τα εν λόγω νομοθετήματα περί Δημοσίου Λογιστικού ρυθμίζουν την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπουν την εφαρμογή τους και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του ΙΚΑ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ.559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν εφαρμόζεται ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολομ. ΑΠ 7/2006, 4/2005 ). Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο του, από 10-12-2012, (πρώτου) δικογράφου των προσθέτων λόγων της υπό κρίση αιτήσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 94 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν 2362/1995, διότι, μολονότι οι επίδικες χρηματικές απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων έναντι του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, που αφορούσαν αξιώσεις από ακύρως καταγγελθείσες εκ μέρους του τελευταίου συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνέδεαν τους διαδίκους, καθώς και αποδοχές επιδομάτων δώρων και αδείας, είχαν υποπέσει στην προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις διετή παραγραφή, εν επιδικία, αφού από την έκδοση της μνημονευόμενης πρωτόδικης απόφασης (9-2-2009) μέχρι την κατάθεση της εφέσεώς τους (6-9-2011) είχε συμπληρωθεί ο χρόνος αυτής, εντούτοις η αγωγή έγινε δεκτή, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα αιτήματά της αυτά, χωρίς να ληφθεί υπόψην από το ουσιαστικό δικαστήριο, όπως είχε υποχρέωση, η εν λόγω περί παραγραφής ένσταση.
Όμως, οι συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν (αρθ. 94 σε συνδ. Με άρθ. 90 παρ. 3 ν2362/1995) και των οποίων γίνεται επίκληση για τη θεμελίωση του ανωτέρω λόγου, ρυθμίζουν ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων του Δημοσίου , κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις και δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί των αντιστοίχων χρηματικών αξιώσεων των υπαλλήλων του ΙΚΑ, δεδομένου ότι επί των εν λόγω χρηματικών απαιτήσεων κατά του τελευταίου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ισχύουν και εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΝ 1846/1951.
Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
3. Κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως, αντίγραφο δε του δικογράφου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Ως ημέρα συζητήσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται εκείνη που ορίσθηκε κατ' αρθρ. 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος, όχι δε οποιαδήποτε μεταγενέστερη προσδιορισθείσα (Ολ. ΑΠ 654/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 13-7-2012 αίτηση αναίρεσης, κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου Αθηνών, στις 13-7-2012 και με την από 10-12-2012 πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε, αρχικά, ως ημέρα συζήτησης αυτής η 12-2-2013, κατά την οποία και συζητήθηκε η υπόθεση, πλην όμως εκδόθηκε η 635/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, για τους σ' αυτήν αναφερόμενους λόγους, μετά την οποία φέρεται πλέον η υπόθεση προς συζήτηση με την από 21-5-2013 κλήση των αναιρεσιβλήτων.
Στις 9-7-2013 το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", το οποίο συνεχίζει τη δίκη, ως καθολικός διάδοχος του αναιρεσείοντος "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" (αρθ. 2 ν.3918/2011,29 παρ.1, 33 παρ. 9 ν3918/2011), κατέθεσε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 8-7-2013 (δεύτερο) δικόγραφο "συμπληρωματικών" προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Εφόσον, όμως, η πρώτη συζήτηση της αναίρεσης ήταν η 12-2-2013, και όχι η σημερινή (24-9-2013), για την οποία επαναπροσδιορίστηκε η συζήτηση της υπόθεσης κατόπιν κλήσεως των διαδίκων, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, διότι κατατέθηκαν όχι τριάντα μέρες πριν από την 12-2-2013, που ορίστηκε αρχικώς από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, αλλά πολύ μεταγενέστερα από αυτήν.
Κατόπιν τούτων πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθ.176,183 ΚΠολΔ) μειωμένα κατά τις διατάξεις των άρθ. 21παρ.9 του ν.1902/1990 και 22 παρ. 1 του ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2012 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" κα ήδη " Ε.Ο.Π.Υ.Υ", για αναίρεση της 2018/2012 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ