Supreme Court allows appeal on contract work contract, remanding case due to failure to address specific legal argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a second-instance judgment regarding a construction contract dispute. The court found that the lower court failed to address the appellant's specific argument concerning a contractual cap on cost overruns, rendering that legal ground inadmissible. Consequently, the judgment was annulled and the case remanded for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A judgment is annulled and remanded if the court of second instance fails to address a specific legal argument raised by the appellant, thereby depriving the appellant of the opportunity to have that argument fully examined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2251 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2251/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Γεράσιμο Φουρλάνο Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " …" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδάκη και Γεώργιο Κωστόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τεχνική Αθηνών ΑΕΒΕ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μπίρη.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " …" με διακριτικό τίτλο " …" που εδρεύει στο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μπριντάκη.
Υπέρ της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2293/2004 μη οριστική, 7046/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6256/2008 μη οριστική και 5398/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-11-2010 αίτησή της και τους από 7-3-2012 πρόσθετους λόγους.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 19-3-2012 πρόσθετη παρέμβαση της ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 16-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαραδέκτων των προσθέτων λόγων έφεσης άλλως αν δηλαδή αυτοί αποδειχθούν παραδεκτοί: Εισηγούμαι την αποδοχή του από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ πρώτου κυρίου λόγου της αναιρέσεως β) την με στοιχείο Α3 πρόσθετου λόγου αναίρεσης γ) την αποδοχή του με στοιχείο Δ πρόσθετου λόγου αναίρεσης , την απόρριψη, όλων εν γένει των λοιπών κύριων και προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετοι αυτής λόγοι, κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για διαφορά μεταξύ των διαδίκων πηγάζοντα από σύμβαση έργου, και, ειδικότερα, από αξίωση της ήδη αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, για ανάληψη της εργολαβικής της αμοιβής. Κατ'αρχήν, νόμιμα κατ'άρθρο 80 ΚΠολΔ, ασκείται το πρώτον, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 14/2008, ΑΠ 25/2004).
Ήδη, ασκείται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, το από 19.3.2012 δικόγραφο υπό τον υπερτίτλο "πρόσθετη παρέμβαση", της ΕΠΕ, με την επωνυμία " …", με διακριτικό τίτλο ""...". Κατά της ήδη αναιρεσείουσας αίτημα της πιο πάνω παρέμβασης είναι: "να γίνει δεκτή η παρέμβασή μου υπέρ της αναιρεσιβλήτου ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", επί των ....υπεισελεύσεώς μου στη θέση αυτής, ως κυρίας διαδίκου και στην ταυτόχρονη εξοδό της από την δίκη, αφού συναινεί η ίδια προς τούτο, λόγω της γενομένης εκχωρήσεως της επιδίκου αξιώσεως, δικαστικά εκκαθαρισμένης, πλην του κονδυλίου της εκδικασθείσας δικαστικής δαπάνης...".
Όμως α)η κατά τα ανωτέρω "πρόσθετη παρέμβαση", γίνεται, αποκλειστικά για στήριξη διαδίκου. Δηλαδή, ο παρεμβαίνων, πρόσθετως, δεν ζητεί και για τον εαυτό του, αλλά παρεμβαίνει μόνο πρός υποστήριξη κάποιου διαδίκου, και, κατά τούτο, αντιδιαστέλλεται από την κυρία παρέμβαση (ΑΠ 1307, 1308/2008). β)αντίθετα στην κατ'αρθρο 79 ΚΠολΔ κυρία παρέμβαση ο παρεμβαίνων κυρίως, αντιποιείται το αντικείμενο της αρχικής δίκης (ΑΠ 38/2005).
Όμως, δεν μπορεί να ασκηθεί, για πρώτη φορά, κυρία παρένθεση στον Άρειο Πάγο (αρθρ.79 παρ.1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα, άρα, με το προδιαληφθέν περιεχόμενό της, η ως άνω παρέμβαση, είναι κυρία, παρέμβαση, και, συνεκδικαζόμενη με την αναίρεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφεια (αρθρ.246 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αυτοτελή της αγωγής (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 88/2011).
Εξ άλλου, το παράπονο για μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης απορρίπτεται αν ρητώς ή "εκ των πραγμάτων" εξάγεται ότι το Εφετείο εξέτασε το λόγο της έφεσης, και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1187/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 361 ΑΚ: "Για σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 697 ΑΚ, αν ο εργολάβος εγγυήθηκε την ακρίβεια του προϋπολογισμού και προκύπτει ανάγκη να γίνει ουσιώδης υπέρβασή του, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση παρέχοντας στον εργολάβο αμοιβή για τις εργασίες που εκτελέστηκαν, έως την υπαναχώρηση εγγυημένος προϋπολογισμός υπάρχει, αν ο εργολάβος εγγυηθεί αυτά την ακρίβεια του προϋπολογισμού, δηλαδή, αν εγγυηθεί ρητά, ότι η αμοιβή για το έργο δεν θα αυξηθεί, τότε δικαιούται, κατ'άρθρο 696 ΑΚ, αποκλειστικά την εγγυημένη αμοιβή, έστω και αν, εκ των υστέρων, αυξηθεί το κόστος κατασκευής του έργου.
Η εγγύηση κατ'αρθρο 696 ΑΚ πρέπει να είναι ρητή, διαφορετική εφαρμόζεται το άρθρο 697 ΑΚ (ΑΠ 180/1976). Σε περίπτωση ενδεικτικού προϋπολογισμού, τα μέρη προσανατόλισαν τις προσδοκίες τους στο κόστος κατασκευής, όμως δεν δεσμεύτηκαν. Έτσι αν αυξηθεί το προβλεπόμενο κόστος ο εργοδότης μπορεί να εμμείνει στη σύμβαση και να καταβάλει την πρόσθετη αμοιβή, ή να καταγγείλει τη σύμβαση, κατ'άρθρο 700 ΑΚ και να καταβάλει την αμοιβή που προβλέπεται εκεί.
Στην υπό κρίση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεως έργου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων με το από 28-6-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό η ενάγουσα ανέλαβε την προσθήκη καθ'ύψος και έκταση προϋφισταμένου κτίσματος ιδιοκτησίας της εναγομένης εταιρείας, η οποία διατηρεί εκπαιδευτήρια μαθητών επί της οδού ...
αριθμ. …, στο …. Βάσει του ανωτέρω συμφωνητικού καθορίσθηκαν οι όροι εκτελέσεως του έργου, ενώ η αμοιβή της ενάγουσας βάσει ενδεικτικού προϋπολογισμού, την ακρίβεια του οποία αυτή δεν εγγυήθηκε, συμφωνήθηκε δε βάσει του προϋπολογισμού αυτού που είναι συνημμένος στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό σε 169.221.614 δραχμές έναντι του οποίου η εναγόμενη εταιρεία προκατέβαλε το ποσό των 17.000.000 δρχ..
Ο ως άνω προϋπολογισμός χαρακτηρίσθηκε "ενδεικτικός" και τόσον οι ποσότητες των επί μέρους συμβατικών εργασιών, όσον και οι δαπάνες για την εκτέλεση αυτών χαρακτηρίσθηκαν "ενδεικτικές" και όχι τελικές, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που θα είχε ανατεθεί το έργο στην ενάγουσα εργολήπτρια εταιρεία με "κατ'αποκοπή αμοιβή", καθόσον κατά την κατάρτιση της ενδίκου συμβάσεως έργου συνεκτιμήθηκε από τα διάδικα μέρη η αναγκαιότητα διενέργειας πρόσθετων εργασιών (υπερσυμβατικών) οι οποίες, όπως ήταν φυσικό, θα ήταν αναπόφευκτες και απρόβλεπτες λόγω της φύσεως και της εκτάσεως του όλου έργου.
Το γεγονός ακριβώς αυτό επέβαλε στους διαδίκους να περιλάβουν στο ως άνω από 28-6-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό ειδικό όρο υπό στοιχεία Ι και με τίτλο "ΝΕΕΣ ΤΙΜΕΣ ΜΟΝΑΔΑΣ - ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ" με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι "εφόσον από την πορεία της εργολαβίας προκύψει η ανάγκη για την εφαρμογή νέων τιμών μονάδας αυτές θα συμφωνούνται από τα δύο μέρη.
Στον καθορισμό νέων τιμών μονάδας απαραιτήτως θα λαμβάνονται υπόψη οι υπάρχουσες τιμές, με τις οποίες γενικώς θα συγκρίνονται οι νέες τιμές, στις οποίες θα προστίθεται για γενικά έξοδα και εργολαβικό όφελος 20% επί της δαπάνης". Κατά την έννοιαν του όρου αυτού, όπως αυτός ερμηνεύεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., στον καθορισμό και τη διαμόρφωση της τελικής τιμής μονάδας για την εκτέλεση των πρόσθετων (υπερσυμβατικών) εργασιών θα λαμβάνονταν υπόψη οι συμφωνηθείσες και αναφερόμενες στον ως άνω ενδεικτικό προϋπολογισμό τιμές, που ήταν αντίστοιχες με τις αναφερόμενες σ'αυτόν (προϋπολογισμό) εργασίες, επίσης οι κρατούσες στην αγορά τιμές κατά το χρόνο εκτελέσεως των πρόσθετων (υπερσυμβατικών) αυτών εργασιών και επιπροσθέτως θα προσετίθετο στις προκύψασες, κατά τα άνω, τιμές για γενικά έξοδα και εργολαβικό όφελος ανερχόμενο σε 20% επί της δαπάνης και όχι μόνο θα προσετίθετο στις συμβατικά καθορισθείσες τιμές, που αναφέρονται στον ως άνω "ενδεικτικό" προϋπολογισμό, το 20% επί της δαπάνης, όπως αβάσιμα περί τούτου υποστηρίζει η εναγόμενη και ήδη, εκκαλούσα εταιρεία.
Με την έναρξη των εργασιών η ενάγουσα εργολήπτρια εταιρεία είχε στη διάθεση της πλήρως την αρχιτεκτονική και στατική μελέτη, όπως αυτή είχε εγκριθεί από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο, κατά το στάδιο δε της εκτέλεσης του έργου, το οποίο, παρά την έκταση του, έπρεπε να παραδοθεί μόλις σε τέσσερις μήνες (ειδικότερα η έναρξη εργασιών έγινε στις 29-6-2000 και η αποπεράτωση των εργασιών της πρώτης φάσης συμφωνήθηκε για τις 4-9-2000 και αυτή της δεύτερης φάσης στις 30-10-2000) και ελλείψει μελέτης εφαρμογής απαιτήθηκε η καθημερινή παρέμβαση με υποδείξεις προφορικές ή γραπτές σε σχέδια - σκαριφήματα του κυρίου του έργου και του επιβλέποντος μηχανικού του έργου της εναγομένης εταιρείας αρχιτέκτονα μηχανικού, ο οποίος με σαφήνεια καταθέτει ως μάρτυρας της τελευταίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι ήταν ο επιβλέπων μηχανικός του έργου καταθέτοντας "την επίβλεψη την έκανα εγώ......
επίβλεψη έκανα των εργασιών" και ότι οι εργασίες που εγένοντο είχαν τη δική του έγκριση α τόσον στην ποσότητα, όσον και στην ποιότητα, ενώ ήταν παρών σε όλες τις πιστοποιήσεις του έργου, ου οποίες ήταν συνολικά τέσσερις (4) και έγιναν τον Ιούλιο, τον Αύγουστο του 2000 και δύο μετά την τελική παράδοση του έργου στις 30-10-2000.
Η έλλειψη μελέτης εφαρμογής είχε ως αποτέλεσμα στον προαναφερόμενο ενδεικτικό προϋπολογισμό οι εργασίες να εμφανίζονται χωρίς αναλυτική περιγραφή, γεγονός που δημιούργησε κενά στην εκτέλεση του έργου, αφού υπήρχαν συμβατικές εργασίες που ήταν απαραίτητο να εκτελεσθούν και αυτές δεν περιλαμβανόταν στον ως άνω προϋπολογισμό.
Η ενάγουσα εργολήπτρια εταιρεία, εφόσον κατά την κατάρτιση της συμβάσεως δεν της είχαν παραδοθεί μελέτη και σχέδια εφαρμογής από την εργοδότρια εναγόμενη εταιρεία, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει εξ αρχής το συνολικό κόστος του έργου που ανέλαβε να εκτελέσει. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δαπανηθούν επιπρόσθετες ποσότητες υλικών για τις συμβατικές εργασίες οι οποίες αφορούσαν την κατασκευή δέκα τριών (13) νέων αιθουσών στο συγκρότημα του εκπαιδευτηρίου που προαναφέρθηκε, το κόστος των οποίων ανήλθε στα ακόλουθα ποσά:
Με βάση τα ανωτέρω η αμοιβή της ενάγουσας εργολήπτριας εταιρείας ανήλθε για το σύνολο των συμβατικών εργασιών με τις δαπάνες για τις επιπρόσθετες ποσότητες υλικών σε 237.917.087 δραχμές και όχι σε 272.370.050 δραχμές, όπως αβάσιμα περί τούτου υποστηρίζει αυτή (ενάγουσα), ενώ η αμοιβή της για τα σύνολο των πρόσθετων (υπερσυμβατικών εργασιών) με τα αντίστοιχα υλικά, όπως αυτές προεκτέθηκαν αναλυτικά κατά ποσότητα και τιμή μονάδας ανήλθε, σύμφωνα με την τιμολόγηση των νέων εργασιών βάσει του ........(εγκεκριμένων άρθρων βάσει νομοθεσίας των δημοσίων έργων), στο ποσό των 93.765.680 δραχμών.
Για τα τελευταίες κατά τα άνω πρόσθετες (υπερσυμβατικές) εργασίες η ενάγουσα ζητεί με την ένδικη αγωγή της αμοιβή ύψους 61.647.363 δραχμών, η οποία είναι σύμφωνη
με τον σχετικό όρο του ως άνω από 28-6-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο οποίος αφορά τις νέες τιμές μονάδας -πρόσθετες εργασίες. Επί του ως άνω συνολικού ποσού των 299.564.450 (237.917.087 + 61.647.363) δραχμών πρέπει να υπολογισθεί ΦΠΑ από 18% με τον οποίο βαρύνεται βάσει του υπ' αριθμ. 5 όρου του ως άνω συμφωνητικού, ήτοι ποσό 53.921.601 δραχμών, οπότε το συνολικό ποσό της αμοιβής της ενάγουσας ανέρχεται σε 353.486.051 (299.564.450+53.921.601) δραχμές. Από το ανωτέρω ποσό πρέπει να αφαιρεθούν βάσει της συμφωνίας των διαδίκων τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στο φόρο από 3%, ήτοι ποσό 10.604.581 δρχ. καθώς και στις ασφαλιστικές εισφορές ύψους 23.177.248 δραχμών.
Συνεπώς, η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 319.704.222 (353.486.051 - 33.781.829 (10.604.581 + 23.177.248) δραχμών. Έναντι του ποσού αυτού η εναγομένη, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, έχει καταβάλει το ποσό των 231.434.350 δραχμών, με αποτέλεσμα να οφείλει το ποσό των 88.269.872 (319.704.222 - 231.434.350) δραχμών ή 259.045,84 ευρώ, το οποίο αρνείται να καταβάλει παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις της ενάγουσας εργολήπτριας εταιρείας.
Να σημειωθεί ότι η δαπάνη εκ μέρους της ενάγουσας στις συμβατικές εργασίες του ως άνω έργου επιπρόσθετων των αρχικώς υπολογισθεισών ποσοτήτων υλικών αλλά και υπερσυμβατικών εργασιών άνω των 15.000.000 δραχμών (όπως ισχυρίζεται η εργοδότρια εταιρεία) ενισχύεται και εκ του της καταβολής από την εναγομένη εργοδότρια εταιρεία του ανωτέρω ποσού των 231.434.350 δραχμών, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό του ενδεικτικού προϋπολογισμού των 169.221.614 δραχμών και δη κατά 62.212.736 (231.434.350 - 169.221.614) δραχμές.
Δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργολήπτρια εταιρεία από υπαιτιότητα της υπερέβη το κόστος του έργου, όπως αβάσιμα περί τούτου υποστηρίζει η εναγομένη, αφού η τελευταία υπεδείκνυε και ενέκρινε τις επιπρόσθετες εργασίες, ενώ δεν είχε εφοδιάσει την εργολήπτρια ι ενάγουσα εταιρεία με μελέτη και σχέδια εφαρμογής για τις συμβατικές εργασίες και ως εκ τούτου οι σχετικές ενστάσεις της πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες".
Με τις παραδοχές της, όμως η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως απήντησε στον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο, ανεξάρτητα από τον ενδεικτικό προϋπολογισμό, υπήρχε δέσμευση της αναιρεσίβλητης ότι ενδεχόμενη υπέρβαση αυτού δεν θα μπορούσε ήταν ανώτερη του συμφωνημένου (ενδεικτικώς) ποσού προσαυξημένου κατά ποσοστό, μέχρι 10% επ'αυτού.
Τούτο, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές παραδοχές, είναι "πράγμα" και δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί, ότι από τις αιτιολογίες του δικαστηρίου της ουσίας, εξάγεται "εκ των πραγμάτων", απόρριψη του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Συνακόλουθα, ο πρώτος κύριος αναιρετικός λόγος καθ'οσον προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφ'οσον η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης της προσθέτως παρεμβαίνουσας, λόγω της ήττας τους (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την αναίρεση, τους πρόσθετους αυτής λόγους και την πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση.
Αναιρεί την 5398/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη και στην προσθέτως παρεμβαίνουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας από τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ (συνολικώς).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ