Supreme Court dismisses appeal against bank's refusal of employee severance pay under Greek labor law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Bank of Greece's appeal against the First Instance Court's ruling that an employee was entitled to statutory severance pay. The employee resigned shortly before reaching retirement age to claim the specific severance benefit, arguing this constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The court found no evidence of bad faith or abuse, noting the employee had no special reason to resign early and had accepted the payment without reservation. Consequently, the appeal was dismissed, and the bank was ordered to pay the employee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1 & 2 of Law 3198/1955; Art. 281 of the Civil Code: Employees meeting specific tenure and age criteria are entitled to statutory severance pay upon voluntary resignation with employer consent, and such claims are not considered an abuse of right merely because they are made shortly before reaching retirement age.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2253 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2253/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1674/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3533/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 21-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν.3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, αποζημιώσεως, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του αυτού Νόμου.
Με το εδάφιο β' του ιδίου άρθρου 8 του Ν 3198/1955, που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ 4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ 1 του Ν 435/1976 ορίζεται ότι μισθωτοί υπαγόμενοι στην ασφάλιση, οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως συμπληρώσαντες τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν λαμβάνοντες, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης του Ν. 2112/1920.
Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη) στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:
α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σ' εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.
Στη περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (Ολ ΑΠ 1110/86) β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου απαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού.
γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.
Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραιτήσεως του μισθωτού. Στη περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στη παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος, στις 11-12-1972 και, ενώ είχε το βαθμό του τμηματάρχη, υπέβαλε στις 9-11-2005 την παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για συνταξιοδότηση, που για τους έχοντες τον εν λόγω βαθμό είναι το 60ό έτος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19 του συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας.
Ότι η τελευταία αποδέχθηκε την παραίτηση αυτή με το υπ' αριθμ. 7934/24-11-2005 έγγραφο της Διευθύνσεως Διοικητικού- Τμήματος Διαχειρίσεως ανθρώπινου Δυναμικού αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του πιο πάνω Κανονισμού, δηλαδή εντός μηνός από της υποβολής της δηλώσεως περί παραιτήσεως. Ότι ενόψει του ότι στον εν λόγω Κανονισμό προβλεπόταν ως λόγος λύσεως της συμβάσεως εργασίας η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, η σύμβαση αυτή ήταν ορισμένου χρόνου, αλλά επειδή με τον ίδιο Κανονισμό προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσεως της συμβάσεως με μονομερή δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού, η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου με την δήλωση παραιτήσεώς του, την οποία και αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα, δηλαδή με τη συγκατάθεση της τελευταίας, κατέστη εξ αρχής αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια αυτός δικαιούται της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 του ν. 3198/1955 αποζημιώσεως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτό η σχετική από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που η αιτίαση αναφέρεται και στις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού, είναι απαράδεκτος διότι λόγω του χαρακτήρα του εν λόγω Κανονισμού ως συμβατικής ισχύος, ό,τι δέχτηκε το Εφετείο σχετικά με αυτόν αποτελούν ανέλεγκτες αναιρετικώς πραγματικές παραδοχές.
Με το άρθρο 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζες κλπ ή από το Ν. 2112, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωση, συνεπώς και αυτή, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α'του ν. 3198/1955, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δραχμές.
Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 Ν.Δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24 Ν. 1545/1985 και σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 Ν. 1876/1990. Εξάλλου, από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 άρθρ. 103 του Συντάγματος, όπως αυτές προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, προκύπτει ότι ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο.
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 περ. ε' του Ν. 1256/1982, ορίσθηκε ότι η αληθινή έννοια της παρ. 1 άρθρ. 9 του Ν. 1232/1982, είναι ότι στον δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται......ε) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρίες, στις οποίες, είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος.
Ενώ, με τη διάταξη του άρθρου 51 Ν. 1892/1990, με τίτλο "επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα" ορίζεται ότι ο κατά τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 6 Ν. 1256/1982, δηλαδή την προηγούμενη διάταξη, δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο...... δ) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, είτε στο σύνολο τους ή κατά πλειοψηφία.
Εξάλλου με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 4 του καταστατικού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που κυρώθηκε με το Ν. 3424/1927 και έχει ισχύ νόμου η Τράπεζα αυτή έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσόν που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, ποσοστό που αυξήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 34 Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου Καταστατικού ορίζεται ότι, πρωταρχικός σκοπός της Τράπεζας της Ελλάδος είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του γενικού επιπέδου τιμών και ότι με την επιφύλαξη του πρωταρχικού αυτού σκοπού η Τράπεζα στηρίζει τη γενική πολιτική της κυβέρνησης και με το άρθρο 2 παρ. 1 εδ.
α έως ζ του Καταστατικού της ορίζεται ότι κύριες αρμοδιότητες της Τράπεζας είναι α) η χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η πιστωτική πολιτική β) η άσκηση της πολιτικής της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής έναντι άλλων νομισμάτων, σύμφωνα με το πλαίσιο της συναλλαγματικής πολιτικής που προκρίνει η κυβέρνηση ύστερα από διαβουλεύσεις με την τράπεζα γ) η κατοχή και διαχείριση των επισήμων συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας, στα οποία περιλαμβάνονται τα σε συνάλλαγμα και χρυσό διαθέσιμα της Τράπεζας και του Δημοσίου και η ενέργεια πράξεων σε συνάλλαγμα, δ) η άσκηση εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων επιχειρήσεων και Οργανισμών του Χρηματοπιστωτικού Τομέα της οικονομίας, ε) η προώθηση και επίβλεψη της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών, καθώς και συστημάτων διαπραγματεύσεως, διακανονισμού και εκκαθαρίσεως εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων και λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων στ) το αποκλεισμό προνόμιο της έκδοσης τραπεζικών γραμματίων και ζ) η ενέργεια ως ταμία και εντολοδόχου του Δημοσίου.
Από τις παραπάνω διατάξεις, με τις οποίες καθορίζεται ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν η αναιρεσίβλητη Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, στο σύνολο της, ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν, κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου.
Ενόψει όμως και των προαναφερόμενων αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην αναιρεσίβλητη και των προνομίων που έχουν παραχωρηθεί σε αυτήν, από τη σύστασή της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, δεν είναι αυτή ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση εκ μέρους της των Τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου, ως προς την διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία (Ολ.
ΑΠ 1/2006)..
Συνεπώς το Εφετείο, που δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υπάλληλος της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία της στις 24-11-2005 δικαιούται την προβλεπόμενη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α Ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 Ν. 435/1976 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις.
Έτσι, ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η σχετική αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου γιατί τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, στον οποίο και θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί ευλόγως η πεποίθηση από τη συμπεριφορά του δικαιούχου ότι αυτός δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα προέβαλε στο Εφετείο την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, επικαλούμενη για τη θεμελίωσή της τα εξής περιστατικά:Ότι ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε την παραίτησή του ελάχιστο χρόνο πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου συνταξιοδοτήσεώς του, χωρίς να υφίσταται ιδιαίτερος λόγος και χωρίς να απειλούνται τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, ενώ εισέπραξε το σχετικό ποσό της αποζημιώσεως χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη ή να προβάλει περαιτέρω αξίωση σχετικά με το ύψος του οφειλόμενου ποσού και ότι ο λόγος της παραιτήσεώς του ήταν αποκλειστικά και μόνο η είσπραξη της αποζημιώσεως του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 την οποία δεν θα εισέπραττε αν ανέμενε την αυτοδίκαιη, με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, λύση της εργασιακής του σχέσεως.
Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν πληρούται το πραγματικό της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς το Εφετείο που απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε τον εν λόγω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο δε τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η σχετική αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3533/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Noεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ