Legislator Case Law & Legislation
224/2026 AI generated

Supreme Court allows additional appeal arguments and orders partial annulment of lower court decision.

Case Number 224/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the National Health Organization's request for additional appeal arguments and the subsequent partial annulment of the First Instance Court's ruling. The court held that the procedural requirements for filing supplementary appeal grounds were met, allowing the case to be remanded for retrial. Consequently, the Second Instance Court's decision regarding interest payments was upheld, while the First Instance judgment was partially annulled to facilitate a new trial on the disputed portion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(1)-(2) and 568(2)-(3), 570(3) of the Code of Civil Procedure; Additional appeal grounds are admissible only if filed in writing at least thirty days before the hearing and served on the opposing party within the same timeframe, and their fulfillment allows the Supreme Court to annul the contested decision and remand the case for retrial.

Keywords

AI generated
additional appeal grounds Code of Civil Procedure partial annulment procedural admissibility remand for retrial interest payments service of documents

Cited Legislation

AI generated
Article 569(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(2), (3) of the Code of Civil Procedure
Article 570(3) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Code of Civil Procedure
Article 45(1) of Law 4607/2019

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 224 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 224 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελευθερία Χριστοπούλου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΙΑΤΡΕΙΟ ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μάκκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4690/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 3155/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την από 02-11-2023 αίτησή του και τους από 08-01-2025 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. " 1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, Κ.Πολ.Δ.

κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. , συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1313/2024 ,ΑΠ 830/2021, ΑΠ 422/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση: Α) η από 2-11-2023 (ΓΑΚ .../ 2023, ΕΑΚ .../2023,αριθμ. δικ. .../2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3155/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία , η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή και Β) οι από 8-1-2025 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 16-1-2025 , όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. .../2025 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του αρμόδιου Γραμματέα του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή τους η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ( 17-3-2025) και επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (βλ. την υπ` αριθμ. ...2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου … , με έδρα το Πρωτοδικείο … , Ε. Α.).

Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 Κ.Πολ.Δ.) λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (ΑΠ 817/2019, ΑΠ 580/2019) αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά , μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 805/2020, ΑΠ 304/2020, ΑΠ 236/2020) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3155/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος την από 27-11-2017 αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4690/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της ως άνω απόφασης το εναγόμενο και ήδη αναρεσείον άσκησε την από 8.7.2022 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία αυτή έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν και εξαφανίστηκε εν μέρει η ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο της επιβολής τόκου υπολογιζόμενου με επιτόκιο σε ποσοστό 6% ετησίως , αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος της αυτό έκανε δεκτή την αγωγή κατά το αίτημα επιδίκασης τόκων από την επίδοση της αγωγής υπολογιζόμενου του επιδικαζόμενου σε βάρος του εναγόμενου τόκου με επιτόκιο 6% ετησίως για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι τις 30.4.2019 και με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ 1 ν. 4607/2019, για το χρονικό διάστημα από 01.5.2019 έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3918/2011, συστάθηκε ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, νέος φορέας κοινωνικής ασφάλισης με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ο οποίος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν, ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.

Περαιτέρω, στο άρθρο 30 παρ. 1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας εγκρίνεται ο Ενιαίος Κανονισμός Παροχών Υγείας, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. , με τον οποίο καθορίζεται το είδος, η έκταση, το ύψος των παροχών υγείας, ο τρόπος και η διαδικασία χορήγησής τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια".

Με το άρθρο 13 παρ. 17 του ν. 4052/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 4075/2012, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. εντάχθηκαν οι υπηρεσίες και οι αρμοδιότητες ως προς την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος εκτός των άλλων, από την 1η-5-2012, του Κλάδου Υγείας του ΤΑΥΤΕΚΩ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. διέπεται από Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας [ΚΥΑ.Φ.90380/25916/3294 (ΦΕΚ B`2456/03/l 1/2011)], όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την ΥΑ Φ.90380/5383/738/10.4.2012 (ΦΕΚ Β`1233/11.4.2012) και ΥΑ ΕΜΠ5/2012 (ΦΕΚ Β 3054 18.11.2012) και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, στο άρθρο 18 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Για την αγορά υπηρεσιών νοσοκομειακής, ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και λοιπών ειδών και μέσων περίθαλψης, ο Οργανισμός συνάπτει συμβάσεις με τους παρόχους υγείας, με τις οποίες προσδιορίζονται οι όροι που διέπουν τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, μέσα στο πλαίσιο των κειμένων κάθε φορά διατάξεων για τα προβλεπόμενα όρια αμοιβών, ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Υ.Σ.Π.Υ.

κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 32 § 2 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει". Ακολούθως, στο άρθρο 10 του κανονισμού για την νοσοκομειακή περίθαλψη, ορίζεται: "Α. Η νοσοκομειακή περίθαλψη περιλαμβάνει τη νοσηλεία του πάσχοντα, την ενδιαίτησή του, την οποιασδήποτε φύσεως ιατρική, νοσηλευτική και φαρμακευτική προς αυτόν συνδρομή και ειδικότερα τη δέουσα αγωγή και θεραπεία για αποκατάσταση σωματικών και ψυχικών αναπηριών ή νοσηρών εν γένει καταστάσεων, καθώς και τις αναγκαίες θεραπείες, παρακλινικές εξετάσεις, κάθε αναγκαία φαρμακευτική αγωγή, ειδικά θεραπευτικά μέσα και προθέσεις.

Β. Η νοσοκομειακή περίθαλψη παρέχεται στα: α) νοσηλευτικά ιδρύματα των σχηματισμών του Ε.Σ.Υ. , β) πανεπιστημιακά νοσοκομεία, γ) νοσηλευτικά ιδρύματα Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα δ) συμβεβλημένες ιδιωτικές κλινικές, ε) στρατιωτικά νοσοκομεία, στ) κέντρα αποκατάστασης -αποθεραπείας κλειστής νοσηλείας, ζ) κλινικές και ιδρύματα χρόνιων παθήσεων, η) Μονάδες Χρόνιας Αιμοκάθαρσης και θ) Μονάδες Ψυχικής Υγείας.

Η νοσηλεία σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις παρέχεται στη βάση σχετικών συμβάσεων και ειδικότερα στις περιπτώσεις γ' και δ', στη βάση συμβάσεων κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 2071/1992, όπως ισχύει και ύστερα από έγκριση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. ...Για νοσηλεία σε συμβεβλημένες ιδιωτικές κλινικές αποδίδεται το ειδικό (κλειστό) ενοποιημένο νοσήλιο που προβλέπεται από τις αριθ.

Υ4ε/130675/2008 (Β` 2115) και Υ4ε/οικ. 12971/2007 (Β` 143), κοινές υπουργικές αποφάσεις καθώς και τα εξαιρούμενα ως κατωτέρω. [Τα τέσσερα πρώτα εδάφια αντικαταστάθηκαν ως άνω με την παρ.2 της ΥΑ Φ.903 80/1027/208/2012 (ΦΕΚ Β 34 19.1.2012), όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο μόνον της ΥΑ Φ.90380/οικ.2150/329/2012 (ΦΕΚ Β`56/25/01/2012).

Περαιτέρω, στο άρθρο 20 (Έλεγχος), ορίζεται: "Η άσκηση του Υγειονομικού και Φαρμακευτικού ελέγχου γίνεται από τους ιατρούς, οδοντιάτρους και φαρμακοποιούς και βοηθούς φαρμακοποιούς του Ταμείου, μόνιμους και με σύμβαση καθώς και τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΥΠΕΔΥΦΚΑ. Το Δ.Σ. του Ταμείου μπορεί με απόφασή του να αναθέτει τον υγειονομικό, φαρμακευτικό καθώς και τον οδοντιατρικό έλεγχο σε ιατρό, φαρμακοποιό και οδοντίατρο με σύμβαση έργου, τηρουμένων των κειμένων διατάξεων".

Στο άρθρο 21 (Αναγνώριση δαπανών), ορίζεται: "1. Η αναγνώριση των παροχών γίνεται από τα αρμόδια όργανα του Ταμείου με την υποβολή των προβλεπόμενων παραστατικών - δικαιολογητικών από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και από τις σχετικές διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά περί υγειονομικής περίθαλψης, 2. Το ύψος των δικαιούμενων παροχών καθορίζεται με βάση το ισχύον κάθε φορά κρατικό τιμολόγιο και το ποσοστό έκπτωσης που προβλέπουν οι εκάστοτε συνομολογούμενες κατά το άρθρο 18 του παρόντος συμβάσεις. 3.

Δαπάνες ιατρικών πράξεων, παρακλινικών εξετάσεων και θεραπειών που δεν περιλαμβάνονται στο κρατικό τιμολόγιο δεν αναγνωρίζονται από το Ταμείο. 4. Είδος παροχών που δεν αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό δεν αναγνωρίζεται από το Ταμείο". Ενόψει των ανωτέρω, τυχόν προφορική συμφωνία μεταξύ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και ιδιωτικού παρόχου υγείας, δυνάμει της οποίας ο δεύτερος αναλαμβάνει τη διενέργεια εργαστηριακών-διαγνωστικών και παρακλινικών εξετάσεων στους ασφαλισμένους του πρώτου και αυτός (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στη συνέχεια, καταβάλει την αντίστοιχη αμοιβή, με βάση το ισχύον κρατικό τιμολόγιο, δεν υποκαθιστά τον έγγραφο τύπο, ο οποίος είναι συστατικός, ακόμη και αν ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

συμμορφώνεται στην ως άνω συμφωνία και, εντεύθεν, ως άκυρη, λογίζεται ως μη γενόμενη (ΑΠ 576/2024, ΑΠ 1883/2022). Από το άρθρο 904 του Α.Κ. , που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι, εκτός άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή, η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία. Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, την οποία απέκτησε, χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 του Α.Κ. , που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ. , αφού για αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με κάποια άλλη διάταξη ( ΑΠ 576/2024, ΑΠ 1883/2022 Α.Π. 61/2022, Α.Π. 15/2020, Α.Π. 1325/2019, Α.Π. 1151/2017).

Παρέπεται, ότι κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, το οποίο επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ` αυτόν που πράγματι έχει πληγεί ( ΑΠ 576/2024, ΑΠ 849/2019, ΑΠ 338/2016). Στοιχεία της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που πρέπει να εκτίθενται σ` αυτή, κατά το άρθρ. 216§1 του Κ.Πολ.Δ. , για να είναι ορισμένη, είναι, γενικώς, η ύπαρξη περιουσιακής ωφέλειας σε κάποιο πρόσωπο, η αιτία, για την οποία αυτή επήλθε και η ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγόμενου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 501/2016).

Αν όμως η βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 493/2020, ΑΠ 1157/2017).

Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνον αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγόμενου, απετέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.

Έτσι πληρούται με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 22/2003, ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 576/2024, ΑΠ 493/2020).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. , αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019).

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Α.Π. 1597/2018, Α.Π. 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή, η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. , αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ` αυτές ή αν, αντιθέτως, τις έκρινε ως αόριστες, μη λαμβάνοντας υπ` όψη γεγονότα που αναφέρονται σ` αυτές ( ΑΠ 1883/2022, Α.Π. 138/2022, Α.Π. 1597/2018, Α.Π. 967/2017).

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, άλλως, αυτές από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, για το λόγο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον οικείο λόγο της έφεσης του εναγόμενου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή, που άσκησε κατ' αυτού η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, είναι επαρκώς ορισμένη, παρότι δεν γίνεται μνεία της ακυρότητας και των λόγων ακυρότητας της ένδικης σύμβασης.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. , επισκόπηση της από 27-11-2017 (αριθμ. Καταθ. ...2017) αγωγής, που άσκησε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι αυτή υποστήριξε ότι "..Κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων μας, που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2008, στην έδρα του αντιδίκου Ταμείου, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ" Τομέας Ασθένειας Προσωπικού ΗΛΠΑΠ (ΤΑΥΤΕΚΩ/ΤΑΠ-ΕΛΠΑΠ) και εν αναμονή της υπογραφής και της σχετικής σύμβασης μεταξύ μας, σύμφωνα με τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του αντιδίκου, η εταιρεία μας ανέλαβε τη διενέργεια εργαστηριακών-διαγνωστικών και παρακλινικών εξετάσεων στα εργαστήρια της έδρας μας και στα υποκαταστήματά της στο Νομό Αττικής, στους ασφαλισμένους του αντιδίκου Ταμείου κατά την προφορική μας συμφωνία , η οποία είχε ως πρότυπο την αντίστοιχη σύμβαση που είχαμε υπογράψει με το Ασφαλιστικό Ταμείο του Δημοσίου, για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του Δημοσίου, εμείς διενεργούσαμε τις εργαστηριακές-διαγνωστικές εξετάσεις στους ασφαλισμένους του Ταμείου, κατόπιν σχετικού παραπεμπτικού, προβαίναμε στην αξιολόγηση των ευρημάτων και χορηγούσαμε τα αποτελέσματα αυτών, στο τέλος δε κάθε μήνα τιμολογούσαμε, με τιμές ισχύοντος κρατικού τιμολογίου, συγκεντρωτικά τις διενεργηθείσες εξετάσεις των ασφαλισμένων του και αρχές του επόμενου μήνα υποβάλαμε στο αντίδικο το σχετικό τιμολόγιο και συνημμένα τις καταστάσεις με τις εντολές εργαστηριακών εξετάσεων που πραγματοποιήθηκαν στα εργαστήριά μας τον προηγούμενο μήνα, προκειμένου να μας καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή μας εντός τριάντα ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου.

Η εταιρεία μας, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του αντιδίκου ότι θα υπογραφεί άμεσα και η σχετική σύμβαση... εξυπηρετούσε κανονικά και αδιάκοπα στους ασφαλισμένους του αντιδίκου Ταμείου... Είχε δε συμφωνηθεί ότι η πληρωμή των ιατρικών μας υπηρεσιών, όπως αυτές προσδιορίζονταν από το κρατικό τιμολόγιο, που παρείχε η εταιρεία μας με τις διαγνωστικές εξετάσεις και εργαστηριακές αναλύσεις στους ασφαλισμένους, θα γινόταν από το Ταμείο μετά τον έλεγχο και την εκκαθάριση από τις αρμόδιες υπηρεσίες του αντιδίκου...

Το αντίδικο... τελικά, παρά τις συνεχείς υποσχέσεις του και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας, ουδέποτε μας κάλεσε να υπογράψουμε σύμβαση συνεργασίας, ωστόσο αρχικά εξοφλούσε τα τιμολόγια που του αποστέλλαμε. Από τις αρχές του έτους 2011 όμως, το αντίδικο άρχισε να καθίσταται υπερήμερο ως προς την πληρωμή των τιμολογημένων υπηρεσιών που παρείχαμε στους ασφαλισμένους του.

Στις συνεχείς διαμαρτυρίες μας και οχλήσεις μας διαβεβαίωνε ότι θα προβεί άμεσα στην εξόφληση...Η εταιρείας μας καλόπιστα αποδέχτηκε τις διαβεβαιώσεις του αντιδίκου και συνέχισε να παρέχει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ιατρικές της υπηρεσίες στους ασφαλισμένους του...

Στην προκειμένη περίπτωση, ναι μεν δεν υπήρχε ισχύουσα γραπτή σύμβαση μεταξύ της εταιρείας μας και του αντιδίκου κατά το χρονικό διάστημα παροχής των ανωτέρω περιγραφόμενων ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του τελευταίου (Φεβρουάριο 2012 έως Απρίλιο 2012), ωστόσο, παρείχαμε πραγματικά και άρτια τις ιατρικές υπηρεσίες μας στους ασφαλισμένους του εναγόμενου, στις οποίες, άλλωστε, το τελευταίο απέβλεπε ουσιαστικώς και αποδέχθηκε πραγματικά...

Κατά συνέπεια, το αντίδικο κατέστη πλουσιότερο, κατά το συνολικό ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και δύο λεπτών (46.490,02 )ευρώ, ήτοι κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των ιατρικών υπηρεσιών που πράγματι παρείχαμε στους ασφαλισμένους του Ταμείου και το οποίο θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να καταβάλει το εναγόμενο σε άλλο εργαστήριο Π.Φ.Υ. ή ιατρό για την παροχή των ίδιων ακριβώς ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του... Επειδή υφίσταται ενεργή αξίωσή μας κατά του εναγόμενου ταμείου για αναζήτηση του ως άνω ποσού των 46.490,02 ευρώ, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (αρ. 904 επ. ΑΚ), αφού με την παροχή των ανωτέρω ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του, επήλθε αύξηση της περιουσίας του εις βάρος της δικής μας και επί ζημία της, χωρίς να υφίσταται νόμιμη αιτία για τη διατήρηση από το αντίδικο της κτηθείσας ωφέλειας, η οποία συνίσταται στο ως άνω ποσό των 46.490,02 ευρώ, ποσό κατά το οποίο μειώθηκε η περιουσία μας, ο δε παράνομος πλουτισμός του σώζεται έως και σήμερα...".

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που αφορά στο ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι " ...Με τον πρώτο λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή της πρωτοδίκως υποβληθείσας ένστασής του, παρότι -κατά τον πρωτοδίκως προβληθέντα βάσιμο δικονομικό του ισχυρισμό- το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο είναι πρόδηλα αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης: α) ως προς τον τρόπο κοστολόγησης των παρασχεθεισών υπηρεσιών β) ως προς το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης γ) ως προς τον αρμόδιο υπάλληλο του εναγομένου με τον οποίο καταρτίστηκε η επίδικη συμφωνία και δ) ως προς τα στοιχεία που υποδεικνύουν τις ενέργειες της ενάγουσας για την εξόφληση των επίδικων τιμολογίων και την άρνηση του εναγομένου να εξοφλήσει την οφειλή του.

Πλην όμως, από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι περιέχονται σε αυτό όλα τα απαιτούμενα εκ των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 338 του ΚΠολΔ, 904 Α.Κ. στοιχεία για την πληρότητα της ιστορικής του βάσης και τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσης αυτοτελώς στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ.

του Α.Κ. , καθόσον εκτίθενται στην εν λόγω αγωγή τα στοιχεία: α) του πλουτισμού του εναγομένου, και ήδη εκκαλούντος, λόγω της λήψης, διά των ασφαλισμένων του ως άνω ασφαλιστικού Ταμείου, των παρασχεθεισών υπηρεσιών της ενάγουσας, και ήδη εφεσίβλητης, β) της παράνομης αιτίας του πλουτισμού, δηλαδή της άκυρης, συναφθείσας, μεταξύ των διαδίκων, προφορικώς καταρτισθείσας με την ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, σύμβασης προμήθειας και παροχής των υπηρεσιών της σε Ν.Π.Δ.Δ.

κοινωνικοασφαλιστικό Ταμείο, γ) της περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας, και ήδη εφεσίβλητης, παρόχου των αναφερομένων στην αγωγή υπηρεσιών, στην οποία, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, υποκατασταθέν εκ του νόμου με καθολική διαδοχή στη θέση του ως άνω ασφαλιστικού Ταμείου, δέκτη, μέσω ·των ασφαλισμένων του, των υπηρεσιών της ενάγουσας, και ήδη εφεσίβλητης, εξακολουθεί να οφείλει το αντίτιμο της αξίας των παρασχεθεισών υπηρεσιών της τελευταίας, ποσού 46.490,02 ευρώ το οποίο θα κατέβαλε (το εναγόμενο) -υπό συνθήκες κατάρτισης έγκυρης σύμβασης παροχής υπηρεσιών υγείας- σε οποιονδήποτε άλλο πάροχο των υπηρεσιών της ενάγουσας, και ήδη εφεσίβλητης, στον ίδιο τόπο και χρόνο, ενώ δεν απαιτείται ούτε η έκθεση του τρόπου τιμολόγησης των παρασχεθεισών υπηρεσιών και της ακριβούς ημεροχρονολογίας κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας, ούτε η παράθεση των στοιχείων της ταυτότητας των εντεταλμένων οργάνων και εκπροσώπων των συμβαλλόμενων μερών, η δε θεμελίωση της άρνησης του εναγομένου να πληρώσει την επίδικη οφειλή είναι ζήτημα αποδεικτικής διαδικασίας και όχι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους περί αοριστίας της ένδικης αγωγής λόγους έφεσης, δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια.

Και τούτο διότι, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτής παρατίθενται με πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης, ερειδόμενης στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και συγκεκριμένα ο πλουτισμός του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, επί ζημία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του πρώτου και της ζημίας της δεύτερης καθώς και η έλλειψη νόμιμης αιτίας, ήτοι η ακυρότητα της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μη τηρήσεως του συστατικού έγγραφου τύπου.

Συνεπώς, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ. για τη νομική θεμελίωση της αγωγικής αξιώσεως ή ότι έσφαλε, γιατί στην αγωγή δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που τη θεμελιώνουν ή όλα τα στοιχεία, που απαιτεί η ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, τυγχάνουν αβάσιμες και, εντεύθεν, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής κατά το δεύτερο σκέλος του απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ το αναιρεσείον εκθέτει ότι εσφαλμένα ασκήθηκε η αγωγή για το χρονικό διάστημα από 1-5-2012 και εντεύθεν κατά του ΕΟΠΥΥ με την ιδιότητα του οιονεί καθολικού διαδόχου του ΤΑΥΤΕΚΩ/ΤΑΠ-ΕΛΠΑΠ καθόσον η ιδιότητα αυτή υφίσταται μέχρι την 1-5-2012 και από 1-5-2012 οι ασφαλισμένοι αυτοί είναι ασφαλισμένοι του ίδιου του ΕΟΠΥΥ κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων της παρ.17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 και της παρ. 29 παρ.1 και 17 παρ. 2 του ν. 3918/2011. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τα ως άνω εκτεθέντα στην αγωγή η παροχή από την ενάγουσα των αναφερομένων σε αυτή (αγωγή) ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του ταμείου ΤΑΥΤΕΚΩ/ΤΑΠ-ΕΛΠΑΠ αφορούσε το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 2012 έως τον Απρίλιο 2012.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής:

"... Με τον τρίτο λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου υποχρέωσε το ίδιο να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν ποσό νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και με επιτόκιο 6% ετησίως, ενώ ο οφειλόμενος τόκος θα έπρεπε να υπολογιστεί από 1.5.2019 με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρ. 45 ν. 4607/2019, ήτοι σε ποσοστό 3%.

Πράγματι, η νέα ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019, που διαλαμβάνεται στη μείζονα σκέψη, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24.4.2019, ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης, δηλαδή στις 09.5.2022, και κατελάμβανε (παρ. 3 του άρθρ. 45 ν. 4607/2019) και την εκκρεμή κατά το χρόνο που άρχισε να ισχύει ένδικη αξίωση της ενάγουσας για τόκο, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και μετέπειτα.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό που πρωτοδίκως επιδικάστηκε με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρόνο που η περί τόκου αξίωση της ενάγουσας ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την 01.5.2019 , αφού από τότε και μετά ο οφειλόμενος τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρου 45 ν. 4607/2019 και όχι του άρθρου 21 του Κώδικα Δικών Δημοσίου.

Κατά τούτο, επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της έφεσης του εναγομένου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. ...Με τον τέταρτο λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα, κατ' άρθρα 176 του Κ.Πολ.Δ. , και 22 του Ν. 3693/1957, προσδιόρισε σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας στην πρωτοβάθμια δίκη, στο ποσό των 1.850,00 ευρώ, ενώ θα έπρεπε να τα προσδιορίσει μειωμένα σύμφωνα με τα άρθρα 176 του Κ.Πολ.Δ. , και 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδ.

με 37§3 ν. 4737/2020. Όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, επιδίκασε τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του ηττηθέντος εναγομένου (176, 191§2 ΚΠολΔ) και δεν προέβη σε μείωση αυτών, διότι έκρινε ότι το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3639/1957 δεν εφαρμόζεται επί ΝΠΔΔ η νομική υπηρεσία των οποίων δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, προσηκόντως δε εκτίμησε τις αποδείξεις, διαλαμβάνοντας πλήρη, ειδική, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού το γεγονός ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

απολαύει, βάσει διάταξης του άρθρου 128 ν. 4238/2014, όπως προστέθηκε με το άρθρο 37§3 ν. 4737/2020, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των παραπάνω διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (πέραν των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη βλ και ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 144/2021, ΑΠ 1203/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, μη υπάρχοντας άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω τρίτου λόγου, να γίνει δεκτή εν μέρει η έφεση ως βάσιμη, και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη μόνο κατά το κεφάλαιο της επιβολής τόκου υπολογιζόμενου σε ποσοστό 6% ετησίως, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (535§1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό και να γίνει δεκτό το αίτημα επιδίκασης τόκων από την επίδοση της αγωγής υπολογιζόμενου του επιδικαζόμενου εις βάρος του εναγομένου τόκου με επιτόκιο 6% ετησίως για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι τις 30.4.2019 και με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ 1 ν. 4607/2019, για το χρονικό διάστημα από 01.5.2019 έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση...Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, μη εξαφανιζομένης της εκκαλουμένης κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, διότι η εξαφάνιση αφορά στο παρεπόμενο αίτημα της επιδίκασης τόκων υπολογιζόμενων σε ποσοστό 6% ετησίως, και η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης συνέχεται αναγκαίως με το κύριο αίτημα της αγωγής, ως προς το οποίο δεν έλαβε χώρα εξαφάνιση της εκκαλουμένης, τα δικαστικά έξοδα θα επιβληθούν για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας και ως εκ τούτου τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης ενόψει της ήττας της...".

Σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 15 του ν. 4690/2020, με τον οποίο κυρώθηκαν οι από 13.4.2020 και 1.5.2020 Π.Ν.Π. αναφορικά με τα μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, και την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 72 παρ. 6 του Ν. 4722/2020 "Για το χρονικό διάστημα της αναστολής (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας", ενώ και κατά το άρθρο 83 παρ. 14 του ν. 4790/2021, όπως το άρθρο αυτό αυθεντικά ερμηνεύτηκε με το άρθρο 25 του ν. 4792/2021, "Για το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτίμησης του δικογράφου της έφεσης, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων.

Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" [που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης (ΚΠολΔ 520 § 2) και αντέφεσης (ΚΠολΔ 523)] δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (ΑΠ 603/2024, ΑΠ 579/2018, 207/2017, 132/2004).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 § 2 περ. β` ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της από 8-7-2022 έφεσης του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος προκύπτει ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πλήττεται συνολικά κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, προσβάλλεται και η επιδίκαση επ` αυτής τόκων για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, αφού ζητείται η απόρριψη της αγωγής της αναιρεσίβλητης στο σύνολό της.

Έτσι η υπόθεση μεταβιβάστηκε με την έφεση του αναιρεσείοντος, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά και την επιβολή τόκων για το ως άνω χρονικό διάστημα. Επιπλέον δε με τον δεύτερο λόγο της έφεσης προσβάλλονταν η εκκαλουμένη ως προς τους τόκους και δη σχετικά με το οριζόμενο επιτόκιο των τόκων από 1-5-2019 σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 4607/2019 επί της οφειλής.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτή τυπικά και κατ'ουσίαν την 8.7.2022 έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε εν μέρει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο της επιβολής τόκου υπολογιζόμενου σε ποσοστό 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και ακολούθως κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος της αυτό και έκανε δεκτή την αγωγή κατά το αίτημα επιδίκασης τόκων από την επίδοση της αγωγής υπολογιζόμενου του επιδικαζόμενου σε βάρος του εναγόμενου τόκου με επιτόκιο 6% ετησίως για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι τις 30.4.2019 και με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ 1 ν. 4607/2019, για το χρονικό διάστημα από 01.5.2019 έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρέλειψε να εξαιρέσει από την τοκογονία τα χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως και 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 6-4-2021, κατά τα οποία δεν οφείλονται τόκοι επιδικίας και έτσι παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, συντρεχούσης της περιπτώσεως του άρθρου 562 § 2 περ.

β` ΚΠολΔ, γιατί πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η Εφετειακή απόφαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των ως άνω διατάξεων, οι οποίες είχαν τεθεί σε ισχύ κατά το χρόνο της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου συζήτησης (28-6-2023), είναι παραδεκτός, αν και στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξη αυτής για την επιβολή τόκου για το χρονικό διάστημα από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, χωρίς δηλαδή να εξαιρεθούν της τοκογονίας τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως και 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 6-4-2021.

Περαιτέρω στην παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚ.Πολ.Δ. , ορίζεται ότι "Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τα καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τα δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς" και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι "Εις τα δίκας του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα:

α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή", ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998 "Το ανώτατο όριο της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά με την κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1738/1987 (ΦΕΚ Α' 200), επιδικάζεται συνολικά υπέρ όλων των διαδίκων που παρίστανται στη δίκη με κοινό δικόγραφο.

Το ίδιο ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Επιπλέον με το άρθρο 30 παρ. 3 του ν. 4038/2012 ορίζεται ότι "Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. απαλλάσσεται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, τέλος, δασμό ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου καθώς και από τα δικαστικά τέλη και όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά προνόμια που ισχύουν κάθε φορά για το Δημόσιο".

Εξάλλου, ήδη, στην παρ. 4 του άρθρου τριακοστού έβδομου του ν. 4737/2020 ορίζεται ότι το τμήμα Νομικών Υποθέσεων τελεί υπό την εποπτεία του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του ΝΣΚ του ΕΟΠΥΥ και έχει προϊστάμενο τον εκάστοτε προϊστάμενο του Γραφείου Νομικού Συμβούλου. Στο Τμήμα υπάγονται οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή που υπηρετούν στο Αυτοτελές Τμήμα Νομικών Υποθέσεων του ΕΟΠΥΥ κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι δικαστικές υποθέσεις του ΕΟΠΥΥ που εκκρεμούν, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, ενώπιον παντός δικαστηρίου και οποιονδήποτε βαθμό, διεκπεραιώνονται με απόφαση του προϊσταμένου του Γραφείου Νομικού Συμβούλου από τους λειτουργούς του ΝΣΚ που υπηρετούν στο γραφείο Νομικού Συμβούλου ή από δικηγόρους με έμμισθη εντολή του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων του ΕΟΠΥΥ ή από συνεργαζόμενους δικηγόρους για υποθέσεις που τους έχουν ανατεθεί. Τέλος, με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου προστέθηκε παράγραφος 8 στο άρθρο 12 του ν. 4238/2014 ως εξής "Ο ΕΟΠΥΥ έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου, απαλλάσσεται δε από κάθε τέλος, φόρο, παράβολο και κράτηση για την παράστασή του και εκπροσώπησή του ενώπιον παντός Δικαστηρίου και Αρχής καθώς και για την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος και μέσου ή άλλης διαδικαστικής πράξης ενώπιον τούτων" (ΑΠ 249/2025, 576/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έπρεπε να ακυρώσει το κεφάλαιο της εκκαλουμένης πρωτοβάθμιας απόφασης που την επέβαλε καθόσον έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και σε κάθε περίπτωση να την προσδιορίσει σύμφωνα με τις νόμιμες διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και της ΚΥΑ 134423/1992, οι οποίες προβλέπουν μειωμένη δικαστική δαπάνη στα ΝΠΔΔ, μεταξύ των οποίων και το ίδιο, και έτσι απέρριψε το λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και του επέβαλλε ως δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης το ποσό των χιλίων οκτακοσίων πενήντα (1.850) ευρώ.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εκκαλούμενης πρωτοβάθμιας απόφασης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω υπ' αριθμ. 4690/2022 απόφασή του καταδίκασε το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας αναιρεσίβλητης, τα οποία καθόρισε στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων πενήντα ( 1.850) ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε το αναιρεσείον με την έφεσή του και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης με το αιτιολογικό ότι το αναιρεσείον δεν εκπροσωπήθηκε από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και επομένως δεν έχει τα προνόμια του Δημοσίου και ακολούθως δεν εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης για το λόγο ότι η εξαφάνιση αφορά στο παρεπόμενο αίτημα της επιδίκασης τόκων υπολογιζόμενων σε ποσοστό 6% ετησίως, και η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης συνέχεται αναγκαίως με το κύριο αίτημα της αγωγής, ως προς το οποίο δεν έλαβε χώρα εξαφάνιση της εκκαλουμένης.

Έτσι όμως , όπως έκρινε το Εφετείο , εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 535 παρ. 1, 176, 178, 183, 189 παρ. 1 περ. γ` και 191 Κ.Πολ.Δικ. από τις οποίες συνάγεται σαφώς ότι το Εφετείο, που εξαφανίζει είτε ολικά είτε μερικά την πρωτόδικη απόφαση και αποφασίζει οριστικά επί της υποθέσεως, εξαφανίζει την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της τελευταίας και προσδιορίζει την καταβλητέα δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, εφόσον προβάλλεται σχετικό αίτημα του διαδίκου (ΑΠ 192/1998).

Περαιτέρω δε έτσι που έκρινε το Εφετείο για την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 περί επιβολής μειωμένης δικαστικής δαπάνης στο αναιρεσείον επειδή δεν εκπροσωπήθηκε από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους έσφαλε, καθόσον δεν εφάρμοσε τις στην ανωτέρω νομική σκέψη παρατιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ όφειλε να τις εφαρμόσει, προκειμένου να αποφανθεί για το ύψος των επιδικασθησόμενων δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, ήδη αναιρεσείοντος, τα οποία έπρεπε να οριστούν μειωμένα. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση των διατάξεων αυτών, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. , λόγω ακριβώς της φύσεως των ανατεθεισών σ' αυτόν υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων, που αφορούν, αποκλειστικά, σε παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος και ανάγονται άμεσα στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, απολαμβάνει όλων των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και αυτών που ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, ανεξάρτητα από το αν τη δίκη και οποιαδήποτε νομική υπηρεσία διεξάγει λειτουργός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή ιδιώτης δικηγόρος, ο οποίος συνεργάζεται με το εν λόγω ν.π.δ.δ. ( ΑΠ 249/2025, ΑΠ 576/2024, AΠ 1883/2022).

Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή των ως άνω κριθέντων 2ου πρόσθετου λόγου της αναίρεσης και δεύτερου λόγου αυτής ως βάσιμων κατ' ουσίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξη αυτής για την επιβολή τόκου για το χρονικό διάστημα από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, χωρίς δηλαδή να εξαιρεθούν της τοκογονίας τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως και 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 και ως προς την δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1620/2014).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για τη μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση. Κατ` ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη διάταξή της περί επιβολής τόκων του ως άνω αναφερομένου χρονικού διαστήματος και την δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η από 8-7-2022 έφεση του εναγόμενου - αναιρεσείοντος να γίνει δεκτή η έφεση αυτή, να εξαφανιστεί η υπ' αριθ.4690/2022 οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το προαναφερόμενο μέρος, και αφού δικαστεί η από 27-11-2017 αγωγή ως προς το άνω μέρος πρέπει να υποχρεωθεί το αναιρεσείον , να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν (με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μη αναιρούμενο μέρος) ποσό των 46.490,02 ευρώ, με τόκο από την επίδοση της αγωγής υπολογιζόμενου του επιδικαζόμενου, σε βάρος του εναγόμενου, τόκου με επιτόκιο 6% ετησίως για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι τις 30.4.2019 και με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019, για το χρονικό διάστημα από 01.5.2019 έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση με εξαίρεση τα χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και 7-11-2020 έως 6-4-2021.

Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης πρέπει να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ των διαδίκων, γιατί η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΚΠολΔ 179 εδαφ.2, 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 2-11-2023 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και τους από 8-1-2025 πρόσθετους λόγους αυτής.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3155/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Κρατεί και δικάζει την από 8-7-2022 έφεση.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει εν μέρει την υπ' αριθμ. 4690/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το ως άνω μέρος.

Κρατεί και δικάζει την από 27-11-2017 αγωγή κατά το ανωτέρω μέρος.

Δέχεται αυτή εν μέρει.

Υποχρεώνει το αναιρεσείον - εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν αμετακλήτως ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και δύο λεπτών (46.490,02) με τόκο από την επίδοση της αγωγής ,υπολογιζόμενου του επιδικαζόμενου σε βάρος του εναγόμενου τόκου με επιτόκιο 6% ετησίως για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι τις 30.4.2019 και με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 ν. 4607/2019, για το χρονικό διάστημα από 01.5.2019 έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, με εξαίρεση τα χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως και 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 6-4-2021.

Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του πρώτου και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ