Supreme Court dismisses appeal on contract termination and evidence sufficiency grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final 2002 appeal judgment regarding a construction contract dispute. The court found the lower court correctly applied the law to reject the contract's reversal due to material defects and properly evaluated the evidence presented. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 688, 306 of the Civil Code; Articles 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: The court may reject an appeal when the lower court correctly applies statutory rules regarding contract defects and evidence evaluation, provided the appeal fails to demonstrate specific legal errors or insufficient evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2251 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2251/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αντωνόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΥΨΩΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "Α. Π. ΑΒΕΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, διάδοχος από νόμιμα καταχωρημένη και δημοσιευμένη μετατροπή της αρχικά αναιρεσίβλητης Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΠ. Π. & ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μπίρδα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 19/1/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2002 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/10/2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/1/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 320/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την απόφαση του δέχθηκε τις από 10.12.1998 και 26.5.2000 δυο αντίθετες εφέσεις του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 121/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.
Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε εν μέρει ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά ως ουσία αβάσιμη η από 1.9.1997 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή, ισχυριζόμενη ότι εκτέλεσε και παρέδωσε εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα το έργο που της ανέθεσε, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αντίδικος της να της καταβάλει νομιμοτόκως το ανεξόφλητο υπόλοιπο της συμφωνημένης, αλλά και της πρόσθετης αμοιβής της για επιπλέον εργασίες, δηλαδή 2.656.800 δραχμές, καθώς και 40.000 δραχμές για έξοδα σύνταξης και επίδοσης σ' αυτόν της από 13.6.1997 εξώδικης διαμαρτυρίας της.
Με την ίδια οριστική απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 19.1.1998 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά την επικουρική βάση της και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ' αυτόν νομιμοτόκως το ποσό των 158.000 δραχμών, κατά το οποίο η αμοιβή που της κατέβαλε υπερέβη την πράγματι οφειλόμενη σ' αυτήν αμοιβή, μειούμενη κατά 2.242.000 δραχμές λόγω των κακοτεχνιών και των ελαττωμάτων του έργου που αυτή εκτέλεσε.
Το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του εν μέρει ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά ως ουσία αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αντίδικο της να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό του 1.996.000 δραχμών ή 5.857,69 ευρώ, ως ανεξόφλητο υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009).
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 του ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρ. 371 - 373 του ΑΚ (883/2011).
Αντίθετα η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688 - 690 του ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 183/2011).
Συνεπώς και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνημένου έργου, εφόσον κριθεί ως απλή έλλειψη και όχι ως διαφορετικό έργο σε σύγκριση με το όλο, υποχρεώνει τον εργοδότη σε αποδοχή του προσφερόμενου μέρους και σε καταβολή της αμοιβής. Εξάλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν ιη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561§2) προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη το ανεξόφλητο υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής της για το έργο της εγκατάστασης από αυτήν ανελκυστήρα στην τριώροφη οικοδομή του αναιρεσείοντος, στην οδό ..., στην πόλη της Καρδίτσας δέχθηκε μεν ότι το έργο αυτό είχε κατά το χρόνο της εμπρόθεσμης παράδοσής του στον αναιρεσείοντα, στις 15.2.1997, ελαττώματα, τα οποία όμως ήταν κατά την προσβαλλόμενη απόφαση επουσιώδη και όχι ουσιώδη, γι' αυτό και απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση αναστροφής της μεταξύ τους σύμβασης έργου, αλλά και την ένδικη αγωγή του τόσο κατά την αντίστοιχη κύρια βάση της, όσο και κατά την επικουρική βάση της με αίτημα τη μείωση της συμφωνημένης αμοιβής της αναιρεσίβλητης, εφόσον δεν γινόταν δεκτή η αναστροφή της σύμβασής τους, κρίνοντας, το Εφετείο, ότι δικαίωμα αναστροφής δεν παρέχεται κατά το άρθρ. 688 του ΑΚ σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων, αλλά μόνο δικαίωμα διόρθωσης αυτών ή ανάλογης μείωσης της οφειλόμενης αμοιβής, η οποία, όμως, μείωση δεν ήταν πλέον στη συγκεκριμένη περίπτωση δυνατή μετά την κατά το άρθρ. 306 του ΑΚ αμετάκλητη επιλογή από τον αναιρεσείοντα του δικαιώματος αναστροφής της σύμβασης τους.
Η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφής και δικαιολογεί, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, την καταβολή στην αναιρεσίβλητη της συμφωνημένης αμοιβής της, την οποία, συνεπώς, ορθά εφαρμόζοντας το νόμο και με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επιδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανεξόφλητο μέρος της στην αναιρεσίβλητη, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Αβάσιμος επίσης και απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος της ίδιας αίτησης από τον αριθμό, κατ' εκτίμηση, 9β (και όχι και 15) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, μολονότι σχετικό αίτημα δεν διατυπώθηκε με την έφεση της αναιρεσίβλητης, αφού, αντίθετα με όσα αυτός υποστηρίζει, η αναιρεσίβλητη προσέβαλε με την έφεση της την πρωτόδικη απόφαση και κατά το κεφάλαιο της αγωγής του και ρητά ζήτησε την εξαφάνισή της και κατά το κεφάλαιο αυτό και την ολοσχερή ακολούθως απόρριψη της αγωγής του, την οποία ρητά επίσης και στον πρώτο βαθμό αρνήθηκε, όπως άλλωστε και τις ενστάσεις του αντιδίκου της κατά της δικής της αγωγής.
Εξάλλου ως εντελώς αόριστος και συνεπώς ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την εφετειακή απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β και 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι η απόφαση αυτή δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτός με επίκληση προσκόμισε, ενώ παραβίασε και τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, χωρίς ωστόσο ο αναιρεσείων να προσδιορίζει ποια αποδεικτικά μέσα παρέλειψε το Εφετείο να λάβει υπόψη του, από όσα αυτός με επίκληση προσκόμισε και ποιών αποδεικτικών μέσων παραβίασε την αποδεικτική δύναμη, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1098/2011).
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ