Legislator Case Law & Legislation
2252/2014 AI generated

2252/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2252/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 24/9/2013 κρινόμενης αίτησης και των από 16/12/2013 προσθέτων λόγων αυτής για αναίρεση της 4320/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

2252/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 24-9-2013 αίτηση αναίρεσης και από 16-12-2013 πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 4320/2013 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2252 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2252/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Μιχαλίτση και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.", που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στεφανογιάννη Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 24/9/2013 κρινόμενης αίτησης και των από 16/12/2013 προσθέτων λόγων αυτής για αναίρεση της 4320/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Στη συνέχεια έλαβε το λόγο ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, ο οποίος ζήτησε την καταβολή της δικαστικής δαπάνης από το αντίδικο μέρος.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και επιφυλάχθηκε να αποφασίσει.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 24-9-2013 αίτηση αναίρεσης και από 16-12-2013 πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 4320/2013 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).

Η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 4320/2013 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε επί της από 22-1-2013 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 5624/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχαν απορριφθεί οι συνεκδικασθείσες από 4-8-2009 και 31-5-2010 αγωγές του.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων στην από 4-8-2009 αγωγή του ιστορούσε, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής "ότι ο ίδιος διατηρεί γραφείο παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι από το έτος 1988 συνεργάστηκε με την εναγομένη, φαρμακευτική εταιρεία για την προώθηση των συμφερόντων της στην Ελλάδα, Μ.

Ανατολή και Β. Αφρική, έχοντας προς τούτο λάβει από την τελευταία σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Ότι στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας τους υπογράφηκαν μεταξύ τους οι από 1-10-2005 και από 27-4-2006 έγγραφες συμβάσεις με τις οποίες, έναντι αμοιβής, ανέλαβε να παρέχει για μεν την πρώτη για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 30-9-2016, για δε τη δεύτερη από 1-7-2006 έως 30-6-2016 τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, στα θέματα που ειδικότερα αναφέρθηκαν ανωτέρω στην περιγραφή της από 31-5-2010 αγωγής και τα οποία αναλυτικά εκτίθενται και στην από 4-8-2009 αγωγή.

Ότι ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι η καταγγελία της από 1-10-2005 συμβάσεως δεν θα μπορούσε να γίνει πριν την 30-9-2015, καθώς και ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την εναγομένη μετά την παρέλευση της άνω ημερομηνίας θα επέφερε τη λύση της συμβάσεως με την καταβολή αποζημιώσεως ποσού 500.000 ευρώ στον ενάγοντα.

‘ Οτι επίσης, ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι η καταγγελία της από 27-4-2006 συμβάσεως δεν θα μπορούσε να γίνει πριν την 30-6-2015, καθώς και ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την εναγομένη μετά την παρέλευση της άνω ημερομηνίας θα επέφερε τη λύση της συμβάσεως με την καταβολή αποζημιώσεως ποσού 800.000 ευρώ στον ενάγοντα.

Ότι παρά ταύτα η εναγομένη, στις 15-12-2006, χωρίς λόγο κατήγγειλε, παράνομα και αντισυμβατικά τις παραπάνω συμβάσεις, κοινοποιώντας του την υπ’ αρ. .../13-12-2006 πράξη ανακλήσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Τ., με την οποία ανακάλεσε όλες τις ειδικές και γενικές εντολές που του είχε χορηγήσει είτε προφορικώς είτε εγγράφως.

‘ Οτι η παραπάνω πρόωρη, άκαιρη και αντισυμβατική καταγγελία των συμβάσεών του είναι άκυρη, την οποία ουδέποτε αποδέχθηκε". Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ο αναιρεσείων και μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη του οφείλει τα ποσά των 500.000 και 800.000 ευρώ ως συμφωνηθείσα μεταξύ τους αποζημίωση ένεκα της γενόμενης στις 15-12-2006 εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας των παραπάνω από 1-10-2005 και 27-4-2006 συμβάσεων αντίστοιχα και συνολικά 1.300.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από τις 15-12-2006.

Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, καθόσον, με βάση τους όρους των από 1-10-2005 και 27-4-2006 συμβάσεων, όπως αυτοί με σαφήνεια εκτίθενται στο δικόγραφό της, τα πιο πάνω χρηματικά ποσά οφείλονται μόνο στην περίπτωση λύσης των συμβάσεων με καταγγελία, η οποία θα γίνει μετά τις 30-9-2015 και 30-6-2015 αντίστοιχα και όχι σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας αυτών, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Ορθώς, επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την από 4-8-2009 αγωγή ως μη νόμιμη, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σημειώνεται ότι δεν τίθεται εν προκειμένω θέμα παραμόρφωσης εγγράφων, όπως υπολαμβάνει, έστω και επικουρικά, ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου και συγκεκριμένα των από 1-10-2005 και 27-4-2006 συμβάσεων, δοθέντος ότι το Εφετείο, όσον αφορά την από 4-8-2009 αγωγή, δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά την απέρριψε, όπως ειπώθηκε, ως μη νόμιμη.

Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013, ΑΠ 253/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα μεταξύ άλλων πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων διατηρεί επί της οδού ... γραφείο παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως επιχειρησιακού συμβούλου, εισαγωγές - εξαγωγές, εκπροσωπήσεις, δημόσιες σχέσεις.

Η εναγομένη (...), αποτελεί το Ελληνικό τμήμα πολυεθνικής επιχειρήσεως παραγωγής και διαθέσεως φαρμακευτικών και χημικών προϊόντων. Από το έτος 1988 ο ενάγων συνεργάστηκε με την εναγομένη, φαρμακευτική εταιρεία για την προώθηση των συμφερόντων της στην Ελλάδα, Μ. Ανατολή και Β. Αφρική, έχοντας προς τούτο λάβει από την τελευταία το υπ’ αρ. .../2-12-1991 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της Συμβ/φου Αθηνών, Α.

Τ., που του παρείχε τις ανάλογες εντολές. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας τους υπογράφηκαν μεταξύ τους οι κάτωθι συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών: 1) η από 7-9-2005 έγγραφη σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε, για το χρονικό διάστημα από την 7-9-2005 έως την 31-8-2008 αρχικά και έκτοτε, μετά από σχετική τροποποίηση, έως την 31-8-2016 :

α) την οργάνωση, προγραμματισμό και συντονισμό κάθε ενέργειας των τεχνικών ομάδων για την ανάληψη και εκτέλεση εργασιών που θα πραγματοποιούνταν στο εργοστάσιο της εναγομένης (...), με σκοπό την παραγωγική του αναβάθμιση στα πλαίσια του εγκεκριμένου επιχειρηματικού σχεδίου σύμφωνα με την υπ αρ. 19304/ΔΒΕ4917/ν.3299/04/05.09.05 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης/Γεν.

Γραμματεία Βιομηχανίας και β) την ευθύνη λήψεως όλων των αναγκαίων αδειών για την πραγματοποίηση όλων των παραπάνω εργασιών και των αναγκαίων αδειών για την λειτουργία για την παραγωγή των προϊόντων ..., έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής για τις υπό στοιχείο (α) υπηρεσίες ποσού 20.000 ευρώ, μηνιαίως, καθαρά μετά την αφαίρεση των φόρων και λοιπών παρακρατήσεων, καταβλητέας εντός δεκαπέντε ημερών από την έκδοση και παράδοση του αντίστοιχου φορολογικού παραστατικού, και για τις υπό στοιχείο (β) υπηρεσίες έναντι αμοιβής καθοριζομένης κατά περίπτωση ανάλογα με το αντικείμενο της πράξεως, 2) η από 1-10-2005 έγγραφη σύμβαση, δυνάμει της οποίας η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα και ο τελευταίος ανέλαβε, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 30-9-2016, να επιμελείται την εφαρμογή των διατάξεων του Αγορανομικού Κώδικα στις δραστηριότητες της εταιρείας ...

σχετικές με τη διαμόρφωση των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων, να παρακολουθεί την εφαρμογή και συμμόρφωση των δραστηριοτήτων της εταιρείας ... σε σχέση με τις υφιστάμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, ως και να υποδεικνύει τις θέσεις και προτάσεις τις οποίες θα πρέπει να κάνει η εταιρεία ... σε αναφορά τόσο των υφιστάμενων ρυθμίσεων, όσο και των δημοσιευμένων σχεδίων νομοθετικών ρυθμίσεων, την παρακολούθηση της εξελίξεως των διαφόρων σταδίων των υποβαλλομένων αιτήσεων τόσο ως προς την έγκριση κυκλοφορίας νέων προϊόντων, έγκρισης τροποποιήσεων υφισταμένων αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων, εγκρίσεων των τιμών νέων φαρμακευτικών προϊόντων και των εγκρίσεων μεταβολής τιμών των ήδη κυκλοφορούντων, και τέλος, να παρακολουθεί την ένταξη των φαρμακευτικών προϊόντων της εταιρείας ...

στους υπό έκδοση Πίνακες "..." φαρμακευτικών προϊόντων πού θα επιτρέπουν τη συνταγογράφηση (θετικές) ή θα απαγορεύουν τη συνταγογράφησή τους (αρνητικές) από τα ασφαλιστικά ταμεία, τα κρατικά νοσοκομεία και τα λοιπά δημόσια ιδρύματα, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 10.000 ευρώ μηνιαίως, καθαρά μετά την αφαίρεση των φόρων και λοιπών παρακρατήσεων, καταβλητέας εντός δεκαπέντε εργασίμων ημερών από την έκδοση και παράδοση του αντίστοιχου φορολογικού παραστατικού, καθώς και έναντι συμφωνηθείσας πρόσθετης αμοιβής (bonus), καθοριζομένης κατά περίπτωση ανάλογα με το επιτευχθέν έργο.

Επιπλέον, με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ τους ότι η καταγγελία της δεν θα μπορούσε να γίνει πριν την 30-9-2015, καθώς και ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την εναγομένη μετά την παρέλευση της άνω ημερομηνίας θα επέφερε τη λύση της συμβάσεως με την καταβολή αποζημιώσεως ποσού 500.000 ευρώ στον ενάγοντα και 3) η από 27-4-2006 έγγραφη σύμβαση με την οποία η εναγομένη του ανέθεσε και ο ενάγων ανέλαβε, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 30-6-2016, να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εκπρόσωπος της εταιρείας και ειδικός σύμβουλος σε θέματα και δραστηριότητες που αφορούν τις δημόσιες σχέσεις ...

με το Ελληνικό Δημόσιο, κρατικούς οργανισμούς και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ύψους 120.000 ευρώ ετησίως, καταβλητέας σε δύο εξαμηνιαίες δόσεις στην αρχή εκάστου εξαμήνου. Επιπλέον, με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ τους ότι η καταγγελία της δεν θα μπορούσε να γίνει πριν την 30-6-2015, καθώς και ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την εναγομένη μετά την παρέλευση της άνω ημερομηνίας θα επέφερε τη λύση της συμβάσεως με την καταβολή αποζημιώσεως ποσού 800.000 ευρώ στον ενάγοντα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 15-12-2006 η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την υπ’ αρ. .../13-12-2006 πράξη ανακλήσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Τ., με την οποία ανακάλεσε όλες τις γενικές και ειδικές εντολές που του είχε χορηγήσει είτε αυτές είχαν δοθεί με συμβολαιογραφικό είτε με απλό έγγραφο ή ακόμα και προφορικά, σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που αφορούσε αυτήν και κάλεσε τον ενάγοντα να μην προβεί σε καμία πράξη εκπροσωπήσεως της εταιρείας και σε καμία ενέργεια για λογαριασμό της.

Με την ανακλητική αυτή πράξη η εναγομένη, αν και στο περιεχόμενό της δεν χρησιμοποίησε ρητά τον όρο καταγγελία, στην πραγματικότητα κατήγγειλε την όλη συνεργασία της με τον ενάγοντα και τις τρεις παραπάνω συμβάσεις, δεδομένου ότι, έκτοτε ο τελευταίος ουδόλως είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει για λογαριασμό της και να παρέχει σε αυτήν τις συμφωνηθείσες με τις άνω συμβάσεις υπηρεσίες.

Η εν λόγω καταγγελία από πλευράς της εναγομένης έγινε διότι, μετά την αλλαγή του διευθύνοντος συμβούλου της τελευταίας, στα πλαίσια αναδιαρθρώσεως των υπηρεσιών της, επιλέχθηκε, ως πιο συμφέρουσα για την εταιρεία λύση, να παρέχονται πλέον από υπαλλήλους της εταιρείας και όχι από εξωτερικούς συμβούλους οι υπηρεσίες που, μέχρι τότε, παρείχε ο ενάγων, λόγος όμως που δεν κρίνεται σπουδαίος.

Συνεπώς, η καταγγελία των ανωτέρω, ορισμένου χρόνου, συμβάσεων παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών του ενάγοντος έγινε από την εναγομένη χωρίς σπουδαίο λόγο και ως εκ τούτου είναι άκυρη και δεν επέφερε τη λύση των εν λόγω συμβάσεων. Ακολούθως, στις 18 Ιανουαρίου 2007 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης συμβάσεων, με το οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν την πρόωρη λύση και των τριών ως άνω συμβάσεων.

Κατά δε την κατάρτιση του εν λόγω συμφωνητικού η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες υπηρεσίες του το ποσό των 100.000 ευρώ και πέραν τούτου δηλώθηκε ρητά στο ίδιο συμφωνητικό ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι δεν υπάρχουν εκατέρωθεν αξιώσεις λόγω των άνω συμβάσεων και ρητά και ανεπιφύλακτα δήλωσαν ότι ουδεμία άλλη απαίτηση οικονομική ή μη υφίσταται μεταξύ τους είτε άμεση είτε έμμεση και κυρίως από ενέργειες του ενάγοντος που είχαν σχέση με την ...

και τις δραστηριότητές της ή απαιτήσεις του ενάγοντος για τις υπηρεσίες του προς την ... ή για αποζημίωσή του λόγω των άνω λύσεων, παραιτουμένων των μερών ρητώς και ανεπιφυλάκτως από κάθε τέτοια απαίτηση ή τυχόν μέλλουσα τοιαύτη. Η παραπάνω παραίτηση του ενάγοντος από όλες τις απορρέουσες από τις επίδικες συμβάσεις αξιώσεις του και συνεπώς και από τις επικαλούμενες στην από 31-5-2010 αγωγή του αξιώσεις από δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας, ουδόλως είναι άκυρη, κατ’ άρθρο 679 του ΑΚ, καθόσον η εκ του άρθρου αυτού απαγόρευση, ναι μεν ισχύει και επί συμβάσεων παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, πλην όμως δεν ισχύει για μισθολογικές αξιώσεις του μισθωτού που υπερβαίνουν τα ελάχιστα προβλεπόμενα από κανόνες δημοσίας τάξεως όρια μισθολογικής προστασίας αυτού (ΑΠ 1554/2011, ΑΠ 1089/2006, ΑΠ 1373/2003, ΑΠ 843/2002, Εφ Θεσ 292/2012, Εφ Θεσ 144/2009 ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση που δεν προβλέπονται από το νόμο ελάχιστα όρια αμοιβών με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου για τις υπηρεσίες που παρείχε ο ενάγων στην εναγομένη βάσει των άνω συμβάσεων, δεν τίθεται θέμα ακυρότητας της εν λόγω παραιτήσεως, αφού με αυτήν δεν θίγονται τέτοιου είδους αξιώσεις του προβλεπόμενες από δημοσίου δικαίου διατάξεις, απορριπτομένου του σχετικού εκ του άρθρου 679 ΑΚ ισχυρισμού του ως μη νόμιμου.

Τέλος, ουδόλως αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από 18-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων βρισκόταν σε αδήριτη, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ικανοποιήσεώς της οικονομική ανάγκη, κατά την έννοια που απαιτεί για τη βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού η διάταξη του άρθρου 179 του ΑΚ.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα κατά δανειστή, αιτία και ποσά χρέη του ενάγοντος, ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο που υπογράφηκε το άνω συμφωνητικό. Ουδόλως κατέθεσαν συγκεκριμένα επί του θέματος τούτου, οι μάρτυρες, που εξετάστηκαν, με την επιμέλεια του ενάγοντος, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον της άνω Συμβ/φου στις υπ’ αρ. .../2013 προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

Ομοίως, τέτοια συγκεκριμένη αναφορά δεν γίνεται και στις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα υπ’ αρ. .../2011 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών, Α. Τ., οι οποίες, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η εκ μέρους δε, του ενάγοντος εξόφληση δανείου συνολικού ύψους 224.299 ευρώ προς την τράπεζα ...

Bank στις 22-2-2007, δεν αποδεικνύεται ότι αφορά σε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος κατά τον παραπάνω χρόνο και ότι δεν πρόκειται για δάνειο, που αυτός εκουσίως προεξόφλησε ολοσχερώς. Σε κάθε περίπτωση όμως, πέραν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διέθετε κατά το χρόνο υπογραφής του άνω συμφωνητικού σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία, με ρευστοποίηση μέρους της οποίας θα μπορούσε ευχερώς να αντιμετωπίσει την όποια τυχόν οικονομική του ανάγκη.

Ειδικότερα, τούτος, κατά τον παραπάνω χρόνο είχε στην κυριότητά του: 1) διαμέρισμα (υπ’ αρ. 20) 110 τμ, στον έκτο όροφο (ρετιρέ) της ευρισκομένης στην Αθήνα, επί της διασταυρώσεως των οδών ... πολυκατοικίας, 2) διαμέρισμα (υπ’ αρ. 4) 77,20 τμ, στον πρώτο όροφο της ευρισκομένης στην Αθήνα, επί της διασταυρώσεως των οδών ...

και ... πολυκατοικίας, 3) διαμέρισμα (υπό στοιχείο ...) 155, 15τμ, πρώτου ορόφου με αποθήκη στο υπόγειο 2,22 τμ επί της ευρισκομένης στην Αθήνα, στη διασταύρωση των οδών ... πολυκατοικίας, 4) διαμέρισμα (...) 107,70 τμ πρώτου ορόφου σε πολυκατοικία στην Αθήνα στη θέση "..." και επί της διασταυρώσεως των οδών ..., 5) διαμέρισμα (...) 77,20 τμ στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας, κειμένης στην Αθήνα επί της διασταυρώσεως των οδών ...

και ..., 6) διαμέρισμα (...) 76,15 τμ στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας, κειμένης στην Αθήνα επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., 7) την επικαρπία του υπό στοιχείο Α-3 διαμερίσματος 120 τμ στον πρώτο όροφο με αποθήκη στο υπόγειο πολυκατοικίας, κειμένης στην Αθήνα επί της διασταυρώσεως των οδών ..., 8) ισόγειο όροφο ποσοστού συνιδιοκτησίας 4/1000 και το δικαίωμα ανεγέρσεως τρίτου ορόφου ποσοστού συνιδιοκτησίας 43/1000 σε οικόπεδο εκτάσεως 1.505,60 τμ, ευρισκόμενο στο ..., 9) διαμέρισμα 133,27 τμ ισογείου ορόφου με στοιχεία ...

και το 1/3 των 100/1000 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, που αντιστοιχούν στο δικαίωμα ανεγέρσεως πάνω από τον ήδη υπάρχοντα δεύτερο όροφο μιας τριώροφης οικοδομής σε οικόπεδο στην Αθήνα, στη θέση "..." και επί των οδών ..., 10) την επικαρπία του ... διαμερίσματος 107,7 τμ, που βρίσκεται στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας, κειμένης στην Αθήνα επί της διασταυρώσεως των οδών ...

και ..., 11) διαμέρισμα (...) 83,41 τμ στον δεύτερο όροφο της τριώροφης με δώμα οικοδομής που βρίσκεται στην Πάτρα, επί της συμβολής των ..., 12) διαμέρισμα (...) 83,68 τμ στον δεύτερο όροφο της τριώροφης με δώμα οικοδομής που βρίσκεται στην Πάτρα, επί της συμβολής των ..., 13) διαμέρισμα (...) 68,39 τμ στον τρίτο όροφο της τριώροφης με δώμα οικοδομής που βρίσκεται στην Πάτρα, επί της συμβολής των ..., 14) οικότοπο (άρτιο και οικοδομήσιμο) στη ζώνη οικισμού Κοινότητας ..., εκτάσεως 2.713,97 τμ εντός της ζώνης των 800 μέτρων από το κέντρο της Κοινότητας, 15) ξερικό αγροτεμάχιο στη θέση "...

κτηματικής περιφέρειας δ.δ. ..., Δήμου ..., εκτάσεως 9.545,51 τμ, εκτός των ορίων οικισμού και σχεδίου πόλεως και εκτός της ζώνης των 500 μέτρων, άρτιο και οικοδομήσιμο και 16) οικόπεδο στη θέση ... δ.δ. ..., Δήμου ... εκτάσεως 4.009,62 τμ, εκτός σχεδίου πόλεως και οικισμού και εκτός ζώνης των 500 μέτρων, χωρίς δένδρα, μη αρδευόμενο.

Την συνολική αξία της περιουσίας του ο ίδιος ο ενάγων προσδιορίζει σε 500.000 ευρώ (βλ. τις κατατεθείσες στο Δικαστήριο τούτο προτάσεις του, σελ. 14). Κατόπιν τούτων δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατά την κατάρτιση του από 18-1-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμεταλλεύτηκε κάποια οικονομική ανάγκη του ενάγοντος, γι’ αυτό και η σχετικώς προβληθείσα αντένσταση του ενάγοντος, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 179 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνεπώς, ο ενάγων με το από 18-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπέγραψε, εγκύρως παραιτήθηκε από όλες τις απορρέουσες από τις τρεις ένδικες συμβάσεις αξιώσεις του και επομένως και από τις επιδιωκόμενες με την από 31-5-2010 αγωγή του, μη υφισταμένης υποχρεώσεως της εναγομένης να καταβάλει σε αυτόν τα αιτούμενα με την αγωγή αυτή ποσά, γενομένης δεκτής της σχετικής ενστάσεως της τελευταίας, ως και ουσιαστικά βάσιμης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, το οποίο, ας σημειωθεί, είχε δεχθεί την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα είχε απορρίψει την από 31-5-2010 αγωγή ως μη νόμιμη, ενώ αυτή ήταν ορισμένη και νόμιμη, αφού διακράτησε την υπόθεση, την απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Πλέον συγκεκριμένα στην κρίση του αυτή οδηγήθηκε, αφού έκρινε α) ότι ο αναιρεσείων, με το από 18-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και υπογράφηκε από αυτούς, παραιτήθηκε από όλες τις αξιώσεις του που απέρρεαν από τις τρεις επίμαχες συμβάσεις, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται και οι επίδικες, έλαβε δε το ποσό των 100.000 ευρώ για τις μέχρι την ημερομηνία αυτή παρασχεθείσες στην αναιρεσίβλητη υπηρεσίες του, β) ότι στο συγκεκριμένο συμφωνητικό δηλώθηκε από τα συμβληθέντα μέρη, ρητά και ανεπιφύλακτα, ότι δεν υπάρχουν εκατέρωθεν αξιώσεις από τη λειτουργία των ανωτέρω συμβάσεων, γ) ότι η ως άνω παραίτηση του αναιρεσείοντος είναι έγκυρη, καθόσον δεν προβλέπονται από το νόμο ελάχιστα όρια αμοιβών για τις υπηρεσίες που παρείχε ο αναιρεσείων στην αναιρεσίβλητη στα πλαίσια των συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί μεταξύ τους, έτσι ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 679 ΑΚ και δ) ότι, κατά το χρόνο που καταρτίστηκε και υπογράφηκε το από 18-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο αναιρεσείων δεν βρισκόταν σε "αδήριτη, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ικανοποιήσεώς της οικονομική ανάγκη", ενώ είχε στην κυριότητά του σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία, την οποία ο ίδιος, κατά τα διαλαμβανόμενα στις έγγραφες προτάσεις του, προσδιόριζε σε 500.000 ευρώ.

Κατόπιν τούτων, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επί πλέον ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του εκείνο, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς και οι πρώτος, έκτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από την ίδια ως άνω διάταξη αιτίαση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο α) η από 17-1-2007 ένορκη βεβαίωση που έδωσε ο ίδιος ο αναιρεσείων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ. και β) το αποσταλέν προς αυτόν από την αναιρεσίβλητη στις 24-11-2006 προς υπογραφή χωρίς ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο έφερε μόνο την υπογραφή του Διευθύνοντος Συμβούλου της Κ.

Ο.. Με το δεύτερο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από την ίδια ως άνω διάταξη αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε την προαναφερθείσα από 17-1-2007 ένορκη βεβαίωση του ιδίου του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, με τον τρίτο των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από την ίδια, κατ’ εκτίμηση, διάταξη πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις από 17-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του Σ.

Λ. και Π. Μ. ενώπιον Συμβολαιογράφου. Με τον τέταρτο των προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ένδικες αγωγές, τις προτάσεις του και την έφεσή του, καθώς και την υπ’ αριθμ. ...8-3-2007 διπλότυπη απόδειξή του, ποσού 100.000 ευρώ, την από 18-1-2007 απόδειξη και την προαναφερθείσα από 17-1-2007 ένορκη βεβαίωση του ιδίου του αναιρεσείοντος.

Τέλος, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από την ίδια όπως παραπάνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 17-1-2007 ένορκη βεβαίωσή του. Όμως, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως εκείνου του Δικαστηρίου, όπως αυτές εκτιμώνται κατά το βαθμό γνώσεως και αξιοπιστίας καθενός από αυτούς, από τις υπ’ αρ. .../17-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν, με την επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών, Α.

Τ., μετά από νομότυπη κλήση της εναγομένης (βλ. την υπ’ αρ. .../12-4-2013 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Δ. Α.), ενώ οι προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα υπ’ αρ. .../2011 και η προσκομιζόμενη από την εναγομένη υπ’ αρ. .../20-4-2011 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών, Α.

Τ. οι δύο πρώτες και ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών, Σ. Τ. η τρίτη, για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη επί της άλλης, από 4-8-2009, αγωγής, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο απόφασης, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα.

Σημειώνεται εδώ ότι η από η από 17-1-2007 ένορκη βεβαίωση που έδωσε ο ίδιος ο αναιρεσείων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ., δεν αποτελεί αυτοτελές (ιδιαίτερο) αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η ειδική αναφορά της στην προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι η επικαλούμενη με τον τέταρτο των προσθέτων λόγων μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ένδικων αγωγών, των προτάσεων του αναιρεσείοντος και της έφεσής του δεν στοιχειοθετεί τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, καθόσον δεν πρόκειται περί αποδεικτικών αλλά περί διαδικαστικών εγγράφων.

Κατόπιν τούτων, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, καθώς και οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 89/2013).

Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα πραγματικά περιστατικά, θεμελιωτικά αντένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, προς απόκρουση ένστασης στηριζομένης στο άρθρο 454 ΑΚ, που είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη και τα οποία διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή, στην οποία ιστορούσε επί λέξει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Είχα οργανωμένο γραφείο με ανειλημμένες υποχρεώσεις, όπως προσωπικό το οποίο θα ήμουν υποχρεωμένος να απολύσω και να καταβάλω τις ανάλογες αποζημιώσεις , δανειακές υποχρεώσεις σε τράπεζες (ποσού 224.999,13 ευρώ το οποίο εξοφλήθη την 22-2-2007) και τρίτα πρόσωπα, από τα οποία πιεζόμην καθημερινά για την εξόφληση ανειλημμένων συναλλαγματικών υποχρεώσεων, τρέχοντες λογαριασμούς σε Ι.Κ.Α.

Τ.Ε.Β.Ε, Α.Ε.Η, Ο.Τ.Ε, Ε.Υ.Α., προβλήματα υγείας, .... Έτσι αναγκάστηκα και υπέγραψα την από 18/1/2007 απόδειξη παραλαβής μέρους των οφειλομένων με ενσωματωμένη τη φράση λύση συμβάσεων εισπράττοντας το εξευτελιστικό ποσό των 100.000 ευρώ από ένα σύνολο 187.500 ευρώ δεδουλευμένων και οφειλομένων..., χωρίς την πραγματική βούληση μου, μόνο και μόνο για να καταβάλω μέρος των πιεστικών οφειλών μου.

Τις ανάγκες μου αυτές γνώριζαν κάλλιστα οι εκπρόσωποι της εναγομένης και με εξανάγκασαν και εξαναγκάστηκα παρά τη θέληση μου, προκειμένου να εισπράξω μέρος των δεδουλευμένων αμοιβών για την παροχή των υπηρεσιών μου, να υπογράψω την άκυρη, παράνομη, αντισυναλλακτική και καταχρηστική απόδειξη παραλαβής μέρους των οφειλομένων, που στο κείμενο της είχε ενσωματωμένη και τη φράση "λύση των συμβάσεων".

Από την όλη και τελείως αιφνιδιαστική, παράνομη και καταχρηστική άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών μου από την εναγομένη βρέθηκα σε απελπιστική κατάσταση λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων και των πιέσεων από τράπεζες και ιδιώτες, γι’ αυτό εξαναγκάστηκα να πουλήσω ακίνητο (με το υπ’ αριθμ. ...8.2.2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

θυγ. Φ. Π. ), που ανήκε τόσο σε μένα, όσο το χειρότερο και στα δύο παιδιά μου (από τα οποία και το στέρησα) αμέσως και μάλιστα εντός εικοσαημέρου, προκειμένου να καλύψω μέρος των οφειλομένων υποχρεώσεων μου, ενώ η εναγομένη δεν συγκινήθηκε παρ’ όλες τις επανειλημμένες οχλήσεις μου να μου καταβάλει το σύνολο των οφειλομένων προς εμένα δεδουλευμένων εξ ευρώ 187.500.

Η εναγομένη με εξανάγκασε και εξαναγκάστηκα να προσέλθω για την υπογραφή της παραλαβής μέρους των οφειλομένων με σκοπό να αναγκαστώ έτσι να υπογράψω το συνταχθέν κείμενο της απόδειξης παραλαβής από τη ... το οποίο η ίδια ονόμασε και "λύση συμβάσεων", χωρίς να έχει εκπληρώσει όλες τις εκ του νόμου προβλεπόμενες από τις συμβάσεις υποχρεώσεις έως το 2016, βάσει της πρόωρης και άκυρης καταγγελίας (15-12-2006) και της καταβολής των μισθών υπερημερίας και των αποζημιώσεων, όπως προβλέπουν οι τρεις συμβάσεις με τις οποίες έχει δεσμευθεί και έχει υπογράψει και η αντίδικος, συμβάσεις οι οποίες είναι ισχυρές και απρόσβλητες έως το έτος 2016" και με βάση τα οποία (περιστατικά) ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή του από 18-1-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού είναι καταχρηστική και υπερβαίνει τα όρια που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον δεν είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησής του, αλλά επιτεύχθηκε κατόπιν εξαναγκασμού του, που έθεσε σε άμεσο κίνδυνο την περιουσιακή του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ’ ουσίαν το ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τον συγκροτούν.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους από 16-12-2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ