Supreme Court dismisses appeal against European Arrest Warrant execution due to lack of retrial safeguards and missing surrender request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal's decision to execute a Bulgarian European Arrest Warrant. The appellant argued that the original Bulgarian trial was conducted in absentia without sufficient guarantees for a retrial, while the prosecution contended the warrant should be executed. The court rejected the retrial argument because Bulgaria provided adequate legal safeguards for a new trial, and dismissed the surrender argument because the Greek state had not formally requested the execution of the sentence domestically.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 3251/2004, άρθρο 1 παρ. 1; άρθρο 12 εδ. ε': The execution of a European Arrest Warrant is permitted even if the original trial was in absentia, provided the issuing state guarantees a retrial, and the executing state must formally request the execution of the sentence domestically to invoke the surrender exception.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2252 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2252/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποιν. Τμήμα - (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 και 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Πιτσινή, κατά της 165/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 7 Μαϊου 2007 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μπιάλα περιφέρειας Ρούσε της Βουλγαρίας εις βάρος του ανωτέρω εκκαλούντος - εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Πατρών την με αριθμό και ημερομηνία 1/18-6-2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως αυτού Ευγενίας Κεπενού, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1123/2008.
Αφού άκουσε και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκζητουμένου που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκτελέσει το εν λόγω Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον 'Αρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης.
Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως η υπό κρίση 1/2008, νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Πατρών ασκηθείσα έφεση κατά της 165/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του από 7-5-2007 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Μπιάλα Βουλγαρίας, που εκδόθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 169/10-12-2001 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Μπιάλα Βουλγαρίας κατά του εκκαλούντος Χ, πρέπει να γίνει τυπική δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του πιο πάνω Ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία.
Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και 5) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.
Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον 'Αρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ.
α' του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ.
β` της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του τόπου έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα:
Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
Στην προκειμένη περίπτωση από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο παραστάς συνήγορος του εκκαλούντος προφορικά στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την εκκαλούμενη απόφασή του, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών αποφάσισε την εκτέλεση του από 7-5-2007 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Μπιάλα Βουλγαρίας, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 169/10-12-2001 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Μπιάλα Βουλγαρίας , κατά του Βουλγάρου υπηκόου και ήδη διαμένοντος στην Ελλάδα Χ.
Το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση περιέχει όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν. 3251/2004 στοιχεία, δεν αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 1 παρ.2 του ίδιου νόμου, εκδόθηκε δε προκειμένου να εκτελεσθεί κατά του εκκαλούντος ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, η οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν, με την άνω απόφαση, για το έγκλημα της κλοπής που διαπράχθηκε από τον εκκαλούντα και τον συγκατηγορούμενό του Α στο χωριό .....
στις 15-12-1996. Το τελευταίο έγκλημα προβλέπεται από το άρθρο 196 περ. 5 του Ποινικού Κώδικα του εκζητούντος Κράτους και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή φυλακίσεως διαρκείας τριών ετών κατ' ανώτατο όριο.
Συνεπώς, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση το διττό αξιόποινο που επιβάλλουν για το επιτρεπτό της έκδοσης αφενός και της εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης αφετέρου οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 παρ.1 εδαφ. α' και β'του Ν. 3251/2004,, αφού η επιβληθείσα στον εκζητούμενο ποινή είναι διάρκειας τεσσάρων (4) μηνών, (άρθρο 5) κατά δε τον ελληνικό ποινικό νόμο η ίδια πράξη, ως ορίζεται στο άρθρο 10 παρ.1, προβλέπεται και τιμωρείται και ως πλημμέλημα αλλά και σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 372 παρ.1 και 374 παρ. 1δ του ΠΚ).
Εξάλλου, δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ίδιου νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητας να απαγορευθεί η εκτέλεσή του, για την προαναφερόμενη πράξη. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το ανωτέρω ευρωπαικό ένταλμα συλλήψεως δεν περιέχει τα υπό του ως άνω νόμου απαραίτητα στοιχεία για το λόγο ότι τούτο δεν έχει μεταφρασθεί στην Ελληνική γλώσσα καθόσον δεν αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή, και επομένως δεν πρέπει να εκδοθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον τούτο προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση αναφέρεται δε και το όνομα του μεταφραστή.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.δ του ν. 3251/2004 η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαικού εντάλματος συλλήψεως αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος αν έχει επελθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών ποινικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το ανωτέρω ένταλμα σύλληψης προκύπτει ότι ο εκζητούμενος είναι Βούλγαρος υπήκοος και η αξιόποινη πράξη της κλοπής για την οποία καταδικάσθηκε τελέστηκε στη Βουλγαρία .
Συνεπώς η αξιόποινη αυτή πράξη σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών και ανεξάρτητα της παραγραφής ή μη αυτής ή της ποινής δεν απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος συλλήψεως και ο συναφής λόγος εφέσεως με τον οποίο επαναφέρεται ο πρωτοδίκως και σιγή απορριφθείς ισχυρισμός όπως αυτός εκτιμάται ότι δεν μπορεί το ανωτέρω ένταλμα να εκτελεσθεί διότι πρόκειται περί κλοπής ευτελούς αξίας η οποία έχει παραγραφεί είναι αβάσιμος .
Για την επίτευξη του στόχου που θέτει το άρθρο 2 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ενωσης ως "χώρου ασφάλειας και δικαιοσύνης" που αποτελεί μείζονα προτεραιότητα, τόσο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όσο και των Κρατών μελών, η Επιτροπή υπέβαλε προς το Συμβούλιο την υπ' αριθ. 14867/1/01 REV της 6ης Δεκεμβρίου 2001 "πρόταση-πλαίσιο" για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τη διαδικασία παράδοσης μεταξύ των Κρατών μελών, την οποία πρόταση υιοθέτησε το Συμβούλιο με την από 13.6.2002 απόφαση-πλαίσιο.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 της εν λόγω απόφασης-πλαίσιο "Το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος της προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας".
Κατά δε το άρθρο 6 παρ. 1 και 3 αυτής "1. Η δικαστική αρχή έκδοσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους. .... 3. Κάθε Κράτος μέλος ενημερώνει Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου σχετικά με τη δικαστική αρχή που είναι αρμόδια σύμφωνα με το εσωτερικό της δίκαιο".
Η Ελληνική Δημοκρατία, υλοποίησε την αναληφθείσα υποχρέωσή της περί εφαρμογής της άνω απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δια της εισαγωγής του ν. 3251/2004 που προαναφέρθηκε. Κατά το άρθρο 1 του νόμου αυτού "Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας:
α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο ήδη έχει αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Από τις ανωτέρω διατάξεις του εσωτερικού μας δικαίου, θεωρούμενες υπό το πρίσμα, αφενός μιας αποτελεσματικής συνεργασίας για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ενιαίου δικαστικού χώρου και αφετέρου του υπάρχοντος διαφορισμού των νομικών συστημάτων των Κρατών μελών, αφού δεν έχει επιτευχθεί, στο παρόν στάδιο, η εναρμόνιση των εθνικών δικαίων, η ιδιότητα της εκδούσας το ένταλμα σύλληψης αρχής ως "δικαστικής" ερευνάται εκάστοτε, με βάση το νομικό σύστημα του Κράτους έκδοσης και όχι του Κράτους εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος, όπως άλλωστε και στο άρθρο 6 παρ. 1 και 3 της απόφασης-πλαίσιο που παρατέθηκε ορίζεται.
Ο χαρακτηρισμός λοιπόν της αλλοδαπής αρχής ως "δικαστικής" ανήκει στο νομικό σύστημα του Κράτους μέλους που εξέδωσε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και δεν ήρτηται αποκλειστικά από τις δικαιϊκές αντιλήψεις που επικρατούν στο Κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η εκτέλεση.
Συνεπώς ο λόγος εφέσεως με τον οποίο επαναφέρεται ο ισχυρισμός ότι το ένταλμα συλλήψεως εκδόθηκε από αναρμόδιο Εισαγγελέα και δη τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3251/2004 έπρεπε να εκδοθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών είναι αβάσιμος καθόσον το ποίος είναι αρμόδιος για την έκδοση τούτου ερευνάται με βάση το νομικό σύστημα του Βουλγαρικού Κράτους που το εξέδωσε και όχι του Ελληνικού Κράτους που είναι το κράτος εκτέλεσης αυτού.
Περαιτέρω, στο άρθρο 13 του Ν. 3251/2004, ορίζεται ότι "αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής που έχει επιβληθεί με απόφαση εκδοθείσα ερήμην του εκζητούμενου και το πρόσωπο αυτό δεν είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως ούτε είχε ενημερωθεί κατ' άλλον τρόπο σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην ερήμην του απόφαση, η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος θα παράσχει επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο εκζητούμενος θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να δικασθεί εκ νέου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και να παρίσταται στην λήψη της αποφάσεως".
Στην προκείμενη περίπτωση, από το προαναφερόμενο ένταλμα σύλληψης προκύπτει α) ότι ο εκζητούμενος δεν παρέστη στη δίκη κατά την οποία την 10-12-2001 εκδόθηκε εις βάρος του η υπ' αριθμ. 169/10-12-2001 απόφαση του Πρωτοδικείου Μπιάλα, και β) οι κανόνες της Βουλγαρικής νομοθεσίας σχετικά με την επανάληψη ποινικών δικών από τον καταδικασθέντα ερήμην - στο κεφ.χχχιιι του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και όλα τα παρεπ.
σε σχέση μ' αυτό, εγγυώνται την επαναληπτική εκδίκαση της υπόθεσης με το δικαίωμα υπεράσπισης και δίκαιης δίκης .
Συνεπώς, και με δεδομένο ότι η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος παρέχει επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο εκζητούμενος θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να δικασθεί εκ νέου στο Βουλγαρικό κράτος και να παρίσταται στην λήψη της αποφάσεως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως και ο συναφής λόγος εφέσεως με τον οποίο επαναφέρεται ο πρωτοδίκως υποβληθείς και απορριφθείς σχετικός ισχυρισμός είναι αβάσιμος.
Τέλος, στο άρθρο 12 εδάφιο ε' του Ν. 3251/2004 ορίζεται ότι "η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους".
Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής από το αρμόδιο να αποφασίσει σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαστήριο, προϋποθέτει ότι η ελληνική πολιτεία, η οποία και κινεί τη διαδικασία της εκτέλεσης του εντάλματος, θα υποβάλλει μετά ταύτα στο κατά τα άνω αρμόδιο δικαστήριο, σαφή αίτηση-δήλωση, στην οποία αφού διαγιγνώσκει τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως, θα αναλαμβάνει την υποχρέωση εκτέλεσης της ποινής στην ημεδαπή και θα ζητεί την, για τον λόγο αυτό, μη εκτέλεση του εντάλματος.
Περί του ζητήματος αυτού, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει η υποβολή της κατά τα ανωτέρω αίτησης-δήλωσης εκ μέρους της πολιτείας.
Συνεπώς, και ο πέμπτος και τελευταίος λόγος εφέσεως με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού του είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παραπάνω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, γι' αυτό και το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάνθηκε υπέρ της εκτελέσεως εκείνου, δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/18-6-2008 έφεση του Χ κατά της υπ' αριθμ. 165/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ