Supreme Court allows appeal against dismissal of worker's compensation claim due to missed six-month statute of limitations. The court ruled that the limitation period applies only to direct statutory claims, not those based on regulations referring to the law. The appeal is allowed, and the case is remanded for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the lower court's dismissal of a worker's compensation claim filed after the six-month limitation period. The appellant argued that the limitation rule in Article 6(2) of Law 3198/1955 applies only to direct statutory claims, not to those based on regulations referring to the law. The court agreed, finding the lower court erred in applying the limitation period to the appellant's claim, which was based on a regulation referring to the law. Consequently, the appeal was allowed, the decision was annulled, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticle 6(2) of Law 3198/1955; Article 5(1) of Law 435/1976: The six-month limitation period for filing claims for statutory severance pay applies only to claims arising directly from the law, not to those based on regulations that refer to the law for the calculation of the amount.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2250 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Κατά την παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112 και το ΒΔ της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεώς τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, διότι οι διατάξεις αυτές δεν παραπέμπουν μόνο στην αποζημίωση του Ν. 2112 και του ΒΔ της 16/18-7-1920, αλλά προβλέπουν ρητώς ότι ως προς την ανωτέρω αποζημίωση "εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955".
Αριθμός 2250/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΠΑΤΡΩΝ ΑΕ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ μετατροπής καθολικής διαδόχου του εδρεύοντος στην Πάτρα Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Κώτσιου.
Του αναιρεσιβλήτου: .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 17-9-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 417/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 790/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Ν 435/1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως και συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για να λάβουν πλήρη σύνταξη γήρατος, μπορούν αν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία τους και αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από τον εργοδότη τους λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως, που δικαιούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη.
Για την αποζημίωση που χορηγείται, κατά τα ανωτέρω, στους μισθωτούς που αποχωρούν ή απομακρύνονται, εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στα άρθρα 1,2,4,5,6,7,8 και 9 του Ν. 3198/1955 καθώς και στις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και στο Β.Δ. της 16/18-7-1920, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν.2112 και το ΒΔ της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, καταρχήν, ως προς την αποζημίωση που δικαιούται ο εργαζόμενος απευθείας από το Ν.2112 ή το ΒΔ της 16/18-7-1920 και όχι για την αποζημίωση που δικαιούται βάσει άλλων διατάξεων νόμου, ΣΣΕ ή διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες παραπέμπουν στον άνω Ν.2112/ ΒΔ μόνο για τον καθορισμό του μεγέθους της αποζημιώσεως.
Στην περίπτωση όμως της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως τους, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του Ν. 435/1976, οι διατάξεις αυτές δεν παραπέμπουν μόνο στην αποζημίωση του Ν.2112 και του ΒΔ της 16/18-7-1920, αλλά προβλέπουν ρητώς ότι ως προς την ανωτέρω αποζημίωση "εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 6 του Ν.3198/1955".
Συνεπώς η αξίωση για την καταβολή ή συμπλήρωση της εν λόγω αποζημιώσεως υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ.2 του πιο πάνω νόμου αποσβεστική προθεσμία. Βέβαια, με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2556/199 7 ορίζεται ότι "οι εργαζόμενοι στα Κ.Τ.Ε.Λ.(αστικά-υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν.173/1967 ...".
Όμως η διάταξη αυτή θεσπίστηκε αποκλειστικά και μόνο για να επιλύσει νομοθετικώς το ζήτημα της μη εφαρμογής αναφορικά με τους εργαζομένους στα Κ.Τ.Ε.Λ. των περιορισμών του α.ν.173/1967 και ως εκ τούτου η αναφορά σ' αυτήν "της αποζημιώσεως του ν.2112/1920" γίνεται μόνο με την έννοια του καθορισμού του μεγέθους της οφειλόμενης αποζημιώσεως, η οποία έτσι οφείλεται υπό όλες τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος αυτός σε συνδυασμό του με τις ως άνω διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 5 του ν.435/1976,με περαιτέρω αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αυτήν η ως άνω διάταξη του άρθρου β παρ.2 του ν.3198/1955 (βλ.
σχ. Ολ. ΑΠ 46/2005, 19/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσελήφθη το έτος 1966 από το εναγόμενο ΚΤΕΛ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε αρχικά ως εισπράκτορας και στη συνέχεια ως ελεγκτής μέχρι τις 21.7.1996, οπότε έπαυσε να εργάζεται λόγω ασθενείας.
Για το λόγο αυτό με απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ χορηγήθηκε στον ενάγοντα προσωρινή σύνταξη αναπηρίας. Το εναγόμενο, το οποίο ήταν διαρκώς ενήμερο για την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, όταν του γνωστοποιήθηκε η ανωτέρω απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ, στις 20.10.2003, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και του κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των 13.000 ευρώ.
Ο ενάγων δικαιούται την από το Ν. 2112/1920 προβλεπόμενη αποζημίωση, η οποία δεν υπόκειται σε περιορισμό, ούτε στον προβλεπόμενο από το άρθρο 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985 και υπολογίζεται βάσει των ετών υπηρεσίας από της προσλήψεως του μέχρι τις 20.10.2003, οπότε συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της απολύσεως του και βάσει του συνόλου των τακτικών αποδοχών του κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2003, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, που ανέρχονταν στο ποσό των 1.336 ευρώ.
Το εναγόμενο ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως προς απόκρουση της αγωγής και ισχυρίζεται και τώρα με τις προτάσεις αυτής της συζητήσεως ότι η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για το λόγο ότι ασκήθηκε μετά την εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 Ν. 3198/1955 και ειδικότερα την 1-3-2005. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί και πάλι ως αβάσιμος, διότι η διάταξη αυτή αφορά αποζημίωση που δικαιούται ο μισθωτός ευθέως από τον νόμο 2112/1920 και όχι από άλλη αιτία, όπως από ισχύοντα κανονισμό, ο οποίος παραπέμπει στον ως άνω νόμο μόνο για τον ποσοτικό καθορισμό της αποζημιώσεως, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η αγωγή του αναιρεσίβλητου μισθωτού (εισπράκτορα) κατά της αναιρεσείουσας (ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΠΑΤΡΩΝ Α.Ε), που ασκήθηκε μετά την πάροδο της από το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 προθεσμίας, την οποία ακολούθως δέχθηκε και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 24.408 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 του ν.2556/1997 και 6 παρ.2 του ν.3198/1955,εφόσον,με βάση τις παραδοχές του, πράγματι, η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου ήταν απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.2 του ν.3198/1955,ως έχουσα ασκηθεί μετά την πάροδο της από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενης αποσβεστικής προθεσμίας.
Επομένως ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
Τέλος ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 790/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ