Legislator Case Law & Legislation
224/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive failure to prove document distortion.

Case Number 224/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court distorted the content of a 1921 marriage contract to establish title, but the court found their specific allegations insufficient and contradictory. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 20 K.Pol.D; Art. 559 para. 19 K.Pol.D: An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the appellant fails to specify the exact content accepted by the court versus the document's actual content, or if the lower court's decision relies on derivative inheritance rather than the disputed document.

Keywords

AI generated
appeal admissibility document distortion property ownership marriage contract legal costs procedural defect substantive judgment

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 1 and 2 K.Pol.D
Art. 226 para. 4 lit. c and d K.Pol.D
Art. 575 para. 2 K.Pol.D
Art. 559 para. 20 K.Pol.D
Art. 432 et seq. K.Pol.D
Art. 559 para. 19 K.Pol.D
Art. 495 para. 4 K.Pol.D
Art. 176 K.Pol.D
Art. 183 K.Pol.D
Art. 191 para. 2 K.Pol.D
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 224 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 224/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. συζ. Θ. Ν., το γένος Σ. Τ., 2)Σ. Τ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Σαλαμαστράκη, που ανακάλεσε την από 15-11-2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:173/2006 μη οριστική, 90/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 226/2013 Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2014 αίτησή τους, την οποία επανέφερε για συζήτηση μετά από ματαίωση, ο αναιρεσίβλητος με την από 28-9-2015 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 24-2-2016 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, και ο οποίος τεκμαίρεται ότι είναι αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει ως εκ τούτου την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία να παραλαμβάνει τα δικόγραφα που απευθύνονται προς τον διάδικο που τον διόρισε και αφορούν την υπόθεση αυτή (ΑΠ 1560/2012, ΑΠ 897/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 2-3-2016, ενώ όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. .../18-3-2015 και ... στ/28-12-2015 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Ρόδου Ν.

Χ. και Μ. Χ. αντίστοιχα, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και της από 28-9-2015 κλήσης με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η προαναφερθείσα (2-3-2016) και με κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του πληρεξουσίου του αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον δικηγόρο Ρόδου Εμμανουήλ Κουτσούκο, ο οποίος υπογράφει την αίτηση ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων.

Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-11-2016). Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση.

Κατόπιν τούτου το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των τελευταίων, η κλήτευση των οποίων για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο της 16-11-2016 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη.

Από το άρθρο 553 παρ. 3 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ’ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ’ ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού.

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ’ αριθ. 226/2013 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθ. 90/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η δε αίτηση αναίρεσης στρέφεται και κατά των δύο αυτών αποφάσεων. Επομένως η αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 ΚΠολΔ.) Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου) είτε από διαθήκη από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.

Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "...", στη νήσο ..., επιφάνειας 5.518 στρ., που συνορεύει...

Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα από κληρονομιά του πατέρα του Α. Λ. του Ν., ο οποίος απεβίωσε την 9.10.2001, καταλείποντας την από 6.10.1999 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με τα υπ’ αριθ. 828/26.10.2001 πρακτικά του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά αποδέχθηκε ο ενάγων με την υπ’ αριθ. .../12.4.2002 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου..., που μεταγράφηκε νόμιμα ...

Στον πατέρα και άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος περιήλθε το επίδικο ακίνητο από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του πατέρα του Ν. Λ. του Α., ο οποίος απεβίωσε το Μάρτιο 1943, στον οποίο είχε περιέλθει ως προίκα από τη σύζυγο του Ε., δυνάμει του από 1.2.1921 προικοσυμφώνου, που ενόψει του γάμου της παρέδωσαν οι γονείς της.

Οι ανωτέρω άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ασκούσαν από το έτος 1921 μέχρι το θάνατο τους, διαδοχικά, με καλή πίστη και διάνοια κυρίων, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του εν λόγω ακινήτου υλικές, εμφανείς στους τρίτους, διακατοχικές πράξεις νομής. Συγκεκριμένα, ο παππούς του ενάγοντος Ν.

Λ. από το έτος 1921, οπότε έλαβε ως προίκα το επίδικο, το περιέφραξε με ξερολιθιά, φύτευσε στο πετρώδες τμήμα του αχλαδιές, φραγκοσυκιές κ.ά. προβαίνοντας σε συλλογή των καρπών και το υπόλοιπο τμήμα του καλλιεργούσε με δημητριακά. Μετά το θάνατο του, το έτος 1943, τον διαδέχθηκε στη νομή του επιδίκου ο γιος του Α.

Λ. (πατέρας του ενάγοντος), ο οποίος με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνέχισε να το επιβλέπει, να το συντηρεί, να επισκευάζει τον μανδρότοιχο της περίφραξης και να το καλλιεργεί είτε ο ίδιος, είτε μέσω τρίτων μετά τη μετεγκατάστασή του στον Πειραιά και συγκεκριμένα μέσω του αδελφού του Γ. Λ. και του Κ. Τ., οι οποίοι το επέβλεπαν για λογαριασμό του και το καλλιεργούσαν με δημητριακά (σιτάρι, βρώμη, σέλαμο).

Από το έτος 2001, μετά το θάνατο του πατέρα του, ο ενάγων τον διαδέχθηκε στη νομή του επιδίκου, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και πρόθεση εξουσιάσεως, εξακολουθώντας να διενεργεί επί του επιδίκου τις αρμόζουσες στον προορισμό του πράξεις νομής, δηλαδή το επισκεπτόταν, συντηρούσε την περίφραξη του και επέβλεπε τα όριά του.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενστάσεις της πρώτης εναγομένης, που αφορούσαν στο επίδικο ακίνητο, απορρίφθηκαν από την αρμόδια κτηματολογική επιτροπή. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή από κληρονομιά του αληθούς κυρίου-πατέρα του, ο οποίος είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού τόσο ο ίδιος όσο και οι δικαιοπάροχοι του, άμεσοι και απώτεροι, νέμονταν το επίδικο, με διάνοια κυρίων, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο εναγών κατέστη κύριος του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), με το συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής (από το έτος 2001 μέχρι την άσκηση της αγωγής) και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, ως προς την έκτακτη χρησικτησία. Πλην, όμως, οι εναγόμενοι αμφισβητούν την κυριότητα του ενάγοντος, καθόσον στις 27.1.2001, κατά την οριοθέτηση όμορης ιδιοκτησίας τους, συμπεριέλαβαν στην περίφραξη και το επίδικο, ενσωματώνοντας αυτό αυθαίρετα στην ιδιοκτησία τους, έκτοτε δε το νέμονται και το κατέχουν ισχυριζόμενοι ότι είναι κύριοι αυτού.

Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της, ήτοι στο υπ’ αριθ. .../30.6.2000 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του ως άνω συμβολαίου προκύπτει ότι η Ι. Π. δώρησε στην πρώτη εναγομένη (εγγονή της) έναν αγρό, εμβαδού 6.841,90 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της νήσου ..., που συνορεύει...

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το εν λόγω δωρηθέν στην πρώτη εναγομένη ακίνητο, δεν ταυτίζεται με το επίδικο, αφού υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτού και του επιδίκου και ως προς τα όρια και ως προς το εμβαδόν του. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την από Φεβρουάριου 2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ.

Π., ο οποίος καλούμενος να αποφανθεί εάν και σε ποιους τίτλους περιέχεται το επίδικο, συμπεραίνει ότι το γεωτεμάχιο που εμφανίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της υπ’ αριθ. .../2002 συμβ/φικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς (τίτλου του ενάγοντος) είναι προσδιορισμένο στο Εθνικό Κτηματολόγιο με κωδικό ΚΑΕΚ ..., δηλαδή αυτόν που έλαβε το επίδικο ακίνητο, κατόπιν σχετικής δηλώσεως του ενάγοντος.

Όσον αφορά δε στο γεωτεμάχιο που εμφανίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του υπ’ αριθ. .../2000 συμβολαίου δωρεάς (τίτλου της πρώτης εναγομένης), αυτό δεν έχει κωδικό στο Εθνικό Κτηματολόγιο, ενώ στη θέση του είναι καταγεγραμμένοι έξι κωδικοί ΚΑΕΚ με ισάριθμους διαφορετικούς ιδιοκτήτες. Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι η πρώτη εναγομένη και οι δικαιοπάροχοί της (άμεσοι και απώτεροι) κατείχαν και νέμονταν, με διάνοια κυρίων, επί συνεχή εικοσαετία, το επίδικο ακίνητο, ασκώντας σ’ αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου θεμελιούμενη τόσον στον παράγωγο τρόπο, όσον και στον πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με σαφείς παραδοχές ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου με τον επικαλούμενο στην αγωγή του παράγωγο τρόπο που θεμελιώνει την κύρια βάση αυτής, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα του, που πέθανε το 2001, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε συμβολαιογραφικώς και μεταγράφοντας τη σχετική δήλωση αποδοχής, ο οποίος (πατέρας του) κατά το χρόνο του θανάτου του είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αλλά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, στην οποία θεμελιώνει την επικουρική βάση της αγωγής του, ως νεμηθείς τούτο πλέον της εικοσαετίας, με τις αναφερόμενες εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής του να το εξουσιάζει όπως και ο κύριος, προσμετρώντας στη νομή του προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο τόσο παραγώγως, όσο και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον πρώτο λόγο είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ’ αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγήθηκε σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης.

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 1-12-1921 προικοσυμφώνου, στο οποίο στήριξε την κυριότητα του απωτάτου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, παραδοχή που συναρτάται με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής διότι, κατά την κρίση του Εφετείου, η κτήση της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου στηρίζεται, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές του, τόσο σε παράγωγο τρόπο που θεμελιώνεται στην κληρονομική διαδοχή από κληρονομία του αληθούς κυρίου πατέρα του, όσο και, αυτοτελώς, στην έκτακτη χρησικτησία, χωρίς ανάγκη να ληφθεί προς τούτο υπόψη οποιοδήποτε έγγραφο.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2014 αίτηση των Ι. συζ. Θ. Ν. και Σ. Τ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 226/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ