Supreme Court dismisses appeal on abuse of right grounds, upholding lower court's rejection of claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject her lawsuit. The appellant argued that the defendant's acceptance of her pension constituted an abuse of right by preventing her from working, but the court found no such abuse. The court ruled that the defendant's actions did not create a legitimate expectation that the right to sue would not be exercised, and the appellant's subsequent claim was not arbitrary or contrary to good faith.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281, Art. 656 of the Civil Code; The exercise of a right is considered an abuse of right only when the holder's prior conduct and the circumstances created a reasonable expectation in the obligor that the right would not be exercised, and the subsequent exercise causes excessive consequences without sufficient justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2251 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2251/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΛΑΣΤΙΚΟΥ Α.Γ. Πετζετάκις ΑΕ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1061/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5674/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 18-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ` απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.
Εξάλλου, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του μισθωτού ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους (Ολ.ΑΠ 8/2001). Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και θεμελιώνει από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη την 22-11-1971 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου της διευθύνσεως εξαγωγών και απασχολήθηκε σ' αυτήν έως την 20-12-1996, οπότε η αναιρεσίβλητη ισχυριζόμενη ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο της οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και της κατέβαλε το 40% της προβλεπόμενης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης.
Η αναιρεσείουσα άσκησε εναντίον της αναιρεσίβλητης την από 15-3-1997 αγωγή της με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 20-12-1996 καταγγελίας και να καταβληθούν σ' αυτή μισθοί υπερημερίας 3.970.000 δρχ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3839/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία απέρριψε την αγωγή και μετά από έφεση της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η 1924/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Μετά την από 13-11-2000 αίτηση αναίρεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα εκδόθηκε η 1785/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε τελικά την 1247/2003 απόφαση του. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η από 20-12-1996 καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη επειδή η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 3 εδ.
δ' του ΑΝ 1848/1951 παρέχει μόνο στην αναιρεσείουσα δικαίωμα πρόωρης αποχώρησης από την εργασία της και λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος πριν από τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας της, που ισχύει για άνδρες υπαλλήλους, λόγω συνδρομής στο πρόσωπο της των αναφερομένων σ' αυτή προϋποθέσεων και όχι στην εργοδότρια και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 μέχρι 26-5-1997 το ποσό των 5.407,76 ευρώ.
Συνεπώς η παραπάνω καταγγελία της συμβάσεως θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ και δεν επέφερε ως εκ τούτου τη λύση της συμβάσεως, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μεταξύ των διαδίκων και να παράγει τα έννομα αποτελέσματα της έως και την 26-3-2001, οπότε η ενάγουσα συμπλήρωσε το 60 έτος της ηλικίας της και πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από το ΙΚΑ, εφόσον δεν είχε χωρήσει λύση αυτής με νέα μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της από αναιρεσίβλητη ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο.
Μετά ταύτα η αναιρεσίβλητη μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας και κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 26-3-2001 συνεχίζει να είναι υπερήμερη και της οφείλει κατ' άρθρο 656 ΑΚ τους αναλογούντες μισθούς υπερημερίας. Περαιτέρω όμως αποδείχτηκε ότι η αναιρεσείουσα αμέσως μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της υπέβαλε την από 30-12-1996 αίτηση για απονομή σύνταξης γήρατος και σύμφωνα με την ...
απόφαση του διευθυντή του Υποκαταστήματος Συντάξεων ΙΚΑ και την ... απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΤΕΑΜ λαμβάνει ήδη από την 1-1-1997 πλήρη σύνταξη γήρατος από το ΙΚΑ που ανήλθε κατά τα έτη 1997-2000 στο ποσό των 54.217 ευρώ. Με την από 15-3-1997 προγενέστερη αγωγή της επιδικάστηκε το ποσό των 2.183.445 δρχ.
και αυτή στις 20-12-1996 εισέπραξε και το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης από 4.063.206 δρχ. Την κρινόμενη από 25-7-2003 αγωγή της άσκησε η αναιρεσείουσα στις 6-8-2003 δηλαδή μετά 6 έτη και 8 μήνες από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και 6 μήνες μετά την έκδοση της 1247/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου η ακυρότητα της καταγγελίας.
Μ' αυτή την αντιφατική συμπεριφορά η αναιρεσείουσα επιδιώκει να λάβει για το επίδικο χρονικό διάστημα, εκτός από την πλήρη σύνταξη του ΙΚΑ και μισθούς υπερημερίας, λαμβανομένου υπόψη ότι ενώ με την υποβολή στις 30-12-1996 από αυτήν της αίτησης για συνταξιοδότηση της λόγω γήρατος από τον ασφαλιστικό της οργανισμό υποδηλώνεται η πρόθεση της να μην εργάζεται πλέον, συγχρόνως με την κρινόμενη αγωγή ζητά με σκοπό την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους και μισθούς υπερημερίας, αν και δεν ήταν δυνατή η επαναπρόσληψη της από την αναιρεσίβλητη, και είναι φανερό ότι με τη συνταξιοδότηση της αποδέχεται έκτοτε την αδυναμία της να προσφέρει οποιαδήποτε εργασία με τις συνθήκες και τους όρους που εργαζόταν μέχρι 20-12-1996 στην αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα αδράνησε να ασκήσει την επίδικη αξίωση της για μισθούς υπερημερίας επί 6 έτη και 5 μήνες από την άκυρη καταγγελία που έγινε στις 20-12-1996, μόνο δε το περιστατικό ότι αυτή περίμενε να κριθεί τελεσίδικα η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της με βάση την από 15-3-1997 προγενέστερη αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε στις 18-2-2003 η 1247/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν αρκεί να δικαιολογήσει την αδράνεια της αυτή ως προς τη διεκδίκηση μισθών υπερημερίας για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν αποδείχτηκε η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υπόσχεση κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα για καταβολή περαιτέρω μισθών υπερημερίας.
Έτσι η μεταγενέστερη άσκηση αυτού του δικαιώματος είναι καταχρηστική, αφού τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και της αντιφατικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, η οποία συνδυαζόμενη με το σκοπούμενο αποτέλεσμα προσλαμβάνει το χαρακτήρα μεθόδου σε βάρος της αναιρεσίβλητης και υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή, απέρριψε αυτή (αγωγή) κατά παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 656 ΑΚ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 7 του ν. 1846/1951 και 63 του ν. 2676/1999, σύμφωνα με τις οποίες, η ανάληψη εργασίας από συνταξιούχο άνευ εγκρίσεως του ασφαλιστικού Οργανισμού συνεπάγεται την αναζήτηση των καταβληθεισών συντάξεων, με το να δεχθεί ότι η πλήρης συνταξιοδότηση της αναιρεσείουσας από τον ασφαλιστικό της οργανισμό ισοδυναμούσε με αδυναμία απασχόλησης της και μάλιστα με τους ίδιους όπως και πριν όρους, αφού τα ωφελήματα αυτής από τον ασφαλιστικό της φορέα είναι ανεξάρτητα και δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τη δυνατότητα του μισθωτού να απασχολείται και να λαμβάνει δεδουλευμένες αποδοχές, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των ως άνω νόμων, ούτε είχε υποχρέωση να τις εφαρμόσει στα πλαίσια της έρευνας της ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι επικαλέστηκε τις διατάξεις των ως άνω νόμων προς απόκρουση της εν λόγω ενστάσεως.
Περαιτέρω, το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα με την συνταξιοδότηση της υποδήλωνε ταυτόχρονα και την πρόθεση της να μην εργάζεται, στοιχείο ουσιώδες το οποίο συνιστά "πράγμα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ισχυρισμό όμως που δεν είχε συμπεριλάβει η αναιρεσίβλητη στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης καταχρήσεως δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά αναγκαίο συμπέρασμα που εξήγαγε το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων των στηριζόντων την ως άνω ένσταση περιστατικών που αφορούσαν τη συνταξιοδότηση της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-1-2008 αίτηση της ... για αναίρεση της 5674/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Noεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ