Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling statute of limitations expired after service of summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 104 plaintiffs against a First Instance Court judgment. The plaintiffs argued that their claims were not barred by the statute of limitations because prior lawsuits interrupted the limitation period. The Court held that the limitation period expired after the service of the summons for the current trial, as the gap between the last procedural act and the summons exceeded two years. Consequently, the appeal was rejected, and the plaintiffs were ordered to pay the State's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 93(a) of Law 2362/1995; The statute of limitations expires after the service of the summons for the trial if the interval between the last procedural act and the summons exceeds two years, rendering prior interruption claims invalid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 224 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 224/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1..... του ..., 2.... του ..., 3.... του ..., 4.... του ..., 5.... του ..., 6.... του ..., 7...., 8.... του ..., 9.... του ..., 10.... του ..., 11.... του ..., 12.... του ..., 13.... του ..., 14...., 15.... του ..., 16.... του ..., 17.... του ..., 18.... του ... 19.... του ..., 20.... του ..., 21...., 22...., 23...., 24...., 25.... του ..., 26.... του ..., 27...., 28...., 29.... του ..., 30.... του ..., 31...., 32. …………., 33.... του ..., 34....
του ..., 35.... του ..., 36...., 37.... του ..., 38.... του ..., 39...., 40.... του ..., 41...., 42...., 43…………….. του ... 44.... του ..., 45...., 46.... ..., 47.... του ..., 48...., 49.... του ..., 50...., 51...., 52.... του ..., 53.... του ..., 54.... ... του ..., 55.... του ..., 56.... του ..., 57.... του ..., 58.... του ..., 59...., 60.... του ..., 61.... του ..., 62.... του ..., 63.... του ..., 64.... του ..., 65.... του ..., 66...., 67...., 68...., 69.... του ..., 70....
του ..., 71...., 72.... του ..., 73.... του ..., 74.... του ..., 75.... του ..., 76.... του ..., 77.... του ..., 78.... του ..., 79.... του ..., 80...., 81.... του ..., 82.... του ..., 83.... ...... του ..., 84.... του ..., 85.... του ..., 86.... του ..., 87.... του ..., 88.... του ..., 89.... του ..., 90.... του ..., 91.... του ..., 92.... του ..., 93.... του ..., 94....... του ..., 95.... του ..., 96....... του ..., 97.... του ..., 98.... του ..., 99.... του ..., 100....
του ..., 101.... του ..., 102.... του ..., 103.... του ..., και 104.... του ..., όλων κατοίκων Αθηνών. Οι 2η, 5η, 8η, 12η, 13η, 14η, 31η, 42η, 46η, 53η, 55η, 61η, 70η, 73η, 75η, 78η, 84η, 85η, 86η, 92η, 102η και 104η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Β., ο οποίος δήλωσε ότι η Τ.
Α. (61η) απεβίωσε και στη θέση της υπεισέρχονται οι νόμιμοι κληρονόμοι της α) Ι. Τ. του Π., β) Χ. Τ. του Π., και γ) Μ. Τ. του Π., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1954/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4097/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ... αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. (ΑΠ 1364/2022, ΑΠ 392/2019).
Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός (ενταύθα θάνατος), δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση για την επανάληψη της διακοπείσας δίκης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά με τους κληρονόμους του θανόντος διαδίκου (ΑΠ 539/2000, ΑΠ 103/2017, ΑΠ 807/2017).
Ο θάνατος ενός απλού ομοδίκου επιφέρει βιαία διακοπή της δίκης μόνο ως προς τον θανόντα διάδικο ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 1364/2022, ΑΠ 739/2021, ΑΠ 240/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από το προσκομιζόμενο από 4-4-2023 απόσπασμα της με στοιχεία 37/1/2023 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που συντάχθηκε από τη Ληξίαρχο Δ.Ε....
του Δήμου ... ..., προκύπτει ότι μετά την άσκηση, στις 31-7-2020, της κρινόμενης, από ... με αριθμ.καταθ.5465/686/2020, αίτησης αναίρεσης, απεβίωσε, την 1-4-2023, η 61η αναιρεσείουσα Α. Τ. του Σ., και άφησε, σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ.2547/3-4-2023 οικείο πιστοποιητικό του Δήμου ... ..., πλησιέστερους συγγενείς της, κατά το χρόνο του θανάτου της, τις θυγατέρες της Μ.
Τ. του Π., Ι. Τ. του Π. και Χ. Τ. του Π., οι οποίες είναι οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, καθόσον όπως προκύπτει από το με αριθμό 405/5-4-2023 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, η θανούσα δεν κατέλιπε διαθήκη. Ο θάνατος της άνω αναιρεσείουσας, ως λόγος βίαιης ως προς αυτήν διακοπής της δίκης, (άρθρα 286 περ.
α, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), γνωστοποιήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμων της κατά την προκείμενη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με δήλωσή του που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο οποίος δήλωσε συγχρόνως ότι στη θέση της αποβιώσασας επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι ανωτέρω μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, τις οποίες και υπό την ιδιότητα αυτή επίσης εκπροσωπεί, όπως αναφέρεται και στις 29-9-2023 προτάσεις που κατέθεσε.
Η ιδιότητα τούτων ως μοναδικών κληρονόμων της εν λόγω αναιρεσείουσας δεν αμφισβητείται, και επιπρόσθετα αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, και δη τα ανωτέρω πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών και περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, τα υπ' αριθμ. 231,232 και 233/2023 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας της θανούσης και τα υπ' αριθμ. 192, 193 και 194/2023 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ...
περί μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού τους δικαιώματος.
Συνεπώς, οι ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της 61ης αναιρεσείουσας, οι οποίες σιωπηρά αποδέχθηκαν την κληρονομία της δικαιοπαρόχου τους (άρθρα 1710, 1813, 1846, 1850 εδ. β' του ΑΚ), παραδεκτά επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, υπεισερχόμενες στη δικονομική θέση της, σύμφωνα με τα άρθρα 287, 290 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).
Αν δε, ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, 566/2022, ΑΠ 536/2020).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1691/2022, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 1374/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του ν.4509/2017 (ΦΕΚ Α'201/22-12-2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ.3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίστηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Κατά δε το άρθρο 104 του ιδίου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. α' του ιδίου Κώδικα, ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β'του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΑΠ 536/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1697/19-10-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Αθανασίου Νικολάου Καρατσικάκη, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενες αναιρεσείουσες, η επίσπευση της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 4097/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έγινε με την επιμέλεια όλων, και των 104, αναιρεσειουσών, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Π.
Κ. για επίδοση επίσημου αντιγράφου της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς το αναιρεσίβλητο, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 31-1-2023, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την προκείμενη δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά του οικείου πινακίου οι:
δεύτερη (2η), πέμπτη (5η), όγδοη (8η), δωδέκατη (12η), δέκατη τρίτη (13η), δέκατη τέταρτη (14η), τριακοστή πρώτη (31η), τεσσαρακοστή δεύτερη (42η), τεσσαρακοστή έκτη (46η), πεντηκοστή τρίτη (53η), πεντηκοστή πέμπτη (55η), εβδομηκοστή (70η), εβδομηκοστή τρίτη (73η), εβδομηκοστή πέμπτη (75η), εβδομηκοστή όγδοη (78η), ογδοηκοστή τέταρτη (84η), ογδοηκοστή πέμπτη (85η), ογδοηκοστή έκτη (86η), ενενηκοστή δεύτερη (92η), εκατοστή δεύτερη (102η) και εκατοστή τέταρτη (104η) των αναιρεσειουσών, δεν εμφανίστηκαν, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ, σχετική δήλωση, ενώ οι λοιπές αναιρεσείουσες, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ.
Β.. Αναφορικά με τις ανωτέρω απολιπόμενες αναιρεσείουσες, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για την επίδοση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, είχε πληρεξουσιότητα και από αυτές να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτές παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ή έγγραφης εξουσιοδότησης των εν λόγω διαδίκων προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και συνεπώς, ακύρως επέσπευσαν αυτές τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε, επίσης, προκύπτει, η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου κλήτευση των ανωτέρω αναιρεσειουσών για να παραστούν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενες δεύτερη (2η), πέμπτη (5η), όγδοη (8η), δωδέκατη (12η), δέκατη τρίτη (13η), δέκατη τέταρτη (14η), τριακοστή πρώτη (31η), τεσσαρακοστή δεύτερη (42η), τεσσαρακοστή έκτη (46η), πεντηκοστή τρίτη (53η), πεντηκοστή πέμπτη (55η), εβδομηκοστή (70η), εβδομηκοστή τρίτη (73η), εβδομηκοστή πέμπτη (75η), εβδομηκοστή όγδοη (78η), ογδοηκοστή τέταρτη (84η), ογδοηκοστή πέμπτη (85η), ογδοηκοστή έκτη (86η), ενενηκοστή δεύτερη (92η), εκατοστή δεύτερη (102η) και εκατοστή τέταρτη (104η), αναιρεσείουσες δεν επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύτηκαν νόμιμα για τη συζήτησή της από το αναιρεσίβλητο και επειδή συνδέονται με τις λοιπές αναιρεσείουσες με σχέση απλής ομοδικίας πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτές η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τις λοιπές αναιρεσείουσες και τις υπεισελθούσες στη θέση της, θανούσης, 61ης τούτων κληρονόμους της, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν, επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Με την από 10-6-2009 με αριθ.καταθ.110458/3082/22-6-2009 αγωγή τους οι ενάγουσες ήδη παριστάμενες αναιρεσείουσες εξέθεσαν ότι προσλήφθησαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στους αναφερόμενους, για κάθε μία, χρόνους, έκτοτε εργάστηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως ως καθαρίστριες σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις, που το εναγόμενο, κατά καταστρατήγηση δικαίου και καταχρηστικά, χαρακτήριζε ως "μίσθωσης έργου", ενώ υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, και στη συνέχεια από το Δεκέμβριο του 2006 και τον Ιανουάριο του 2007, κατά τις αναφερόμενες για κάθε μία διακρίσεις, εργάστηκαν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι κατόπιν υποβολής αιτήσεών τους, με τις υπ' αριθμ. 12/19-4-2015 και 13/22-4-2005 πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού/ΚΥΣΔΙΠ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στη συνέχεια από το ΑΣΕΠ, κρίθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και ακολούθως κατατάχθηκαν από το εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι ενώ εργάζονταν με τις ίδιες συνθήκες προσφέροντας εργασία ιδίου περιεχομένου και ποιότητας και ίσης αξίας με τις καθαρίστριες των δημοσίων σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, το τελευταίο τους καταβάλει χαμηλότερες αποδοχές σε σχέση με το τακτικό προσωπικό του, τόσο πριν, όσο και μετά, την κατάταξή τους σε οργανική θέση και κατετάγησαν στο 18ο ΜΚ που είναι το εισαγωγικό κλιμάκιο των εργαζομένων ΥΕ χωρίς να υπολογιστεί ο χρόνος εργασίας τους πριν την κατάταξή τους ως χρόνος προϋπηρεσίας τους.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, και επίκληση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, που απορρέουν από τις αναφερόμενες στην αγωγή υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, σε συνδ. με αρθ. 11 του Π.Δ. 164/2004, 1 παρ.4 του ν.3320/2005, 15 παρ. 1 του ν. 3205/2003, επικουρικά των αρθ.2-13, 15-18, 20-26, 27 και 28 του ν.3205/2003 και της ΚΥΑ 2/7093/0022, και επικουρικότερα των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του ΑΚ, οι ενάγουσες, ζήτησαν, μετά παραδεκτό περιορισμό του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε εν μέρει αναγνωριστικό, αφενός να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει και αφετέρου να αναγνωριστεί ότι οφείλει να τους καταβάλει, νομιμοτόκως, τα αιτούμενα από κάθε μια ποσά, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001 έως και 2008 διαφορές αποδοχών, που προκύπτουν από τις μεγαλύτερες καταβληθείσες στο τακτικό προσωπικό του, όμοιας ειδικότητας, νόμιμες αποδοχές, με τις αντίστοιχες καταβληθείσες στις ίδιες, και τέλος δήλωσαν ότι με την αγωγή τους αυτή παραιτούνται από τις, όμοιας νομικής και ιστορικής αιτίας, με αριθμ.
καταθ.2562/2005, 2563/2005, 2856/2007 και 494/2009 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προγενέστερες αγωγές, με την επίδοση των οποίων, κατά τους αναφερόμενους χρόνους, διέκοψαν την παραγραφή των επιδίκων αξιώσεών τους. Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 1954/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή α) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, για τις μισθολογικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2001 έως 30-3-2007, λόγω συμπλήρωσης της διετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995, μετά από μερική απόρριψη ως μη νόμιμης της προβληθείσης, καθ' υποφοράν με το δικόγραφό της, αντένστασης των εναγουσών περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών τους, με την επίδοση των με αιθ.
καταθ. 2562/2007, 2563/2007 και 2856/2007 αναφερόμενων αγωγών, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 παρ.1 εδ. α' και β' ΑΚ, β) έγινε κατ' ουσία δεκτή (η αγωγή) κατά τα λοιπά (για τις μισθολογικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-4-2007 έως 31-12-2008), κατά την κύρια βάση της, μετά από μερική, για το αντίστοιχο διάστημα, ουσιαστική παραδοχή της ίδιας ως άνω αντένστασης των εναγουσών, και επιδικάστηκαν σε κάθε μία ενάγουσα τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-4-2007 έως 31-12-2008.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν α) η από 11-3-2015 και με αριθμ.καταθ.1662/13-3-2015 έφεση των εναγουσών και ήδη παρισταμένων αναιρεσειουσών και β) η από 17-2-2015 και με αριθμ.καταθ.1791/18-3-2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, όπως διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, το από 3-10-2016 και με αριθ.καταθ.373/7-10-2016.
Επί των άνω εφέσεων και πρόσθετων λόγων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ειδική διαδικασία, η προσβαλλομένη, με αριθμ. 4097/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω εφέσεις και πρόσθετους λόγους, και αφού έκρινε μη νόμιμη την προαναφερόμενη αντένσταση των αναιρεσειουσών του, που επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης, απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή τους, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση, με πρόσθετους λόγους, του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί κατ' ουσία την αγωγή τους, και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος αυτό, την απέρριψε κατ' ουσία, λόγω συμπλήρωσης εν επιδικία, της διετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995 των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσειουσών, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του αντιδίκου τους, μετά από απόρριψη ως μη νόμιμης της άνω, εκ του άρθρου 261 παρ.1 α'και β'ΠΚ, αντενστάσεώς τους.
Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης οι ενάγουσες-εκκαλούσες-εφεσίβλητες και ήδη παριστάμενες αναιρεσείουσες, άσκησαν την υπό κρίση από ... και με αριθ. κατάθεσης 5465/686/31-7-2020 αίτηση αναίρεσης. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από τη δημοσίευση της τελευταίας (13-8-2018) έως την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (31-7-2020) δεν παρήλθε διετία (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού-Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", που ίσχυε μέχρι 31-12-2014 (ήδη άρθρο 140 παρ.3 του ν. 4270/2014, που ισχύει, κατά το άρθρο 183 παρ.1 του νόμου αυτού, από 1-1-2015), ορίζει ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της".
Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και κατ' επέκταση, με βάση τις λοιπές ως άνω διατάξεις και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 399/2021).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α' του ίδιου ως άνω ν. 2362/1995 (ήδη άρθρο 143 περ. α' του ν.4270/2014), η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μόνο "Με την υποβολή της υπόθεσης στο ακροατήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών".
Το άρθρο δε 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ.1 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α.74/20-3-2013) όριζε ότι: "1.Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε, με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Το ίδιο άρθρο (261 ΑΚ), αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, και όπως ισχύει από τις 20-3-2013, ορίζει ότι: "1.
την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3.Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής.
Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επιδόσεως της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής. Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως ή περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο (ΑΠ 717/2021, ΑΠ 472/2021, ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 361/2019, ΑΠ 148/2017).
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με αυτή του άρθρου 92 του ανωτέρω ν. 2362/1995 (ήδη 142 του ν.4270/2014), σύμφωνα με το οποίο "Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου.
Η παραγραφή απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση λόγω ανωτέρας βίας έχει εμποδιστεί να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής", συνάγεται ότι, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράσθηκε σαφώς, τα ζητήματα του χρόνου παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων και των λόγων διακοπής και αναστολής της παραγραφής αυτής ρυθμίζονται από τον Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως προς τα ζητήματα αυτά οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, παρά μόνον στις περιπτώσεις που το ίδιο το Δημόσιο Λογιστικό παραπέμπει σε αυτές, όπως συμβαίνει ως προς τις αφορώσες την αναστολή της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, οι οποίες είναι οι μοναδικές από τις περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα που εφαρμόζονται (ΑΠ 399/2021).
Συνακόλουθα, η νέα διάταξη του άρθρου 261 παρ.1 εδ.β' ΑΚ, που προβλέπει μια ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής και δεν περιλαμβάνεται, ως λόγος αναστολής της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου στην ανωτέρω ειδική διάταξη του άρθρου 92 του ν. 2362/1995 (ήδη 142 του ν.4270/2014), δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αξιώσεως με αγωγή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου.
Εξάλλου, η παραπάνω διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ (όπως ισχύει από 20-3-2013), δεν τροποποίησε, ούτε κατήργησε την ειδική διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του ν.2362/1995 (ήδη 143 περ. α' του ν.4270/2014) για τη διακοπή της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και την εκ νέου έναρξη αυτής από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, η οποία δεν περιλαμβάνει τέτοια περίπτωση (εκ νέου έναρξη της παραγραφής που διακόπηκε με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης) και κατισχύει, ως ειδική, κάθε γενικότερης διάταξης.
Αντίθετα, και οι μεταγενέστερες του υπό τη νέα μορφή άρθρου 261 του ΑΚ, διατάξεις των άρθρων 142 και 143 περ. α' του Ν.4270/2014, έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με τις καταργηθείσες, από την 1-1-2015, ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 92 και 93 περ. α' του ν.2362/1995, και οι ρυθμίσεις τους, κατά σαφή νομοθετική βούληση, ισχύουν, ως ειδικές, για την διακοπή και αναστολή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου.
Περαιτέρω, η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 94 εδ. δ' του ν.2362/1995 (ήδη άρθρο 144 εδ. δ' του 4270/2014), σε αντίθεση με τη διακοπή ή αναστολή της παραγραφής, που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται προβολή της με αντένσταση του ενάγοντος (ΑΠ 494/2022, ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 666/2018).
Με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1420/2013). Τέλος, λόγος αναίρεσης, του οποίου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΑΠ 271/2023, ΑΠ 952/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο, το κύριο, σκέλος του, οι παριστάμενες αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 261 παρ.1 εδ.
α' και β' του ΑΚ, όπως ισχύει από τις 20-3-2013 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ.1 του ν.4139/2013, ενώ ήταν εφαρμοστέα, και απέρριψε ως μη νόμιμη, την παραδεκτώς προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα ενώπιόν του, θεμελιούμενη στην άνω διάταξη αντένστασή τους, περί διακοπής της διετούς παραγραφής (του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995) των αξιώσεών τους των ετών 2004 έως και 2008, με την επίδοση των αναφερόμενων προγενέστερων διαδοχικών αγωγών και της ένδικης, αρχομένης αυτής (της παραγραφής) εκ νέου μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ένδικης αγωγής τους, σύμφωνα με το εδ.β'της άνω διατάξεως.
Ότι εάν το Εφετείο εφάρμοζε την εν λόγω διάταξη, θα έκανε δεκτή την εν λόγω αντένστασή τους ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, δεν θα έκρινε παραγεγραμμένες τις άνω αξιώσεις τους εν επιδικία, με την (επάλληλη) παραδοχή της παρόδου διετίας μεταξύ των δύο τελευταίων διαδικαστικών πράξεων (της επίδοσης της κλήσης της ένδικης αγωγής και της συζήτησής της), αλλά μετά από παραδοχή της έφεσής τους και απόρριψη της έφεσης του αντιδίκου τους, θα έκανε δεκτή την αγωγή τους κατ' ουσία κατά το μέρος τούτο, ήτοι για τις αξιώσεις τους των ετών 2004 έως και 2008, που είναι εκκρεμείς και δεν είχαν παραγραφεί κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος της εν λόγω εφαρμοστέας διάταξης (αρθ.261 παρ.1 εδ.
α' και β' ΑΚ), στις 20-3-2013.
Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής των εναγουσών-ήδη παρισταμένων αναιρεσειουσών, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε συνδυασμό με αυτό των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της πρωτοβάθμιας δίκης, της εφέσεώς τους, των προτάσεών τους επ'αυτής και των προτάσεών τους επί της εφέσεως του αντιδίκου τους Ελληνικού Δημοσίου, που παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ανωτέρω αναιρεσείουσες πρότειναν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθ' υποφοράν με την ένδικη αγωγή τους, που επιδόθηκε στο εναγόμενο, και κατά τη συζήτηση αυτής, και επανέφεραν, επίσης παραδεκτά, ενώπιον του Εφετείου, την διαλαμβανόμενη στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης αντένστασή τους.
Ειδικότερα πρότειναν αντένσταση διακοπής της διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών τους των ετών από 2004 έως και 2008, με την επίδοση στο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο των προγενέστερων με αριθ. καταθ. 2562/2005, 2563/2005, 2856/2007 και 494/2009 αγωγών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στις 29-12-2005, 29-12-2005, 27-12-2007 και 1-4-2009, όμοιας νομικής και ιστορικής αιτίας με την ένδικη, που επιδόθηκε στις 24-6-2009, με την οποία παραιτήθηκαν από το δικόγραφο των ανωτέρω προηγούμενων, και κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 261 παρ.1 εδ.
α' και β' του ΑΚ, όπως ισχύει από τις 20-3-2013 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ.1 του ν. 4139/2013, έναρξη εκ νέου της παραγραφής αυτής μόνο μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ένδικης αγωγής τους για τις άνω ένδικες μισθολογικές αξιώσεις τους που είναι εκκρεμείς και δεν είχαν παραγραφεί κατά το χρόνο ισχύος της ανωτέρω διατάξεως, στις 20-3-2013.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, ως προς την ανωτέρω αντένσταση των αναιρεσειουσών δέχθηκε ότι: α) με την ένδικη, από 10-6-2009 (με αριθμ.καταθ.110458/3082/22-6-2009) αγωγή τους που περιλαμβάνει όλες τις αξιώσεις τους, οι ενάγουσες ήδη παριστάμενες αναιρεσείουσες παραιτήθηκαν από τα δικόγραφα των με αριθμ.εκθ.
καταθ.2562/2005, 2563/2005, 2856/2007 και 494/2009 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προγενέστερων, όμοιας νομικής και ιστορικής αιτίας, αγωγών, που αφορούσαν μερικότερα τμήματα του συνολικού επιδίκου, με την κρινόμενη αγωγή, χρονικού διαστήματος (από το έτος 2001 έως και 2008), και είχαν επιδοθεί στο εναγόμενο στις 29-12-2005, 29-12-2005, 27-12-2007 και 1-4-2009, αντίστοιχα β) με την επίδοση στους ανωτέρω χρόνους κάθε μίας των άνω αγωγών, και με την επίδοση της ένδικης αγωγής στις 24-6-2009, διαδοχικά, (κατ' άρθρον 263 παρ.2 ΑΚ), διακόπηκε η διετής παραγραφή (του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995) των ενδίκων μισθολογικών αξιώσεών τους, των ετών από το 2004 και το 2008, οι οποίες, για όλες τις αγωγές, σε κάθε περίπτωση, παραγράφηκαν μετεγενέστερα, εν επιδικία, γ) ειδικότερα, από την επίδοση της από 26-1-2011 (αριθ.καταθ.61488/2008/6-4-2011) κλήσης, με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση-μετά από ματαίωση- η ένδικη αγωγή των παρισταμένων αναιρεσειουσών, στις 12-5-2011, μέχρι την ορισθείσα επ'αυτής ημέρα συζήτησης της αγωγής, την 1-10-2013, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διατάξεως του 261 παρ.1 ΑΚ εδ.
α' και β', όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 §1 Ν.4139/2013, που προβλέπει την ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής αυτής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ένδικης αγωγής, αλλά της ειδικής για το Δημόσιο διάταξης του άρθρου 93 περ α' ν. 2362/1995. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως μη νόμιμη και απέρριψε για το λόγο αυτό την προβληθείσα, με επίκληση της διατάξεως του άρθρου 261 παρ.1 εδ.
α' και β' ΑΚ, όπως ισχύει από 20-3-2013, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ.1 του ν.4129/2013, ανωτέρω αντένσταση των αναιρεσειουσών, που είχε προβληθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και είχε επαναπροβληθεί ενώπιόν του. Ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή τους, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση, με τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή (για τις μισθολογικές αξιώσεις από 1-4-2007 έως 31-12-2008), δικάζοντας επί της αγωγής κατά το μέρος αυτό, την απέρριψε κατά τούτο ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω συμπλήρωσης, κατά τη διάρκεια της επιδικίας, της διετούς παραγραφής (του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995) των άνω αξιώσεων των εναγουσών-αναιρεσειουσών για διαφορές αποδοχών από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά παραδοχή της, και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενης, σχετικής ένστασης του εναγομένου-αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 261 παρ.1 εδ. α' και β' ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 του ν.4139/2013, καθόσον η διάταξη αυτή δεν είναι η εφαρμοστέα, εν προκειμένω, για την διακοπή και την αναστολή της παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες.
Στην ένδικη περίπτωση, που αφορά σε αποδοχές εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, εφαρμοστέα για τα ζητήματα αυτά είναι η ειδική διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του ν.2362/1995 (ήδη 143 περ. α' του ν.4270/2014), την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο, και σύμφωνα με αυτή η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση αγωγής αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, και όχι από την τελεσιδικία της απόφασης, όπως ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 261 παρ.1 ΑΚ.
Συνεπώς, τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 93 περ. α' του ν.2362/1995 (ήδη 143 περ. α' του ν.4270/2014), η οποία ορθά εφαρμόστηκε, και δικαιολογούσαν την απόρριψη της ανωτέρω αντεστάσεως των αναιρεσειουσών και της έφεσής τους, και συνακόλουθα, και το απορριπτικό της αγωγής τους πόρισμα, λόγω συμπλήρωσης εν επιδικία, της άνω, διακοπείσας με την άσκηση των αναφερομένων αγωγών, διετούς παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων τους, με την πάροδο χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου της διετίας μεταξύ των δύο τελευταίων διαδικαστικών πράξεων, και δη της επίδοσης της κλήσης των ήδη αναιρεσειουσών με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, η ένδικη αγωγή τους (12-5-2011) και της συζήτησης της αγωγής (1-10-2013).
Επισημαίνεται ότι η υπ' αριθμ. 7/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, την οποία επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, έκρινε επί του αχθέντος σ'αυτήν νομικού ζητήματος περί της συνταγματικότητας ή μη της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 261 ΑΚ, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 101 παρ.1 του ν.4139/2013 και στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αλλά η παραγραφή της απαίτησης είχε ήδη επέλθει, βάσει του προϊσχύσαντος δικαίου, έως τις 20-3-2013 (ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του ν.4139/2013) και δεν έκρινε επί του ζητήματος της σχέσης της διάταξης του άρθρου 93 παρ.
α' του ν.2362/1995 (και της ομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 143 περ. α' του ν.4270/2014), με το άρθρο 261 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 101 παρ.1 του ν.4139/2013. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, (όπως η περ. β' του εδ. γ' του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1.1.2022, τυγχάνοντας εφαρμογής και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων κατ' άρθρο 116 παρ. 2β' του ως άνω νόμου) είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.
α'- γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 241/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Όπως δε προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 64/2017).
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β', 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 241/2022, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης πριν την 1.1.2016 (άσκηση εφέσεων στις 13.3.2015 και 18.3.2015), "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 241/2022, ΑΠ 364/2018).
Περαιτέρω, σε περίπτωση αξίωσης, η οποία έχει καταστεί επίδικη, αν ο διάδικος απρακτεί, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, δηλαδή, αν μεταξύ δύο, κατά σειρά, διαδικαστικών πράξεων, παρέλθει διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή, που διακόπηκε. Πλην όμως, μόνος ο ορισμός δικασίμου σε χρόνο πέραν του χρόνου παραγραφής, συνεπεία αδυναμίας να ορισθεί συντομότερη δικάσιμος εξ αιτίας του φόρου εργασίας του δικαστηρίου, δεν συνιστά ανώτερη βία, άλλα πρέπει, μετά από σχετική επίκληση, να ερευνάται εάν εξαντλήθηκε από τον διάδικο κάθε δυνατότητα για την αποτροπή της συμπλήρωσής της (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 611/2014, ΑΠ 1657/2008).
Ο ισχυρισμός της αναστολής της παραγραφής της αξίωσης είναι αυτοτελής και, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει να προβάλλεται, κατ' αντένσταση, και δη παραδεκτά, από τον ενάγοντα. Με το δεύτερο, επικουρικό του ανωτέρω πρώτου, σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την ίδια πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 255 ΑΚ, δέχθηκε την παραγραφή εν επιδικία των ιδίων ως άνω αγωγικών αξιώσεών τους, καθόσον το γεγονός της μεσολάβησης μεταξύ των ανωτέρω δύο διαδικαστικών πράξεων (της επίδοσης της κλήσης τους για συζήτηση, μετά από ματαίωση, της ένδικης αγωγής και τη συζήτηση αυτής), χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου των δύο ετών οφειλόταν σε γεγονός ανωτέρας βίας που επιφέρει αναστολή της παραγραφής και εμπόδισε τη συμπλήρωσή της, και συγκεκριμένα στον προσδιορισμό της δικασίμου από το δικαστήριο μετά την πάροδο της διετίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, έτσι διατυπωμένος, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται στον οικείο αναιρετικό λόγο, προβολή του εν λόγω ισχυρισμού τους (αντένσταση περί αναστολής της παραγραφής για τον επικαλούμενο, ως ανωτέρα βία, λόγο) ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, και μάλιστα παραδεκτά, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεδομένου ότι πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπό τις ισχύουσες διατάξεις, πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, και επαναφορά του ισχυρισμού αυτού, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε επικαλούνται το πρώτον προβολή του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως υπεράσπιση κατά της κατ' αυτών ασκηθείσης αντίθετης έφεσης του αναιρεσίβλητου, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτής, ώστε να ιδρύεται παραδεκτά ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1, άλλως από τον αριθμό 8 αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 261 και 263 παρ.2 ΑΚ έκρινε ως παραγεγραμμένες τις επίδικες αξιώσεις τους, για καταβολή διαφορών αποδοχών των ετών 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008, για τις οποίες είχαν ασκήσει τις με αριθμ.
καταθ. 2562/2005, 2563/2005, 2856/2007 και 494/2009 αγωγές τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, από τις οποίες παραιτήθηκαν με το δικόγραφο της ένδικης, από 10-6-2009 (με αριθμ.καταθ.110458/3082/22-6-2009) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγής τους, ενώ με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, με την επίδοση κάθε μίας των ανωτέρω προηγούμενων αγωγών, και της επίδικης που περιλαμβάνει όλες τις άνω αξιώσεις τους, είχαν διακόψει την διετή παραγραφή τους, με συνέπεια μην παραγραφούν αυτές, όπως παραδεκτά ισχυρίστηκαν και ενώπιον του Εφετείου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης έτσι διατυπωμένος, είναι πρωτίστως αλυσιτελής, διότι δεν επιδρά επί του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την βασιμότητα της ανωτέρω αντένστασης των παρισταμένων αναιρεσειουσών, και την εντεύθεν βασιμότητα της αγωγής τους και ανατροπή του απορριπτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης, δεδομένου ότι το Εφετείο κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές δέχθηκε ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις τους παραγράφηκαν εν επιδικία, δηλαδή μεταγενέστερα της διακοπής της διετούς παραγραφής με την επίδοση των αναφερόμενων αγωγών, λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου της διετίας μεταξύ των δύο τελευταίων διαδικαστικών πράξεων, της επίδοσης της κλήσης προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, της ένδικης αγωγής (12-5-2011) και της συζήτησής της (1-10-2013), κατ' ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 93 περ.α' του ν. 2362/1995, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε κατά την απόρριψη του δεύτερου, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγου αναίρεσης.
Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τις παριστάμενες αναιρεσείουσες, και να καταδικαστούν αυτές, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού, υποβληθέντος με τις προτάσεις του, νόμιμου αιτήματός του, (αρθ.176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατ' άρθρο 22 ν.3693/1957 σε συνδ.
με την παρ.2 της υπ' αριθμ. 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τις δεύτερη (2η), πέμπτη (5η), όγδοη (8η), δωδέκατη (12η), δέκατη τρίτη (13η), δέκατη τέταρτη (14η), τριακοστή πρώτη (31η), τεσσαρακοστή δεύτερη (42η), τεσσαρακοστή έκτη (46η), πεντηκοστή τρίτη (53η), πεντηκοστή πέμπτη (55η), εβδομηκοστή (70η), εβδομηκοστή τρίτη (73η), εβδομηκοστή πέμπτη (75η), εβδομηκοστή όγδοη (78η), ογδοηκοστή τέταρτη (84η), ογδοηκοστή πέμπτη (85η), ογδοηκοστή έκτη (86η), ενενηκοστή δεύτερη (92η), εκατοστή δεύτερη (102η) και εκατοστή τέταρτη (104η), αναιρεσείουσες.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από ... με αριθμ.καταθ.5465/686/31-7-2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4097/13-8-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).
Καταδικάζει τις παριστάμενες αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ