Legislator Case Law & Legislation
2250/2006 AI generated

2250/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2250/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Legislator headnote

AI generated

2250/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): έκθεση). Η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη για τους εξής λόγους: Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α΄ του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο.

Keywords

AI generated
unfit notwithstanding health condition assessment of moral damages case of extreme hardship donation mortis causa humanitarian grounds prohibition of inhuman treatment
AI generated
2538/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειου Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
909/2016
Supreme Court dismisses appeal against murder conviction for failure to cite specific grounds in appeal request.
2061/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1862/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
1831/2010
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου που καταδίκασε τον αιτούντα για ληστεία με την επιβαρυντική περίπτωση ότι από την πράξη του επήλθε ο θάνατος της παθούσας, διότι τα επικαλούμενα και αποδεικτικά στοιχεία που ως νέα προσκόμισε ο αιτών (ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.) δεν είναι από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ικανά να οδηγήσουν με βεβαιότητα στο ότι ο καταδικασθείς ήταν αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για βαρύτερο αδίκημα από αυτό που τέλεσε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2250 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2250/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις, δύο (2) τον αριθμό, των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2549/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Μαρτίου 2006 και 3 Μαρτίου 2006, αντίστοιχα, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 539/2006.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία μαζί με τη με αριθμό 242/30.5.2006 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιο σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το 576/2005 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων και τους α) Χ2, για να δικαστεί ως υπαίτιος ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, ηθικής αυτουργίας σε απλή συνέργεια σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, από κοινού απόπειρα εκβίασης κατ' επάγγελμα και συνήθεια κατ' εξακολούθηση, κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, όχι όμως το ποσό των 73.000 ευρώ, της ένωσης με άλλους για διάπραξη κακουργήματος (συμμορία), ηθικής αυτουργίας σε παράνομη οπλοφορία κατά συρροή και ηθικής αυτουργίας σε οπλοχρησία κατά συρροή και β) Χ1 , για να δικαστεί ως υπαίτιος για από κοινού απόπειρα εκβίασης κατ' επάγγελμα και συνήθεια κατ' εξακολούθηση και ένωσης με άλλους για διάπραξη κακουργήματος (συμμορία) (βλ.

βούλευμα).

ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού οι Χ2, και Χ1 άσκησαν έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 2549/2005 βούλευμα, δέχθηκε μεν τυπικά τις εφέσεις, αλλά τις απέρριψε ως αβάσιμες στην ουσία της και επικύρωσε τις παραπεμπτικές διατάξεις του πρωτόδικου βουλεύματος (βλ. βούλευμα). Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε με θυροκόλληση στον ίδιο τον κατηγορούμενο Χ2, στις 3-2-2006 και στον αντίκλητό του δικηγόρο στις 23-2-2006 ενώ στον κατηγορούμενο Χ1 στις 2-3-2006 (βλ.

εκθέσεις επιδόσεων). Στις 3-3-2006 εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο δικηγόρος Δημήτριος Μπαλέρμπας και δυνάμει της από 2-3-2006 εξουσιοδοτήσεως του κατηγορουμένου δήλωσε ότι ασκεί για λογαριασμό αυτού αίτηση αναίρεσης και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 31/3-3-2006 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση).

Στην έκθεση αυτή αναφέρονται ως λόγοι αναίρεσης: α) η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρθρ. 484§1 β΄ ΚΠΔ) και β) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 484§1 δ΄ ΚΠΔ). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά μόνον ως προς τον πρώτο λόγο, αφού ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού παραπέμπεται και για κακουργήματα (άρθρ. 462, 463, 473, 474, 482 ΚΠΔ).

Αντίθετα ως δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού με το πρόσχημα της "έλλειψης αιτιολογίας", εκείνο που αμφισβητείται είναι η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Δικαστικού Συμβουλίου (βλ. αίτηση). Περαιτέρω στις 10-3-2006 εμφανίσθηκε στην αρμόδια υπάλληλο του Εφετείου Αθηνών αυτοπροσώπως ο Χ1 και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του ίδιου παραπάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 37/10-3-2006 έκθεση αναίρεσης (βλ.

έκθεση). Η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη για τους εξής λόγους: Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α΄ του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο.

Διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης ή περιγραφική απλώς αναφορά αυτών δεν αρκεί. Ειδικότερα για την πληρότητα των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, στην οποία περιλαμβάνεται και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ή του βουλεύματος, πρέπει 1) στην πρώτη περίπτωση αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, και προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία της απόφασης ή του βουλεύματος και αν υπάρχει αιτιολογία, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης και 2) στη δεύτερη περίπτωση να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος ή της απόφασης (βλ.

ΑΠ 2494/2005). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την με αριθμό 37/10-3-2006 έκθεση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 , ως λόγοι αναίρεσης αναφέρονται τα εξής: "1. Διότι το αναιρεσιβαλλόμενο ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όπως και το επικυρωθέν από αυτό υπ' αριθμόν 576/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών στερείται καθ' όσον αφορά σε εμένα, της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Ειδικότερα: Από το αιτιολογικό του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (δι' αναφοράς στις αιτιολογίες της σχετικής εισαγγελικής προτάσεως), όπως και από το αιτιολογικό του επικυρωθέντος από αυτό βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, δεν προκύπτει με σαφήνεια από ποιά συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και κατά τίνα εκτίμηση και αξιολόγηση αυτών έγινε δεκτό με τα βουλεύματα αυτά ότι προκύπτουν αποχρώσες0 (σοβαρές) ενδείξεις κατ' εμού προς παραπομπή μου στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών για να δικαστώ ως υπαίτιος από κοινού απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και ένωσης με άλλους για την διάπραξη κακουργήματος (συμμορία).

Επίσης, από το αιτιολογικό του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (όπως και του επικυρωθέντος από αυτό βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών) προκύπτει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψιν και δεν αξιολογήθηκαν ουσιώδη και κρίσιμα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, τα οποία συγκεντρώθηκαν κατά την διενεργηθείσα επί της υποθέσεως αυτής, ανάκριση και ιδίως εκείνα που εγώ νομίμως προσεκόμισα και επικαλέστηκα και με τα απολογητικά μου υπομνήματα κατά την διενεργηθείσα κύρια ανάκριση.

Εάν το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών (και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών) ελάμβανε υπ' όψιν και αξιολογούσε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα και στοιχεία, θα έκρινε και θα δεχόταν τούτο, ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις ενοχής μου προς παραπομπή μου στο ακροατήριο. Επομένως, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (όπως και το επικυρωθέν με αυτό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών) είναι αναιρετέο κατ' άρθρον 484 παρ. 1 στοιχ.

ε του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 2. Διότι με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών (όπως και με το επικυρωθέν από αυτό υπ' αριθμόν 576/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών) παραβιάστηκαν ευθέως άλλως εκ πλαγίου ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και επειδή τα βουλεύματα αυτά δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη, σαφή και ορισμένο τα περιστατικά που γίνονται δεκτά με αυτά σχετικά με την εις βάρος μου κατηγορία, ενόψει και όσων διαλαμβάνω στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, καθισταμένου εντεύθεν ανέφικτου του ελέγχου του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Επομένως το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (όπως και το επικυρωθέν με αυτό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών) είναι αναιρετέο και κατ' άρθρον 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, 3. Διότι, άλλως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμά του (όπως και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμόν 576/2005 βούλευμά του, παραβίασε ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Νόμου και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές.".

Ο λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και ασαφείς και δεν έχουν τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται, σύμφωνα με τις παραπάνω νομολογιακές παραδοχές, για το παραδεκτό τους. Συγκεκριμένα και όσον αφορά τον περί "εσφαλμένης ερμηνείας και παραβίασης ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του νόμου" λόγο , αυτός είναι απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται η διάταξη που παραβιάστηκε και δε προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος.

Περαιτέρω και όσο αφορά τον "περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας" σε σχέση με την αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το Συμβούλιο και την μη λήψη υπόψη των "αποδεικτικών μέσων και στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από την ανάκριση" και προσκομίσθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως γιατί δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά αυτά μέσα και επί πλέον γιατί με πρόσχημα την "έλλειψη αιτιολογίας" αμφισβητείται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο Εφετών.

Αλλά και ο περί παραβίασης "ευθέως άλλως εκ πλαγίου ουσιαστικών ποινικών διατάξεων" λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος αφού δεν προσδιορίζονται ούτε οι διατάξεις που παραβιάσθηκαν ούτε η παραδοχή του Συμβουλίου, ούτε τυχόν ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά που θα οδηγούσαν σε εκ πλαγίου παράβαση. Και αν όμως η αίτηση αυτή κριθεί παραδεκτή, ειδικώς ως προς τον περί "ελλείψεως αιτιολογίας", όσον αφορά την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, ο λόγος αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος, αφού από το βούλευμα σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση έλαβε υπόψη "...

το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν κατά την κυρία ανάκριση και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τις απολογίες και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων..." (βλ. βούλευμα) και δεν είχε νομική υποχρέωση να εξειδικεύσει τι ακριβώς προκύπτει από καθένα από τα μέσα αυτά χωριστά,

ΙΙΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση δια του αναιρετικού λόγου της "εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα", ο αναιρεσίων Χ2, στρέφεται μόνον κατά του μέρους του βουλεύματος που τον παρέπεμψε για ηθική αυτουργία σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή και για ηθική αυτουργία σε απλή συνέργεια σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, γιατί όπως υποστηρίζει, με βάση τις παραδοχές του βουλεύματος, οι πράξεις του αυτές θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως ηθική αυτουργία σε βαριά σωματική βλάβη κατά συρροή και ηθική αυτουργία σε απλή συνέργεια σε βαριά σωματική βλάβη κατά συρροή (βλ. αναίρεση),

ΙV. Προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση για τις πράξεις αυτές, δέχθηκε με επίκληση των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται στο βούλευμα, τόσο, με αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, όσο και με δική του σκέψη τα εξής σχετικά με τις παραπάνω κρίσιμες πράξεις: "Ο εκ των κατηγορουμένων Χ2, έχοντας οικονομικές δοσοληψίες με το παρ' ολίγο θύμα Ζ1, στον οποίον όφειλε ο εν λόγω εκκαλών 226.000 ευρώ ως εργολαβικό αντάλλαγμα για τις εργασίες που του παρέσχε κατά την θερινή περίοδο των 2 ετών 2001 και 2002 στο γυμναστήριο επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας αριθμός 106 περιοχής Μελισσίων Αττικής, το οποίο γυμναστήριο διατηρούσε και λειτουργούσε ως επιχείρηση με την μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥ ΠΛΑΘΕΙΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ Α.Ε.", και έχοντας εκδώσει ακάλυπτες επιταγές για την εξασφάλιση του ως άνω ποσού (226.000 ευρώ), προκειμένου να αποτρέψει την σφράγιση αυτών (ακάλυπτων επιταγών) και την έκδοση κατόπιν τούτου διαταγών πληρωμών σε βάρος του και την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 17/3/2003 και 4/6/2003 αφού στις 17/3/2003 απείλησε το παρ' ολίγο θύμα (Ζ1) με την φράση "αν τολμήσεις να μου σφραγίσεις μία επιταγή θα φύγεις από την ζωή.

Πάρε την οικογένειά σου και φύγε με το πρώτο αεροπλάνο μακρυά από την Ελλάδα" που του απηύθυνε, προέβη εν συνεχεία σε βάρος του στις κατωτέρω ενέργειες. Και συγκεκριμένα: στις 18/3/2003 έπεισε τον μη ασκήσαντα έφεση κατηγορούμενο Ζ2 καθώς επίσης και τον εκ των εκκαλούντων Χ3 και δύο επί πλέον άγνωστα πρόσωπα, με την υπόσχεση παροχής υλικής αμοιβής, να προβεί, ο πρώτος τούτων (Ζ2 ) σε κατά συρροή απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε βάρος του Ζ1 και του Ζ3, ο δε Χ3 και τα δύο επί πλέον άγνωστα πρόσωπα να συνδράμουν ψυχικά με την παρουσία τους στον τόπο του εγκλήματος τον πρώτο τούτων Ζ2 , στην διάπραξη της ειλημμένης ως άνω και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσεώς του.

Ειδικότερα: ο προαναφερόμενος Ζ2 έχονταςπεισθεί από τον Χ2, (εκκαλούντα) να διαπράξει τα κακουργήματα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε βάρος των Ζ1 και Ζ3, στις 18 Μαρτίου 2003 και περί ώρα 18.00, συνοδευόμενος από τον Χ3 (εκκαλούντα) και δύο άγνωστα άτομα, που επίσης είχαν πεισθεί από τον Χ2, (εκκαλούντα) να συνδράμουν τον ανωτέρω (Ζ2 ) στην τέλεση των προαναφερομένων ανθρωποκτονιών με την υπόσχεση υλικών παροχών, εισήλθε στο επί της συμβολής των οδών ...

και ...περιοχής ... κατάστημα πωλήσεως χρωμάτων των υποψηφίων ως άνω θυμάτων, φέροντες άπαντες πιστόλια. Και ενώ τα δύο άγνωστα άτομα παρέμειναν στην είσοδο του εν λόγω καταστήματος, ο Χ3 (εκκαλών) που είχε εισέλθει εντός αυτού στάθηκε στη μέση περίπου του καταστήματος κρατώντας επιδεικτικά το πιστόλι στο χέρι, ο δε Ζ2 έχοντας κατά τα προεκτεθέντα αποκόψει οποιαδήποτε δίοδο διαφυγής των υποψηφίων θυμάτων, κατευθύνθηκε προς αυτά (θύματα) που ευρίσκοντο στο βάθος του καταστήματος πίσω από ένα πάγκο, και πυροβόλησε πλαγίως κατ' αυτών από μικρή απόσταση με ανθρωποκτόνο πρόθεση, δύο φορές κατά του Ζ1 και μία φορά κατά του Ζ3.

Συνεπεία των ανωτέρω πυροβολισμών ο μεν Ζ1 επλήγη στον μηρό του δεξιού κάτω άκρου, ο δε Ζ3 στους γλουτούς. Και συγκεκριμένα στον Ζ1 προκλήθηκε διαμπερές κυκλικό τραύμα διαμέτρου 1,4 εκατοστών στην εσωτερική επιφάνεια, του δεξιού μηρού (κάτω τριτημορίου) κατά την είσοδο της βολίδας του όπλου (πιστολίου), και τραύμα διαμέτρου 2 εκατοστών στην εξωτερική επιφάνεια του δεξιού μηρού (κάτω τριτημορίου) όπου και η πύλη εξόδου της βολίδας του όπλου (πιστολίου).

Ενώ στον Ζ3 προκλήθηκε τυφλό τραύμα με πύλη εισόδου της βολίδας του πιστολίου τον αριστερό γλουτό και σημείο ενσφηνώσεως της βολίδας τον δεξιό γλουτό, και συγκεκριμένα προκλήθηκε κυκλικό τραύμα διαμέτρου 1 εκατοστού περίπου κατά το άνω έξω τριτημόριο του αριστερού γλουτού όπου η πύλη εισόδου της βολίδας του πιστολίου, και τραύμα κατά το έξω τεταρτημόριο του δεξιού γλουτού απ' όπου και αφαιρέθηκε χειρουργικώς η βολίδα του όπλου.

Η ανθρωποκτόνος πρόθεση των ανωτέρω δραστών έστω και ως ενδεχόμενος δόλος προκύπτει αναμφισβήτητα εν προκειμένω, δοθέντος ότι μπορεί μεν τα θύματα να μην επλήγησαν σε καίρια σημεία του σώματός τους, πλην όμως επλήγησαν σε σημεία τέτοια από τα οποία διέρχεται η μηριαία αρτηρία η τρώση της οποίας επιφέρει συνήθως τον θάνατο λόγω ακατάσχετης αιμορραγίας.

Πράγμα το οποίο (θάνατος) αν και επεδιώκετο έστω και ως ενδεχόμενος δόλος, δεν επήλθε εν προκειμένω από αίτια ανεξάρτητα από την θέληση των ως άνω δραστών, κυρίως διότι παρεσχέθη στα θύματα εγκαίρως ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Είναι δε εκτός πάσης αμφιβολίας ότι οι δράστες, ηθικός αυτουργός - αυτουργός - απλοί συνεργοί, ενήργησαν λόγω των αιτίων που τους ώθησαν στην πράξη τους όπως έχει προαναφερθεί ήδη εν ψυχρώ, ευρισκόμενοι δηλαδή σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Περαιτέρω το Συμβούλιο προκειμένου να απορρίψει σχετικούς ισχυρισμούς τουκατηγορουμένου δέχθηκε ότι "Ο κατηγορούμενος Χ2, στα υπομνήματά του εμμέσως πλην σαφώς όμως δεν αρνείται τις κατηγορίες, απλώς επιχειρεί με διάφορες αβάσιμες σκέψεις να τις υποβαθμίσει. Και συγκεκριμένα: α) ότι η πράξη της κατά συρροή απόπειρας ανθρωποκτονίας, πρέπει κατ' αυτόν να χαρακτηρισθεί κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας είτε ως κατά συρροή επικίνδυνη σωματική βλάβη είτε ως κατά συρροή βαρεία σωματική βλάβη, υπονοώντας προφανώς βαρεία σκοπουμένη σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 3 σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 2 ιδίου άρθρου του Π.Κ.).

Ως προς τον ως άνω ισχυρισμό περί βαρείας δηλαδή σκοπουμένης σωματικής βλάβης, πρέπει να λεχθεί ότι οπωσδήποτε θα απασχολήσει το δικαστήριο (Μ.Ο.Δ), το οποίο θα ασχοληθεί με την ουσία της προκειμένης υποθέσεως και το οποίο θα κρίνει σχετικού περί αυτού του ζητήματος. Στο στάδιο αυτό όμως η κατηγορία της κατά συρροή απόπειρας ανθρωποκτονίας πρέπει να παραμείνει ως έχει, διότι όταν πυροβολεί κάποιος άλλον στους μηρούς με μακρύκανο πυροβόλο όπλο (πιστόλι), δεν μπορεί να είναι βέβαιος εκ των προτέρων ότι θα προκληθεί μόνο βαρεία σωματική βλάβη σε βάρος του θύματος ή θάνατος αυτού συνεπεία τρώσεως της μηριαίας αρτηρίας αποτέλεσμα το οποίο προφανώς αποδέχετο ο δράστης εν προκειμένω, καθώς επίσης και ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ2, ως ηθικός αυτουργός της εν λόγω πράξεως, όπως προκύπτει από τις απειλές που είχε εκτοξεύσει σε βάρος του θύματος Ζ1 πριν από την τέλεση της πράξεως σύμφωνα με τα προλεχθέντα" και περαιτέρω ότι "ειδικά ως προς τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου Χ2, για επιτρεπτή μεταβολή της σε βάρος του κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή σε ηθική αυτουργία σε επικίνδυνη σωματική βλάβη ή σε βαριά σωματική βλάβη, ότι, όπως επισημαίνεται και στην εισαγγελική πρόταση, στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι ο δράστης έπληξε με τους πυροβολισμούς του τους παθόντες Ζ1 και Ζ3 σε σημεία επικίνδυνα (μηρούς και γλουτούς), η τρώση των οποίων, λόγω της διέλευσης από εκεί της μηριαίας αρτηρίας και φλέβας, μπορεί να επιφέρει το θάνατο, λόγω ακατάσχετης αιμορραγίας, αποτέλεσμα το οποίο τουλάχιστον γνώριζε ως ενδεχόμενο ο δράστης αυτός και το αποδέχθηκε, φανερώνει τη συνδρομή ανθρωποκτόνου προθέσεως, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, και συνακόλουθα δικαιολογεί την παραπομπή του εν λόγω κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας.

Η άρνηση εκ μέρους του εν λόγω κατηγορουμένου των αποδιδόμενων σ' αυτόν κατηγοριών και ιδίως της ηθικής αυτουργίας στην πιο πάνω απόπειρα ανθρωποκτονίας, τους δράστες της οποίας, όπως ισχυρίζεται δεν γνωρίζει, η οποία δεν ενισχύεται από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν είναι σε θέση να αναιρέσει ή να εξασθενίσει τις παραπάνω προκύπτουσες σε βάρος του επαρκείς ενδείξεις", V.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για τις παραπάνω πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί και επιχειρήματα, με βάση τους οποίους, υπήγαγε τη συμπεριφορά αυτή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42, 46§1, 47, 94 και 299§1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς και αιτιολογημένα εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Συνεπώς ο εκ του άρθρου 484§1 β΄ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, πλην του μέρους του με το οποίο πλήττεται ουσιαστικά η κρίση του Συμβουλίου επί της ουσίας, αφού του αποδίδεται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που πρέπει κατά το μέρος αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Πρέπει μετά ταύτα η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 31/3-3-2006 αίτηση αναίρεσης, που άσκησε δια πληρεξουσίου ο κατηγορούμενος Χ2, , κάτοικος Αθηνών, και η με αριθμό 37/10-3-2006 αίτηση αναίρεσης που άσκησε αυτοπροσώπως ο κατηγορούμενος Χ1, κατά του 2549/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και

ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Αθήνα, 16-5-2006

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής".

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση κι έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α΄ του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στην έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου τη αναιρέσεως, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 Κ.Π.Δ., που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης ή περιγραφική απλώς αναφορά αυτών δεν αρκεί. Ειδικότερα για την πληρότητα των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, στην οποία περιλαμβάνεται και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ή του βουλεύματος, πρέπει 1) στην πρώτη περίπτωση, αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, και προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία της απόφασης ή του βουλεύματος και, αν υπάρχει αιτιολογία, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτής σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης και 2) στη δεύτερη περίπτωση να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος ή της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση στη με αριθμό 37/10.3.2006 έκθεση αναίρεσης, που συντάχθηκε ύστερα από δήλωση του κατηγορουμένου Χ1 Αθηνών, ως λόγοι αναίρεσης αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "1. Διότι το αναιρεσιβαλλόμενο ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όπως και το επικυρωθέν από αυτό υπ΄αριθμόν 576/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στερείται καθ΄ όσον αφορά σε εμένα, της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Ειδικότερα: Από το αιτιολογικό του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (δι΄ αναφοράς στις αιτιολογίες της σχετικής εισαγγελικής προτάσεως), όπως και από το αιτιολογικό του επικυρωθέντος από αυτό βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν προκύπτει με σαφήνεια από ποιά συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και κατά τίνα εκτίμηση και αξιολόγηση αυτών έγινε δεκτό με τα βουλεύματα αυτά ότι προκύπτουν αποχρώσεως (σοβαρές) ενδείξεις κατ΄ εμού προς παραπομπή μου στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών για να δικαστώ ως υπαίτιος από κοινού απόπειρας εκβίασης κατ΄ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και ένωσης με άλλους για την διάπραξη κακουργήματος (συμμορία).

Επίσης, από το αιτιολογικό του αναιρεσιβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (όπως και του επικυρωθέντος από αυτό βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) προκύπτει ότι δεν ελήφθησαν υπ΄ όψιν και δεν αξιολογήθηκαν ουσιώδη και κρίσιμα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, τα οποία συγκεντρώθηκαν κατά την διενεργηθείσα επί της υποθέσεως αυτής, ανάκριση και ιδίως εκείνα που εγώ νομίμως προσεκόμισα και επικαλέστηκα και με τα απολογητικά μου υπομνήματα κατά την διενεργηθείσα κύρια ανάκριση.

Εάν το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών (και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών) ελάμβανε υπ΄ όψιν και αξιολογούσε και τα αποδεικτικά αυτά και στοιχεία, θα έκρινε και θα δεχόταν τούτο, ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις ενοχής μου προς παραπομπή μου στο ακροατήριο. Επομένως, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (όπως και το επικυρωθέν με αυτό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) είναι αναιρετέο κατ΄ άρθρον 484 παρ. 1 στοιχ.

ε΄ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2) Διότι με το αβαιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών (όπως και με το επικυρωθέν από αυτό υπ΄ αριθμόν 576/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) παραβιάστηκαν ευθέως, άλλως, εκ πλαγίου ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και επειδή στα βουλεύματα αυτά δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη, σαφή και ορισμένο τα περιστατικά που γίνονται δεκτά με αυτά σχετικά με την εις βάρος μου κατηγορία, ενόψει και όσων διαλαμβάνω στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, καθισταμένου εντεύθεν ανέφικτου του ελέγχου του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Επομένως το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (όπως και το επικυρωθέν με αυτό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) είναι αναιρετέο και κατ΄άρθρον 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., 3. Διότι, άλλως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμά του (όπως και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄ αριθμόν 576/2005 βούλευμά του, παραβίασε ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Νόμου και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές".

Με το παραπάνω περιεχόμενο η ως άνω αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη προεχόντως διότι δεν περιέχει κανένα ορισμένο λόγο από τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., αφού 1) η αιτίαση που επιχειρείται να στηριχθεί στον από την περίπτωση δ΄ της παραγρ. 1 του ως άνω άρθρου του Κ.Π.Δ.

προβλεπόμενο λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο και δεν αξιολογήθηκαν ουσιώδη και κρίσιμα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, τα οποία συγκεντρώθηκαν από την διενεργηθείσα ανάκριση και ιδίως εκείνα που αυτός (αναιρεσείων) προσκόμισε και επικαλέσθηκε και με τα απολογητικά του υπομνήματα κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση", είναι αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται ποία είναι τα αποδεικτικά αυτά μέσα, και 2) οι αιτιάσεις που επιχειρείται να στηριχθούν στους από την περίπτωση β΄ της παραγρ. 1 του ως άνω άρθρου λόγους α) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ποινικής διάταξης και β) της εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι και οι δύο αόριστες, διότι όσον αφορά την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δεν αναφέρονται οι διατάξεις που παραβιάσθηκαν ούτε προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή τους σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος, όσον δε αφορά την εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δεν προσδιορίζονται τυχόν ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά που θα οδηγούσαν σε κρίση για την ύπαρξη αυτής.

Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του Π.Κ., όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου.

Αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, που συνίσταται στο ότι, παρά το γεγονός ότι ο δράστης θεώρησε ως πιθανό το αποτέλεσμα της ενέργειας ή παράλειψής του τον θάνατο άλλου, εν τούτοις προχώρησε και αποδέχθηκε αυτό το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξης του. Ο τρόπος και τα μέσα θανατώσεως δεν ορίζονται από το νόμο ούτε περιορίζονται από αυτόν.

Κατά την έννοια δε του άρθρου 42 παρ. 1 του Π.Κ., με το οποίο ορίζεται ότι "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Ως αρχή εκτέλεσης για την ύπαρξη αξιόποινης απόπειρας θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελεί τμήμα εν όλω ή εν μέρει της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που έχει αποφασίσει να τελέσει και που οδηγεί κατ΄ ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε άμεση και αναγκαία σχέση συνάφειας, ώστε, κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται τμήμα αυτής, προς την οποία θα κατέληγε αμέσως, αν δεν ήθελε αποκοπεί για οποιοδήποτε λόγο, ενώ, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α Π.Κ., προκύπτει ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτούνται:

α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα, β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.

Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε΄ (και τώρα στοιχ. δ΄) του Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο βούλευμα, όταν περιέχονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και στο μεν παραπεμπτικό βούλευμα θεμελιώνουν, στο δε απαλλακτικό βούλευμα αποκλείουν τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία έχουν συναχθεί αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κρίθηκε ότι υπάρχουν ή δεν υπάρχουν, αντίστοιχα, αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε κατ΄ αυτού ποινική δίωξη, Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.

αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν, με την προϋπόθεση τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.

Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Κ.Π.Δ., συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος ή εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε με αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνην που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα έχουν εμφιλοχωρήσει, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο με αριθμ. 2549/2005 βούλευμά του, δέχθηκε, με αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία συμπληρωματικά αναφέρεται στις σκέψεις της υιοθετούμενης εξ ολοκλήρου από το πρωτόδικο βούλευμα πρότασης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και με ίδιες σκέψεις, ότι, από τα κατ΄ είδος μνημονευόμενα σε αυτό αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν κατά την κυρία ανάκριση και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τις απολογίες και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο εκ των κατηγορουμένων Χ2, έχοντας οικονομικές δοσοληψίες με το παρ΄ ολίγο θύμα Ζ1 , στον οποίον όφειλε ο εν λόγω εκκαλών 226.000 ευρώ ως εργολαβικό αντάλλαγμα για τις εργασίες που του παρέσχε κατά την θερινή περίοδο των 2 ετών 2001 και 2002 στο γυμναστήριο επί της Λεωφόρου Δημοκρατίας αριθμός 106 περιοχής Μελισσίων Αττικής, το οποίο γυμναστήριο διατηρούσε και λειτουργούσε ως επιχείρηση με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥ ΠΛΑΘΕΙΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗς ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ Α.Ε." και έχοντας εκδώσει ακάλυπτες επιταγές για την εξασφάλιση του ως άνω ποσού (226.000 ευρώ), προκειμένου να αποτρέψει την σφράγιση αυτών (ακάλυπτων επιταγών) και την έκδοση κατόπιν τούτου διαταγών πληρωμών σε βάρος του και την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 17.3.2003 και 4.6.2003 αφού στις 17.3.2003 απείλησε το παρ΄ ολίγο θύμα (Ζ1) με τη φράση "αν τολμήσεις να μου σφραγίσεις μία επιταγή θα φύγεις από τη ζωή.

Πάρε την οικογένειά σου και φύγε με το πρώτο αεροπλάνο μακρυά από την Ελλάδα", που τού απηύθυνε, προέβη εν συνεχεία σε βάρος του στις κατωτέρω ενέργειες. Και συγκεκριμένα: στις 18.3.2002 έπεισε τον μη ασκήσαντα έφεση κατηγορούμενο Ζ2 , καθώς επίσης και τον εκ των εκκαλούντων Χ3 και δύο επί πλέον άγνωστα πρόσωπα, με πειθώ και φορτικότητα, με την υπόσχεση παροχής υλικής αμοιβής σε αυτούς, δεδομένου ότι αυτοί ήταν άτομα που εκινούντο στο χώρο του οργανωμένου εγκλήματος, ο πρώτος τούτων (Ζ2 ) να σκοτώσει με χρήση όπλου που έφερε στο κατάστημά του τον Ζ1, γνωρίζοντας ότι σε αυτό υπήρχαν και άλλα άτομα, ο εκεί εργαζόμενος .... , αλλά και πιθανοί πελάτες και υπήρχε ενδεχόμενο να κτυπηθεί θανάσιμα και άλλο πρόσωπο, πέραν των ανωτέρω, γεγονός που αποδέχθηκε, ο δε Χ3 και τα δύο επί πλέον άγνωστα πρόσωπα να συνδράμουν ψυχικά με την παρουσία τους στον τόπο του εγκλήματος τον πρώτο τούτων Ζ2 στη διάπραξη της ειλημμένης ως άνω και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσεώς του.

Ειδικότερα, ο προαναφερόμενος Ζ2 έχοντας πεισθεί από τον Χ2, (εκκαλούντα) να διαπράξει τα κακουργήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε βάρος των Ζ1 και του Ζ3 , πωλητή χρωμάτων, που κατ΄εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο κατάστημα του πρώτου, στις 18 Μαρτίου 2003 και περί ώρα 18.00΄συνοδευόμενος από τον Χ3 (εκκαλούντα) και δύο άγνωστα ακόμη άτομα, που επίσης είχαν πεισθεί από τον Χ2, (εκκαλούντα) να συνδράμουν τον ανωτέρω (Ζ2 ) στην τέλεση των προαναφερομένων ανθρωποκτονιών με την υπόσχεση υλικών παροχών, εισήλθαν στο επί της συμβολής των οδών ....και ...περιοχής ...

κατάστημα πωλήσεως χρωμάτων των υποψηφίων ως άνω θυμάτων, φέροντες άπαντες πιστόλια. Και ενώ τα δύο άγνωστα άτομα παρέμειναν στην είσοδο του εν λόγω καταστήματος, ο Χ3 (εκκαλών), που είχε εισέλθει εντός αυτού, στάθηκε στη μέση περίπου του καταστήματος κρατώντας επιδεικτικά το πιστόλι στο χέρι, ο δε Ζ2 , έχοντας κατά τα προεκτεθέντα αποκόψει οποιαδήποτε δίοδο διαφυγής των υποψηφίων θυμάτων, κατευθύνθηκε προς αυτά (θύματα), που ευρίσκονται στο βάθος του καταστήματος πίσω από ένα πάγκο και πυροβόλησε πλαγίως κατ΄ αυτών από μικρή απόσταση με ανθρωποκτόνο πρόθεση, δύο φορές κατά του Ζ1 και μία φορά κατά του Ζ3 , πωλητή χρωμάτων που κατ΄ εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο κατάστημα του πρώτου.

Συνεπεία των ανωτέρω πυροβολισμών, ο μεν Ζ1 επλήγη στο μηρό του δεξιού κάτω άκρου, ο δε Ζ3 στους γλουτούς και συγκεκριμένα στον Ζ1 προκλήθηκε διαμπερές κυκλικό τραύμα διαμέτρου 1,4 εκατοστών στην εσωτερική επιφάνεια του δεξιού μηρού (κάτω τριτημορίου) κατά την είσοδο της βολίδας του όπλου (πιστολίου) και τραύμα διαμέτρου 2 εκατοστών στην εξωτερική επιφάνεια του δεξιού μηρού (κάτω τριτημορίου) όπου και η πύλη εξόδου της βολίδας του όπλου (πιστολίου).

Ενώ στον Ζ3 προκλήθηκε τυφλό τραύμα με πύλη εισόδου της βολίδας του πιστολίου στον αριστερό γλουτό και σημείο ενσφηνώσεως της βολίδας στον δεξιό γλουτό και συγκεκριμένα προκλήθηκε κυκλικό τραύμα διαμέτρου 1 εκατοστού περίπου κατά το άνω έξω τριτημόριο του αριστερού γλουτού, όπου η πύλη εισόδου της βολίδας του πιστολίου και τραύμα κατά το έξω τεταρτημόριο του δεξιού γλουτού απ΄ όπου και αφαιρέθηκε χειρουργικώς η βολίδα του όπλου.

Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του ανωτέρω δράστη έστω και ως ενδεχόμενος δόλος, συνάγεται από το γεγονός ότι πυροβόλησε κατ΄ επανάληψη από κοντινή απόσταση με πυροβόλο όπλο και με την κάνη του στραμμένη προς την κατεύθυνση των παθόντων κατά το χρόνο που αυτοί επιχειρούσαν να καλυφθούν πέφτοντας στο έδαφος, προκύπτει δε αναμφισβήτητα εν προκειμένω, δοθέντος ότι μπορεί μεν τα θύματα να μην επλήγησαν σε καίρια σημεία του σώματός τους, πλην όμως επλήγησαν σε σημεία επικίνδυνα (γλουτούς και μηρούς), ήτοι τέτοια από τα οποία διέρχεται η μηριαία αρτηρία, η τρώση της οποίας μπορεί να επιφέρει το θάνατο λόγω ακατάσχετης αιμορραγίας, αποτέλεσμα το οποίο τουλάχιστον γνώριζε ως ενδεχόμενο ο δράστης αυτός και το αποδέχθηκε.

Ο θάνατος δε τούτων, αν και επεδιώκετο έστω και ως ενδεχόμενος δόλος, δεν επήλθε εν προκειμένων από αίτια ανεξάρτητα από την θέληση των ως άνω δραστών, κυρίως διότι παρεσχέθη στα θύματα εγκαίρως ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Είναι δε εκτός πάσης αμφιβολίας ότι οι δράστες, ηθικός αυτουργός - αυτουργός - απλοί συνεργοί, ενήργησαν λόγω των αιτίων που τους ώθησαν στην πράξη τους, όπως έχει προαναφερθεί ήδη, εν ψυχρώ, ευρισκόμενοι δηλαδή σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Η άρνηση εκ μέρους του εν λόγω κατηγορουμένου των αποδιδόμενων σ΄αυτόν κατηγοριών και ιδίως της ηθικής αυτουργίας στην πιο πάνω απόπειρα ανθρωποκτονίας, τους δράστες της οποίας, όπως ισχυρίζεται δεν γνωρίζει, η οποία δεν ενισχύεται από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν είναι σε θέση να αναιρέσει ή να εξασθενίσει τις παραπάνω προκύπτουσες σε βάρος του επαρκείς ενδείξεις.

Ως προς τον προβληθέντα ισχυρισμό του ως άνω κατηγορουμένου περί βαρείας δηλαδή σκοπούμενης σωματικής βλάβης, πρέπει να λεχθεί ότι οπωσδήποτε θα απασχολήσει το δικαστήριο (Μ.Ο.Δ.), το οποίο θα ασχοληθεί με την ουσία της προκειμένης υποθέσεως και το οποίο θα κρίνει σχετικά περί αυτού του ζητήματος. Στο στάδιο αυτό όμως η κατηγορία της κατά συρροή απόπειρας ανθρωποκτονίας πρέπει να παραμείνει ως έχει, διότι, όταν πυροβολεί κάποιος άλλον στους μηρούς με μακρύκανο πυροβόλο όπλο (πιστόλι) δεν μπορεί να είναι βέβαιος εκ των προτέρων ότι θα προκληθεί μόνο βαρεία σωματική βλάβη σε βάρος του θύματος ή θάνατος αυτού συνεπεία τρώσεως της μηριαίας αρτηρίας αποτέλεσμα το οποίο προφανώς αποδέχετο ο δράστης εν προκειμένω, καθώς επίσης και ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ2, ως ηθικός αυτουργός της εν λόγω πράξεως, όπως προκύπτει από τις απειλές που είχε εκτοξεύσει σε βάρος του θύματος Ζ1 πριν από την τέλεση της πράξεως σύμφωνα με τα προλεχθέντα".

Με βάση τα παραπάνω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον του ως άνω κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και κατόπιν τούτων απέρριψε την έφεσή του και επικύρωσε το πρωτόδικο υπ΄ αριθμ. 576/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός για να δικασθεί, μεταξύ άλλων, και για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή και της ηθικής αυτουργίας σε απλή συνέργεια σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή.

Με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ΄ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί και επιχειρήματα, με βάση τους οποίους, υπήγαγε τη συμπεριφορά αυτή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42, 46 παρ. 1 , 47, 94 και 299 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς και αιτιολογημένα εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται όλα τα περιστατικά που θεμελιώνουν την πρόθεση του, ως άνω αναιρεσείοντος να προκαλέσει στον συγκατηγορούμενο του τον Ζ2 την απόφαση να διαπράξει σε βάρος των ως άνω παθόντων την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας και στον συγκατηγορούμενο του Χ3 να συνδράμει σ΄ αυτή, αφού αναφέρεται σε αυτό το κίνητρο αυτού (αναιρεσείοντος) να θέλει την θανάτωση του Ζ1, και να αποδέχεται την θανάτωση του Ζ3, ως ατόμου που, κατά τον χρόνο που θα επιχειρείτο η με πυροβολισμούς θανάτωση του πρώτου, ενδέχεται να βρισκόταν στο κατάστημα τούτου, και είναι αδιάφορο το ότι δεν γνώριζε τούτον προηγουμένως.

Επίσης εκτίθενται με πληρότητα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ανθρωποκτόνος πρόθεση του Ζ2 και αιτιολογείται πλήρως και ο ενδεχόμενος δόλος του στην αξιόποινη αυτή πράξη, που τελέσθηκε κατά συρροή, με την παραδοχή ότι με τους πυροβολισμούς αυτού σε επικίνδυνα σημεία του σώματος των παθόντων, από τα οποία λόγω της διέλευσης από αυτά της μοιραίας αρτηρίας και φλέβας, μπορούσε να επέλθει ο θάνατος τους, πράγμα το οποίο γνώριζε αυτός και το αποδέχθηκε, και ο οποίος (ενδεχόμενος δόλος) κατά τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη, αρκεί για την θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.

Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περίπτωση β΄ του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ2, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με τις ειδικότερες αιτιάσεις α) ότι η τρώση της αρτηρίας των παθόντων δεν μπορούσε να επιφέρει τον θάνατο τους και β) ότι δεν είναι δυνατόν να στοιχειοθετηθεί ανθρωποκτόνος πρόθεση του αναιρεσείοντος για τον παθόντα Ζ3, εφόσον δεν προκύπτει από αυτό (το προσβαλλόμενο βούλευμα) ότι γνώριζε αυτός αυτόν.

Ως αβάσιμος επίσης πρέπει να απορριφθεί ο κατ΄ εκτίμηση του αναιρετηρίου, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης του ίδιου αναιρεσείοντος ότι από το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν προκύπτει ότι έλαβε το Συμβούλιο υπόψη του ολόκληρο το περιεχόμενο του απολογητικού του υπομνήματος, και τούτο διότι από την αναφορά στην αρχή του αιτιολογικού του βουλεύματος των κατ΄ είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν κατά την κύρια ανάκριση, μεταξύ των οποίων ρητώς κατονομάζονται και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων και συνεπώς και του αναιρεσείοντος, προκύπτει αδίστακτα ότι το Συμβούλιο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση έλαβε υπόψη όλο το περιεχόμενο αυτών, η επισήμανση δε στο αιτιολογικό τούτου (βουλεύματος) ορισμένων σημείων αυτού γίνεται, ως και ο ίδιος ο αναιρεσείων στην αίτηση του αναφέρει, για την αντίκρουση των προβαλλομένων απ΄ αυτόν ισχυρισμών του.

Ο από την επίκληση του ίδιου λόγου αναίρεσης αιτίαση, ότι το Συμβούλιο εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του αδελφού του παθόντος Ζ1, "ότι οι δράσται ήθελαν να μας φοβίσουν όχι να μας σκοτώσουν" πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και γι΄ αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Τέλος, υπό την επίκληση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προβαλλόμενος δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τις αιτιάσεις ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ενοχή του αναιρεσείοντος όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις, α) της από κοινού απόπειρας εκβίασης κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ΄ εξακολούθηση, β) της ηθικής αυτουργίας σε παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και γ) της πλαστογραφίας με χρήση κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει ποσό του 15.000 ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται επίσης η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου.

Μετά από αυτά, πρέπει ν΄ απορριφθούν και οι δύο αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει α) την υπ΄ αριθμ. 31/2006 αίτηση του Χ2, και β) την υπ΄ αριθμ. 37/2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 2549/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και

Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2006

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ