2250/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας-καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9391/1997 εν μέρει οριστική, 3710/2001 μη οριστική, 7231/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4863/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2007 αίτησή της και των από 2/1/2009 προσθέτων λόγων. Επ' αυτών εκδόθηκε η 103/2012 απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο.
Legislator headnote
AI generated2250/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι συνεπεία των ως άνω παραλείψεων της εναγομένης σε συνδυασμό με τον οξύ ανταγωνισμό στον τομέα των παγωτών, περιορίσθηκε η κατανάλωση κατά το έτος 1994. Ότι η ίδια διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα για τα παραπάνω προς την εναγομένη, αλλά αυτή την 5-12-1995 κατήγγειλε προφορικά, και την 20-12-1995 και εγγράφως τη μεταξύ τους σύμβαση, προφασιζόμενη σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα την παράβαση εκ μέρους της των συμβατικών της υποχρεώσεων.
Full text
Απόφαση 2250 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2250/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Μ. και Σ.Ι.Α. Ο.Ε.." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ών η κλήση: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ & ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ" και διακριτικό τίτλο "VIVARTIA Α.Β.Ε.Ε." προερχόμενης από συγχώνευση με την εταιρεία "CHIPITA A.E" που εδρεύει στην …και νόμιμα εκπροσωπείται, είχε δε προηγουμένως (από 1.1.2000 μέχρι 31.8.2006) την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΔΕΛΤΑ HOLDING A.E" και ακολούθως την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ Α.Ε" και πρώην "ΔΕΛΤΑ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε", 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ Α.Ε" ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της εταιρείας "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ Α.Ε" (πρώην "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και πρώην "ΑΡΜΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ") ως μερικής καθολικής διαδόχου της υπό στοιχείο 1 αρχικά εναγομένης, που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τεγόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας-καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9391/1997 εν μέρει οριστική, 3710/2001 μη οριστική, 7231/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4863/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2007 αίτησή της και των από 2/1/2009 προσθέτων λόγων. Επ' αυτών εκδόθηκε η 103/2012 απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο.
Εκδόθηκε η 16/2013 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου που απέρριψε τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης καθώς και τον συναφή μ' αυτόν μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4863/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, και ανέπεμψε την υπόθεση στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 29/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι του δικογράφου της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 28-05-2014 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 15-12-2007 αίτηση και οι από 02-01-2009 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4863/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 16/2013 αποφάσεως της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία είχε παραπεμφθεί η υπόθεση με την υπ' αριθμ. 103/2012 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, λόγω γενικοτέρου ενδιαφέροντος, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με την οποία (απόφαση της Ολομέλειας), μετά την απόρριψη του παραπεμφθέντος λόγου, αναπέμφθηκε στην συνέχεια η υπόθεση ενώπιον του ίδιου ως άνω τμήματος, προκειμένου το τελευταίο να αποφασίσει ως προς τους λοιπούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, για τους οποίους είχε επιφυλαχθεί με την ως άνω παραπεμπτική απόφασή του.
Με την ένδικη από 02-07-1996 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα ιστορούσε, τα εξής: Ότι με άτυπη σύμβαση που καταρτίσθηκε την 22-10-1986 μεταξύ αυτής, υπό την τότε νομική της μορφή και της αρχικά εναγομένης, την οποία διαδέχθηκαν οι ήδη αναιρεσίβλητες, η τελευταία της ανέθεσε την αντιπροσώπευση, διακίνηση και διάθεση των παγωτών παραγωγής της στους Νομούς Πρέβεζας και Λευκάδας, σύμβαση που συνεχίσθηκε και με τη νέα μορφή της ενάγουσας σαν ομόρρυθμης εταιρίας, την δε 8-3-1994 ανανεώθηκε εγγράφως με διάρκεια μέχρι 30-11-1996 και αμοιβή (προμήθεια) 19% επί του καθαρού πραγματοποιούμενου τζίρου των πωλουμένων προϊόντων της εναγομένης.
Ότι η απόδοση της προμήθειας της ενάγουσας γινόταν κατά την παραλαβή στην ... εκ μέρους της κάθε φορτίου παγωτών και την σύγχρονη εξόφληση προς την εναγομένη της αξίας τους, με την παρακράτηση εκ μέρους της πρώτης του ποσοστού 19% που αναλογούσε στην προμήθειά της για κάθε τιμολόγιο πώλησης, ενώ στο τέλος της εμπορικής περιόδου γινόταν η τελική εκκαθάριση και η καταβολή του εκάστοτε υπολοίπου των προμηθειών της, καθώς και η επιστροφή των μη διατεθέντων παγωτών, με υποχρέωση της εναγομένης να της επιστρέφει την προκαταβληθείσα από αυτήν αξία των επιστραφέντων παγωτών.
Ότι αν και η ίδια τήρησε τα συμφωνηθέντα και πέτυχε την αλματώδη αύξηση της κατανάλωσης των παγωτών προωθώντας τις πωλήσεις κατά τα πρώτα έξι (6) έτη της συνεργασίας τους, υποβληθείσα σε σημαντικές δαπάνες για μίσθωση χώρων αποθήκευσης και αγορά τριών αυτοκινήτων, η εναγομένη από το έτος 1994 με πράξεις και παραλήψεις των στελεχών της άρχισε να μεθοδεύει σκόπιμα την πρόωρη διακοπή της συνεργασίας τους και την ανάθεση της αντιπροσωπείας της στον αναφερόμενο στην αγωγή αντιπρόσωπο.
Ότι, ειδικότερα, η εναγομένη: α) δεν εκτελούσε κανονικά τις παραγγελίες παγωτών που της διαβίβαζε η ενάγουσα με αποτέλεσμα να μη μπορεί να καλύπτει τη ζήτηση στην αγορά, β) ενώ σε άλλους αντιπροσώπους της χορήγησε από το έτος 1993 διάφορα "πριμ" με τη μορφή εκπτώσεων, σε αυτήν όχι μόνο έδινε ελάχιστα, αλλά της δημιουργούσε και δυσκολίες στην είσπραξη των κανονικών προμηθειών, γ) αντί να ενισχύει και να ανανεώνει τον εξοπλισμό της για την διάθεση των παγωτών έπαυσε να της χορηγεί τα αναγκαία είδη και να αντικαθιστά τα παλαιά ψυγεία των λιανοπωλητών με νέα, δ) δεν της παρείχε τα τελευταία τρία (3) χρόνια την κατάλληλη ποσότητα διαφημιστικού υλικού (τέντες, πινακίδες, ομπρέλες κλπ).
Ότι συνεπεία των ως άνω παραλείψεων της εναγομένης σε συνδυασμό με τον οξύ ανταγωνισμό στον τομέα των παγωτών, περιορίσθηκε η κατανάλωση κατά το έτος 1994. Ότι η ίδια διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα για τα παραπάνω προς την εναγομένη, αλλά αυτή την 5-12-1995 κατήγγειλε προφορικά, και την 20-12-1995 και εγγράφως τη μεταξύ τους σύμβαση, προφασιζόμενη σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα την παράβαση εκ μέρους της των συμβατικών της υποχρεώσεων.
Ότι η ίδια κάλεσε την 22-12-1995 την εναγομένη να ρυθμίσει τις εκκρεμείς υποχρεώσεις της, και να παραλάβει τα αδιάθετα εμπορεύματα και τον εξοπλισμό που της είχε διαθέσει για την πώληση των προϊόντων της, αλλά τα αρμόδια όργανα της τελευταίας την 15-1-1996, που προσήλθαν στην ..., δεν παρέλαβαν όλον τον εξοπλισμό, αποσκοπώντας να της στερήσουν τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του χώρου φύλαξής τους για άλλη ή ανάλογη εμπορική δραστηριότητά της με συνέπεια να ζημιωθεί η ενάγουσα προς όφελος της εναγομένης.
Ότι ειδικότερα, δεν παρέλαβαν τον ψυκτικό θάλαμο και τα περιεχόμενα σ' αυτόν παγωτά, διότι όταν τους ζήτησε να εξοφληθεί η αξία των παγωτών αυτών, αυτοί αρνήθηκαν να το πράξουν, επικαλούμενοι ότι πρέπει να εκδοθούν σχετικά σημειώματα και ότι θα εξοφληθούν στο μέλλον. Ότι, τόσο από την παράνομη και αντισυμβατική καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης, που επικουρικά είναι καταχρηστική, διότι έγινε κατά τρόπο που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όσο και από την προηγηθείσα και την επακολουθήσασα την καταγγελία συμπεριφορά της εναγομένης, με τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων της, που έγιναν με πρόθεση αθέμιτου ανταγωνισμού για να την εξουθενώσουν οικονομικά και να την ανακόψουν από την αγορά της Πρέβεζας και της Λευκάδας, επ' ωφελεία της ίδιας και του νέου αντιπροσώπου της, αλλά και με πρόθεση να της προκαλέσουν ζημία κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, η ίδια υπέστη τις ακόλουθες ζημίες: 1) απώλεσε την προμήθειά της από ποσοστό 19% επί του τζίρου που θα πραγματοποιούσε κατά την υπόλοιπη διάρκεια της σύμβασης δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 6-12-1995 έως 30-11-1996, η οποία θα ανερχόταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο ποσό των 32.000.000 δραχμών (πωλήσεις 170.000.000 δραχμών Χ 19%), 2) από την σκόπιμη ως άνω άρνηση της εναγομένης, μετά την καταγγελία της συμβάσεως να παραλάβει το ψυκτικό της θάλαμο και τα περιεχόμενα σ' αυτόν παγωτά της περιόδου 1995 και τα 37 ψυγεία της, στερήθηκε τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί το χώρο του καταστήματός της που καταλάμβαναν αυτά, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί επί έξι (6) μήνες, από 16-12-1995 μέχρι την άσκηση της αγωγής, το συνολικό ποσό των 120.000 δραχμών (20.000 δραχμές μηνιαίο μίσθωμα Χ 6 μήνες), 3) από τη συνεχιζόμενη άρνηση της εναγομένης να παραλάβει το ψυκτικό θάλαμο και τα παραπάνω παγωτά υποχρεώθηκε η ενάγουσα να διατηρεί σε λειτουργία το εν λόγω ψυκτικό θάλαμο για την διατήρηση των παγωτών της εναγομένης με αποτέλεσμα να ζημιωθεί την αξία του ηλεκτρικού ρεύματος που πλήρωσε και οφείλει ακόμη στη Δ.Ε.Η., και η οποία ανέρχεται για το χρονικό διάστημα από 6-12-1995 μέχρι την άσκηση της αγωγής σε 466.811 δραχμές συνολικά.
Ότι, περαιτέρω, η εναγομένη δεν απέδωσε κατά την εκκαθάριση της εμπορικής περιόδου 1994 το οφειλόμενο κατά τη συμφωνία τους ποσοστό των 2/3 της συμμετοχής της (εναγομένης) στην έκπτωση ποσοστού 30% που παρεχώρησε στην αναφερόμενη στην αγωγή εταιρία προς την οποία η ίδια (ενάγουσα) πώλησε την παραπάνω περίοδο εμπορεύματα συνολικής αξίας 2.472.000 δραχμών και της οφείλει έτσι το ποσό των 497.400 δραχμών (2.472.000 Χ 20%, δηλ. 2/3 της έκπτωσης ποσοστού 30%).
Ότι η εναγομένη της οφείλει ακόμη, λόγω μη καταβολής ολόκληρης της προκαταβληθείσας αξίας των επιστραφέντων στις 19-8-1995 και 23-8-1995 μη διατεθέντων παγωτών της περιόδου 1995 το ποσό των 536.969 δραχμών (261 κυβώτια συνολικής αξίας 931.387 δραχμών μείον καταβληθείσες 395.000 δραχμές). Ότι κατά τη διάρκεια της εννεαετούς συνεργασίας της με την εναγομένη έφερε σ' αυτήν νέους πελάτες (πλέον των 170) στην περιοχή της ευθύνης της και ότι προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους προηγούμενους πελάτες, η δε εναγομένη διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, πραγματοποιώντας κέρδη 300.000.000 δραχμών συνολικά κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους.
Ότι η δίκαιη αποζημίωσή της, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και των προμηθειών που χάνει, ανέρχεται στο ποσό των 25.773.568 δραχμών, ισοδύναμη με το μέσο όρο των αμοιβών της, της τελευταίας πενταετίας, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή. Τέλος, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε, ότι από όλες τις εκτεθείσες ως άνω σκόπιμες ενέργειες της εναγομένης και των οργάνων της και ιδίως την "πρόωρη, αυθαίρετη και παράνομη αλλά και αντίθετη στα χρηστά ήθη διακοπή της συνεργασίας τους, που ενέχουν και στοιχεία αδικοπραξίας", αυτή υπέστη ηθική βλάβη από την ψυχική ταλαιπωρία για την παρατεταμένη αγωνία της για την έκβαση της συνεργασίας τους και την πρόκληση δυσμενών εντυπώσεων εις βάρος της από την πρόωρη διακοπή της συμβάσεως, για την οποία δικαιούται ανεξάρτητα από την περιουσιακή της ζημία, εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ποσού 5.000.000 δραχμών.
Ζήτησε δε κατόπιν αυτών, όπως το αίτημα της αγωγής περιορίσθηκε παραδεκτά σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 25.773.568 δραχμών, κατ' άρθρον 9 παρ. 1α του π.δ/τος 219/1991, καθώς επίσης να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει ως αποζημίωση για τα λοιπά κονδύλια της αγωγής της, το συνολικό ποσό των 33.615.580 δραχμών, όπως το ποσό αυτό αναλύεται ανωτέρω, πέραν δε αυτού και το ποσόν των 5.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της εις βάρος της αδικοπραξία.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 9391/1997 προδικαστική απόφασή του, αφού έκρινε ως αόριστη την αγωγή με οριστική διάταξη ως προς το κονδύλιο των 32.000.000 δραχμών των διαφυγόντων κερδών, που στηριζόταν, στο άρθρο 9 παρ. 1γ του π.δ/τος 219/1991, καθώς και σε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας και σε αδικοπραξία εναντίον των χρηστών ηθών, ως μη νόμιμη ως προς το κονδύλιο των 5.000.000 δραχμών λόγω ηθικής βλάβης, και ως αόριστη και μη νόμιμη για τα κονδύλια των 120.000 δραχμών, για διαφυγόντα κέρδη (απωλεσθέντα μισθώματα) και των 466.811 δραχμών για δαπάνη ηλεκτρικού ρεύματος, δέχθηκε ακολούθως ότι η ένδικη σύμβαση συνιστούσε τοιαύτη εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά την έννοια του π.δ/τος 219/1991, κρίνοντας στη συνέχεια νόμιμο, κατ' άρθρο 9 παρ. 1α του άνω π.δ/τος, το αίτημα της αγωγής για καταβολή σ' αυτήν αποζημίωσης πελατείας ποσού 25.773.568 δραχμών και έταξε γι' αυτό αποδείξεις, όπως και για τα λοιπά κονδύλια της αγωγής, που δεν απέρριψε.
Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 3710/2001 απόφασή του, κατόπιν αιτήματος της εναγομένης, ανακάλεσε την προδικαστική απόφασή του ως προς το παραπάνω αίτημα της αγωγής (αποζημίωση πελατείας), ενόψει δε της εριζόμενης ερμηνείας της θεωρίας και νομολογίας επ' αυτού, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής απόφασής του και απηύθυνε στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), τα εξής ερωτήματα: "1.
Αν κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 86/635/ΕΟΚ οδηγίας του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι και αυτός ο οποίος υπό την ιδιότητά του, ως ανεξάρτητου μεσολαβητή αγοράζει στο όνομά του εμπορεύματα από τον αντιπροσωπευόμενο αφαιρώντας από την τιμή αγοράς την προμήθειά του και στη συνέχεια πωλεί τα εμπορεύματα αυτά σε τρίτους, ενεργώντας όμως για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. 2.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, αν εν προκειμένω ο τεθείς με το ως άνω άρθρο ορισμός του εμπορικού αντιπροσώπου, έχει τεθεί κατ' αντιδιαστολή με τον ως άνω (δηλαδή με αυτόν ο οποίος υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή αγοράζει στο όνομά του εμπορεύματα από τον αντιπροσωπευόμενο αφαιρώντας από την τιμή αγοράς την προμήθειά του και στη συνέχεια πωλεί τα εμπορεύματα αυτά σε τρίτους, ενεργώντας όμως για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου) ή αν υφίσταται πραγματικό κενό. 3.
Σε περίπτωση που υφίσταται κενό, αν είναι δυνατό με βάση τις αρχές της επιείκειας να εφαρμοσθεί αναλογικά ο ως άνω ορισμός του άρθρου 1 παρ. 2 της οδηγίας και σε αυτόν ο οποίος υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή αγοράζει στο όνομά του εμπορεύματα από τον αντιπροσωπευόμενο αφαιρώντας από την τιμή αγοράς την προμήθειά του και στη συνέχεια πωλεί τα εμπορεύματα αυτά σε τρίτους, ενεργώντας όμως για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου και 4.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, αν τα Δικαστήρια των Κρατών μελών μπορούν να προβούν σε επέκταση της έννοιας του εμπορικού αντιπροσώπου και στον ανωτέρω, με αναλογική εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, με την οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό τους δίκαιο η ως άνω Οδηγία, ή αυτό είναι ανεπίτρεπτο αφού αντιστρατεύεται την ομοιομορφία του Κοινοτικού Δικαίου".
Επί των ως άνω προδικαστικών ερωτημάτων, το ΔΕΚ εξέδωσε την από 10-2-2004 αιτιολογημένη διάταξή του με την οποία αποφάνθηκε ότι, δυνάμει της κατά γράμμα ερμηνείας των διατάξεων της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ και του π.δ/τος 219/1991, όπως αυτό ισχύει τροποποιηθέν από το π.δ/μα 312/1995, η δραστηριότητα της ενάγουσας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των νομοθετημάτων αυτών, καθόσον δυνάμει του ελληνικού δικαίου ασκεί δραστηριότητα παραγγελιοδόχου, ήτοι συνάπτοντας συμβάσεις για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, αλλά ιδίω ονόματι.
Επίσης αποφάνθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν ούτε κατ' αναλογία στην επίδικη υπόθεση, εφόσον φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό ενός αντιπροσωπευομένου, αλλά ιδίω ονόματι, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους. Μετά από αυτό, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 7231/2005 οριστική απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το μέρος που στήριζε το αίτημα της ενάγουσας, για αποζημίωση πελατείας ποσού 25.773.568 δραχμών, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 1α του π.δ/τος 219/1991.
Κατά τα λοιπά, κατά το μέρος που δεν είχε απορριφθεί η αγωγή με οριστικές διατάξεις της προρρηθείσας προδικαστικής απόφασής του, ως προς τα προαναφερόμενα κονδύλιά της, έκανε εν μέρει δεκτή την τελευταία, ως προς τα ως άνω απαριθμούμενα με αριθμό 3 κονδύλια αυτής, αναγνωρίζοντας ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα νομιμοτόκως, εις ολόκληρον καθεμία, για τα κονδύλια αυτά, το ποσό των 3.025,06 ευρώ.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, καθώς και της προρρηθείσας προδικαστικής τοιαύτης, άσκησε έφεση η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), με αίτημα, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν λόγους, την εξαφάνιση των άνω αποφάσεων, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολό της, ενώ αντίθετη έφεση άσκησαν οι εναγόμενες (αναιρεσίβλητες), με αίτημα, την εξαφάνιση της άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας στο σύνολό της.
Το Εφετείο, δικάζοντας επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας απέρριψε τον πρώτο λόγο αυτής, με τον οποίο παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1α του π.δ/τος 219/1991, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 288 ΑΚ, αναφορικά με το παραπάνω αίτημα της αγωγής της (αποζημίωση πελατείας), με την αιτιολογία ότι δεσμεύεται ως προς το αίτημα αυτό από την άνω διάταξη του ΔΕΚ, μετά το υποβληθέν σ' αυτό ερώτημα, εν τέλει δε απέρριψε και στο σύνολό της την έφεση αυτή, καθώς επίσης και την αντίθετη έφεση των αναιρεσίβλητων, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προσάπτεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ. α'και γ' του π.δ/τος 219/1991, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 361 και 288 ΑΚ δεν έχει αναλογική εφαρμογή και στην ένδικη σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, κατά το μέρος που με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται αποζημίωση πελατείας στους εμπορικούς αντιπροσώπους και προβλέπεται αποζημίωση για κάθε περαιτέρω ζημία κατά τα τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Κατόπιν αυτού, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, το Α1'Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση, κρίνοντας ότι, αφενός μεν ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, αν η απόφαση που εκδίδεται και στην περίπτωση αυτή, από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά το μέρος που αναφέρεται σε αναλογική εφαρμογή κοινοτικού δικαίου, σε συνδυασμό με τις εσωτερικού δικαίου διατάξεις (άρθρα 361 και 288 ΑΚ), δεσμεύει το εθνικό Δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υπόθεσης, αλλά και όλα τα εθνικά Δικαστήρια που καλούνται να δικάσουν την ίδια υπόθεση, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου επί του προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε σ` αυτό, και αν το εθνικό Δικαστήριο θα εκφράσει πλέον κρίση το ίδιο επί του εφαρμοστέου δικαίου στη συγκεκριμένη υπόθεση, ώστε να μπορεί να ιδρυθεί στην περίπτωση αυτή η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ευθέως ή αναλογικώς, αφετέρου δε ότι ανακύπτει ζήτημα ενότητας της νομολογίας, καθόσον είναι πλέον πάγια η θέση της ότι ο αποκλειστικός διανομέας αν και συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο δε εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ώστε να μην αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία, οπότε, λόγω του ότι ελλείπουν διατάξεις στον ΕμπΝ που να ρυθμίζουν την σύμβαση αποκλειστικής διανομής, υφισταμένου ακούσιου (γνήσιου) νομοθετικού κενού, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας, αλλά έχοντας υπόψη του και τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 περ.
β'του Ν. 3557/2007 "για την τροποποίηση του π.δ. 237/1986 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, στην οποία ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις: ... β) αποκλειστικής διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή", με την υπ' αριθ. 103/2012 απόφασή του παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο ως άνω πρώτο λόγο της από 15-12-2007 αίτησης της εταιρίας με την επωνυμία "Α.
Μ. ΚΑΙ Σ.Ι.Α. Ο.Ε..", όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο του από 02-01-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων της ίδιας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4863/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επιφυλασσόμενο να ερευνήσει τους υπόλοιπους λόγους της αίτησης αναιρέσεως, και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, μετά την απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον παραπεμπόμενο σε αυτήν λόγο.
Η τελευταία (Ολομέλεια) με την υπ' αριθ. 16/2013 απόφασή της, έκρινε κατά πλειοψηφία, τα εξής: Ότι μπορούν να είναι κατ' αρχήν <<εφαρμοστέες αναλογικά στην κρινόμενη υπόθεση, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις των άρθρ. 8 και 9 του π.δ/τος 219/1991, αφού κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της πρωτόδικης οριστικής απόφασης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) και κατ` επέκταση και της αναιρεσιβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, που την επικύρωσε, η αναιρεσείουσα, η οποία συμφώνησε με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ότι θα αγόραζε από αυτή τα προϊόντα της (παγωτά διαφόρων τύπων) στο δικό της όνομα, τα οποία στη συνέχεια θα πουλούσε σε πελάτες της, στις περιφέρειες των νομών Περιφέρειας και Λευκάδας, ενεργώντας όμως για λογαριασμό της πρώτης των αντιδίκων της, έναντι προμήθειας 19%, που θα αφαιρούσε κατά την εξόφληση της αξίας των παγωτών ήδη κατά την παραλαβή τους, συνδέθηκε με σχέση παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου με την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς αβάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με το υπό στοιχεία V3(β) τελευταίο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με το μοναδικό πρόσθετο λόγο της, ότι κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρ. 361 ΑΚ το Εφετείο χαρακτήρισε τη σύμβασή της με την πρώτη αναιρεσίβλητη ως σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, ενώ κατά την άποψή της πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασής της συναλλασσόταν μεν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στο όνομά της, όχι όμως για λογαριασμό της, αλλά για λογαριασμό της πρώτης των αντιδίκων της, σε κάθε δε περίπτωση η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον η αναλογική εφαρμογή του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991, στην οποία στηρίζει η αναιρεσείουσα την αγωγική αξίωσή της για την επιδίκαση σ` αυτή αποζημίωσης πελατείας μετά την από μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης καταγγελία και λύση της μεταξύ τους σύμβασης, είναι κατ` αρχήν δυνατή, κατά τα προεκτεθέντα, είτε χαρακτηρισθεί η σύμβασή τους ως σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας είτε ως σύμβαση αποκλειστικής διανομής.
Συνακόλουθα είναι βάσιμη η περαιτέρω αιτίαση από τον αριθμό και πάλι 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που ενιαίως με τα λοιπά μέρη του αυτού πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή με το να θεωρήσει η απόφαση αυτή ότι η υπ` αριθ. 698074/2004 διάταξη του ΔΕΚ απέκλειε την αναλογική εφαρμογή στους παραγγελιοδόχους όχι μόνο της υπ` αριθ. 86/653 κοινοτικής Οδηγίας, αλλά και του π.δ/τος 219/1991 και έτσι το Εφετείο να κρίνει εκ προοιμίου, όπως και η πρωτόδικη οριστική απόφαση, μη νόμιμη και απορριπτέα τη σχετική με την επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας στην αναιρεσείουσα ένδικη αγωγική αξίωσή της, εσφαλμένα αντιλήφθηκε το νόημα της παραπάνω διάταξης του ΔΕΚ>>.
Ακολούθως δε δέχθηκε η άνω απόφαση της Ολομέλειας, ότι <<ωστόσο ορθώς κατ` αποτέλεσμα το Εφετείο αρνήθηκε τελικώς να εφαρμόσει αναλογικά τις διατάξεις του άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991 προκειμένου να κρίνει νόμιμη την ως άνω αξίωση της αναιρεσείουσας, αφού αυτή πάσχει από νομική αοριστία, αν ληφθεί υπόψη ότι τόσο με την εφετειακή απόφαση όσο και με την πρωτόδικη οριστική απόφαση δεν έγιναν δεκτά ικανά στοιχεία που να ταυτίζουν ή έστω να εξομοιώνουν τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας με αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, ενώ και στην ένδικη αγωγή δεν παρατίθενται επαρκή τέτοια στοιχεία, όπως προπάντων, θα ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, η υποχρέωση της αναιρεσείουσας α) να ακολουθεί τις οδηγίες της πρώτης αναιρεσίβλητης ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και να παραλείπει ανταγωνιστικές σε βάρος της πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να γνωστοποιεί σ' αυτή το πελατολόγιό της και γ) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο.
Συνεπώς, εφόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό παρά το ως άνω σφάλμα της αιτιολογίας της, που καλύπτεται από τη νομική αοριστία της κρίσιμης αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά τα αντίστοιχα μέρη του, ενώ πρωταρχικά ως απαράδεκτος είναι απορριπτέος ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το τελευταίο υπό στοιχεία V3(β) μέρος του, καθώς και ο συναφής με το μέρος αυτό μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης>>.
Με βάση δε τα ανωτέρω, απέρριψε τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης της εταιρείας "Α. Μ. ΚΑΙ Σ.Ι.Α. Ο.Ε.", καθώς και τον συναφή μ` αυτόν μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 4863/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, και ανέπεμψε την υπόθεση στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
Κατόπιν αυτών, και ενόψει των διατάξεων του άρθρου 580 παρ. 4 και 5 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα οποία δεσμεύεται πλέον το παρόν Τμήμα, αναφορικά με τα νομικά θέματα που έλυσε, ως προς τον παραπεμφθέντα λόγο αναιρέσεως η προρρηθείσα απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δεν θα επιληφθεί πλέον τούτο κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τα κονδύλια της ένδικης αγωγής που έχουν έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 περ.
α' και β' του π.δ/τος 219/1991, της λόγω καταγγελίας και της συνεπεία τούτου λύσης της ένδικης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, ήτοι α') ως προς τη αποζημίωση πελατείας, ποσού 25.773.568 δραχμών, β) ως προς τα διαφυγόντα κέρδη, ποσού 32.000.000 δραχμών, που φέρεται ότι απώλεσε η ενάγουσα από προμήθειά της ποσοστού 19% επί του τζίρου που θα πραγματοποιούσε κατά την υπόλοιπη διάρκεια της σύμβασης δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 6-12-1995 έως 30-11-1996, γ) ως προς τα διαφυγόντα κέρδη, ποσού 120.000 δραχμών, το οποίο απώλεσε λόγω της άρνησης της εναγομένης, μετά την καταγγελία της συμβάσεως, να παραλάβει το ψυκτικό της θάλαμο και τα περιεχόμενα σ' αυτόν παγωτά της περιόδου 1995 και τα 37 ψυγεία της, με συνέπεια να στερηθεί την εκμετάλλευση του χώρου που βρίσκοταν αυτός επί 6 μήνες, και δ) ως προς το ποσό των 466.811 δραχμών κατά το οποίο ζημιώθηκε, λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης της εναγομένης να παραλάβει το ψυκτικό θάλαμο και τα παραπάνω παγωτά, ώστε να υποχρεωθεί η ενάγουσα να διατηρεί σε λειτουργία το εν λόγω ψυκτικό θάλαμο για την διατήρηση των παγωτών της εναγομένης και να οφείλει συνεπεία τούτου στη Δ.Ε.Η.
το ανωτέρω ποσό για κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος για περίοδο 6 μηνών. Αντίθετα, θα πρέπει να ερευνηθούν πλέον από το Δικαστήριο τούτο οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, ως προς τα παραπάνω κονδύλια, κατά το μέρος που ερείζονται αυτά στις λοιπές βάσεις της ένδικης αγωγής, μετά τη νόμιμη επαναφορά προς τούτο ενώπιον του της υπόθεσης με την προαναφερθείσα κλήση της αναιρεσείουσας, για το σκοπό αυτό.
Κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, υποχρέωση αποζημιώσεως επάγεται και το υπαιτίως ασκούμενο, από τον συμβαλλόμενο διαρκούς συμβάσεως, δικαίωμα καταγγελίας αυτής, από την οποία προκλήθηκε ζημία του αντισυμβαλλομένου, εάν η άσκηση του διαπλαστικού αυτού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη.
Η ίδια υποχρέωση αποζημιώσεως γεννάται κατά το άρθρο 919 ΑΚ αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσεως, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών όταν η συνέπειά της, δηλονότι η λύση της συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του.
Το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως δεν αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση που επιβάλλει ο συμβαλλόμενος έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου του, εντεύθεν δε η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, πολύ περισσότερο, καθόσον η συμπεριφορά αυτή του τελευταίου, που ουσιαστικώς εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτελέσεως της ενοχής, επιβάλλεται από το άρθρο 288 ΑΚ ( Ολ.ΑΠ 12-13/2004 ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Ν.146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές, εργολαβικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε προς τον σκοπό ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικείμενη στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενομένης ζημίας.
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδες στοιχείο προς θεμελίωση της αξιώσεως προς αποζημίωση επί αθεμίτου ανταγωνισμού είναι και το να εκτελείται η πράξη, που φέρεται ως συνιστώσα τον αθέμιτο ανταγωνισμό, με πρόθεση ανταγωνισμού προς την από άλλον ασκούμενη εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση και να αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 ΑΚ, σε περίπτωση παράνομης προσβολής της προσωπικότητας ο προσβληθείς με πράξη επαγόμενη μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια από τις εκφάνσεις της, δικαιούται να απαιτήσει την αποκατάσταση της προσγενόμενης σε αυτόν ζημίας από την προσβολή αυτή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του προσβάλλοντος.
Το νομικό πρόσωπο, εξάλλου, προσβαλλόμενο κατά τα παραπάνω δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον πρόκειται περί αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προσβάλλοντος από την οποία πλήττεται η πίστη, η φήμη, το επάγγελμα και το μέλλον τούτου. Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσεως, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, ούτε οι συνέπειες της καταγγελίας συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, για την οποία μπορεί να επιδιωχθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, όταν ο ισχυρισμός είναι απαράδεκτος ή μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Η μη λήψη δε υπόψη ισχυρισμού που θεμελιώνει βάση της αγωγής, ελέγχεται με τον από τον αριθμό 8 και όχι 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στην προηγούμενη σκέψη, δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν τα αιτήματά της, για διαφυγόντα κέρδη 32.000.000 δραχμών από απώλεια προμηθειών της ενάγουσας από την καταγγελία και μέχρι τη λήξη της επίδικης σύμβασης, της δαπάνης για ηλεκτρικό ρεύμα (466.811 δραχμές), του διαφυγόντος κέρδους από τη μη εκμετάλλευση του καταστήματός της επί εξάμηνο (120.000 δραχμές) και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (5.000.000 δραχμές), ως ερειδόμενα στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης και αν ακόμη έγινε άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο, δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, οι δε συνέπειές της, δηλαδή η λύση της σύμβασης, και ότι αυτό συνεπάγεται, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του.
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς τα παραπάνω αιτήματά της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 919, 914, 932 ΑΚ, αφού τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν θεμελίωναν βάση της αγωγής που να στηρίζεται στις διατάξεις αυτές,.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, είναι αβάσιμος. Ομοίως, η ένδικη αγωγή, αναφορικά με τις επικουρικές βάσεις της, με τις οποίες επιχειρείται η θεμελίωσή της, ως προς τα παραπάνω αιτήματα, στις διατάξεις του αθέμιτου ανταγωνισμού και στην προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας (ως προς τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), είναι αόριστη, αφού τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν αρκετά για να στηρίξουν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 1 του Ν.146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" και 57, 59, 914, 932 ΑΚ., και συγκεκριμένα, ως προς τον αθέμιτο ανταγωνισμό, δεν αναφέρεται αν η προηγηθείσα της καταγγελίας συμπεριφορά της εναγομένης, εκτελείτο με πρόθεση ανταγωνισμού προς την ασκούμενη από την ενάγουσα εμπορική δραστηριότητα και σε τι συνίστατο ο ανταγωνισμός αυτός, δεδομένου ότι η ενάγουσα ενεργούσε για λογαριασμό της επιχείρησης της εναγομένης, ενώ, ως προς την προσβολή της προσωπικότητα της ενάγουσας, δεν επικαλείται η τελευταία περιστατικά παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, μόνο δε η καταγγελία της ένδικης σύμβασης, δεν συνιστούσε τέτοια συμπεριφορά, ούτε και αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Επομένως, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη και τις επικουρικές αυτές βάσεις της ένδικης αγωγής, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (και όχι 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι παραπάνω επικουρικές βάσεις της αγωγής ήταν νομικά αόριστες και εντεύθεν απαράδεκτες, και ως εκ τούτου δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (δεύτερος), κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Ακόμη "πράγμα" υπό την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ ΑΠ 3/2008).
Η μη λήψη δε υπόψη ισχυρισμού που θεμελιώνει βάση της αγωγής, ελέγχεται με τον από τον αριθμό 8 και όχι 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, που προβλέπει αντικατάσταση των εσφαλμένων αιτιολογιών και απόρριψη της έφεσης, εάν το διατακτικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται ορθό, δεν παρέχει στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με έφεση απόφασης, τη δυνατότητα να ερευνήσει παράπονα που δεν προβλήθηκαν με λόγους έφεσης ή ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί χωρίς να υπερβαίνει τα οριοθετούμενα με τους λόγους της έφεσης όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης. 'Ετσι, εάν ο ενάγων παραπονείται με την έφεσή του, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη κάποια βάση της αγωγής, το Εφετείο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει την νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ως προς την βάση της αυτή, και εάν την κρίνει νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη να απορρίψει την έφεση και να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να την εξαφανίσει, αλλά οφείλει να περιορισθεί μόνο στην έρευνα του διατυπούμενου με το σχετικό λόγο της έφεσης παραπόνου και εάν κρίνει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την βάση αυτή της αγωγής ως αόριστη ή μη νόμιμη, ενώ αυτή ήταν ορισμένη και νόμιμη, είναι υποχρεωμένο να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, μόνο δε μετά την εξαφάνισή της και διακράτηση της υπόθεσης, προς εξέταση της ουσίας της (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να ερευνήσει τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.
Εάν, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο περιοριστεί να αντικαταστήσει, στην περίπτωση αυτή, την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, δηλαδή λαμβάνει υπόψη λόγο έφεσης και συνεπώς "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, που δεν προτάθηκε και έτσι ιδρύεται ο από το εδάφιο α' της τελευταίας αυτής διάταξης (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.
Η διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 534 του ίδιου κώδικα, απαγορεύει, κατά την αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, πριν από την εξαφάνισή της, την έκδοση απόφασης επιβλαβέστερης για τον εκκαλούντα, και συνεπώς απόφασης με δυσμενέστερο γι` αυτόν δεδικασμένο, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, δεν επιτρέπει υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το Εφετείο ενεργεί μέσα στα όρια αυτά, οπότε μόνο δεν απαγορεύεται η έκδοση απόφασης (πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης), με ισοδύναμο προς την πρωτόδικη δεδικασμένο, η οποία δεν είναι επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα ( ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1062/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως στην πρώτη σκέψη της παρούσης αναφέρεται, με την κύρια βάση της ένδικης αγωγής της, η αναιρεσείουσα ζήτησε, πλην άλλων, και την καταψήφιση (όπως στη συνέχεια το αίτημα αυτό περιόρισε σε αναγνωριστικό) της αρχικώς εναγομένης, την οποία διαδέχθηκαν οι ήδη αναιρεσίβλητες, στην καταβολή αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη 32.000.000 δραχμών (απώλεια προμηθειών της ενάγουσας από την καταγγελία και μέχρι τη λήξη της επίδικης σύμβασης), το οποίο απώλεσε εξ αιτίας της χωρίς σπουδαίο λόγο, εντεύθεν δε καταχρηστικής καταγγελίας της μεταξύ των συμβάσεως (άρθρα 281, 914 ΑΚ) δυνάμει της οποίας η πρώτη είχε αναλάβει την επί προμηθεία πώληση παγωτών της παραγωγής της, στις γεωγραφικές περιφέρειες των Νομών Πρεβέζης και Λευκάδος.
Στην ίδια ως άνω βάση της αγωγής (από αδικοπραξία, λόγω της καταχρηστικής, ως αντίθετης προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη καταγγελία της σύμβασης), στήριξε και τα κονδύλια της αγωγής, για την δαπάνη που υποβλήθηκε από την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος (466.811 δραχμές) προς συντήρηση των παγωτών και για διαφυγόν κέρδος (120.000 δραχμές) από τη μη εκμετάλλευση του καταστήματός της επί εξάμηνο (120.000 δραχμές), λόγω άρνησης της εναγομένης να παραλάβει τον εξοπλισμό και τον ψυκτικό θάλαμο της ιδιοκτησίας της.
Το ως άνω δικαστήριο με την συνεκκληθείσα υπ`αριθμ. 9931/1997 προδικαστική απόφασή του, απέρριψε ως αόριστη την άνω βάση της αγωγή, που είχε έρεισμα στα άρθρα 281, 914 ΑΚ, ως προς τα κονδύλια των 32.000.000 δραχμών για διαφυγόντα κέρδη, των 466.811 της θετικής ζημίας και 120.000 δραχμών, επίσης για διαφυγόντα κέρδη, ενώ με επάλληλη αιτιολογία του απέρριψε την βάση αυτή της αγωγής ως προς τα δύο τελευταία αυτά κονδύλια και ως μη νόμιμη, την κρίση δε αυτή υιοθέτησε και η εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της η αναιρεσείουσα παραπονέθηκε για την απόρριψη της βάσεως αυτής της αγωγής της ως αόριστης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρότι μάλιστα στη συνεκδικασθείσα αντίθετη έφεση της εφεσίβλητης, υπό την επίκληση έννομου συμφέροντος, δεν περιείχετο παράπονο για την απόρριψη ως αόριστης και όχι ως μη νόμιμης ή ως ουσιαστικά αβάσιμης, της βάσης αυτής της αγωγής, ως προς τα πιο πάνω αιτήματά της, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, εξέτασε την ουσιαστική βασιμότητα της βάσεως αυτής της αγωγής και αφού έκρινε, βάσει των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, "ότι υφίστατο σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης από την αρχικώς εναγομένη και ότι σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να τεθεί θέμα καταχρηστικότητας της καταγγελίας της τελευταίας", απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την παραπάνω βάση αυτής, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την ως άνω δική του.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, με την κρίση του αυτή το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς αυτά να έχουν αχθεί νομίμως ενώπιόν του. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττεται μ' αυτόν η παραπάνω βάση της αγωγής, αληθώς μόνο από τον αριθμό 8 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του. Κατ' ακολουθίαν όσων προεκτέθηκαν, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της αγωγής, που έχει έρεισμα στην καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας (άρθρα 281, 914 ΑΚ), η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει τους λοιπούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ιδίως δε τους τέταρτο και πέμπτο εξ αυτών, καθώς και αυτούς του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το μέρος που πλήττεται το κεφάλαιο αυτό της αγωγής, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4863/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013).
Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4863/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς το παραπάνω κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, για το αναιρούμενο ως άνω κεφάλαιο της ένδικης αγωγής, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ