224/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated224/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η από 23/7/2014 αίτηση της Ε. συζ. Σ. Γ. για αναίρεση της 2546/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και οι από 23/12/2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και μειώνονται γενικά τα έξοδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 224 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 224/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Σ. Γ., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Μαρία Γκέλη και Κωνσταντίνο Μπόμπολα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά., συζύγου Β. Σ., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αλέξανδρο Σπυρίδωνος και Δημήτριο Νινόπουλο και 2) Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους ίδιους ως άνω πληρεξουσίους δικηγόρους του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2007 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και την από 27-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4343/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2546/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2014 αίτησή της και τους από 23-12-2014 προσθέτους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 15-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγος, υπό στοιχείο Α της αιτήσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων της, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 23/7/2014 αίτηση της Ε. συζ. Σ. Γ. για αναίρεση της 2546/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και οι από 23/12/2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και μειώνονται γενικά τα έξοδα.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 767 ΑΚ, που εφαρμοζόταν και στις προσωπικές εμπορικές εταιρείες πριν την ισχύ του ν. 4072/2012 (όπως στην ένδικη υπόθεση) και αποτελεί εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης, επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, προκύπτει, ότι η εταιρία που έχει αόριστη διάρκεια λύνεται οποτεδήποτε, με καταγγελία (τακτική) οποιουδήποτε εταίρου, η οποία αποτελεί δικαίωμα αυτού και ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή όχι σπουδαίου προς τούτο λόγου, επιφέρει δε τη λύση της εταιρίας.
Αν όμως η καταγγελία έγινε άκαιρα και δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που να τη δικαιολογεί, ο εταίρος που κατήγγειλε ενέχεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων, εκτός αν επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Σπουδαίο λόγο συνιστά οποιοδήποτε περιστατικό, που ανάγεται στο πρόσωπο ή όχι του καταγγέλλοντος, το οποίο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή την εξακολούθηση της εταιρείας έως το χρόνο λήξης της διάρκειας της για εκείνον τον εταίρο, που κατάγγειλε.
Τέτοια περιστατικά είναι η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων, η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, το μίσος μεταξύ των εταίρων, η έλλειψη συνεργασίας, κατανόησης κλπ. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τη δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της ανεντιμότητας και κακοπιστίας στις συναλλαγές και απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, συνάγεται περαιτέρω ότι καταγγελία της αορίστου διαρκείας εταιρίας, που αποτελεί δικαίωμα του εταίρου, αν ασκήθηκε καταχρηστικώς, ήτοι έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, επιφέρει μεν τη λύση της εταιρίας, πλην όμως συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, από την οποία γεννιέται ευθύνη προς αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση των λοιπών εταίρων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 932 ΑΚ.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σχετικά με τις προβληθείσες αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας για αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της, κατά τους ισχυρισμούς της, καταγγελίας της εταιρείας "Ι. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους ομόρρυθμους εταίρους, χωρίς σπουδαίο λόγο, που επιπροσθέτως ήταν άκαιρη και καταχρηστική, πληρούσα την κατά το άρθρο 914 ΑΚ έννοια της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την...
απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χορηγήθηκε στη Β. Κ. - Σ., μητέρα των διαδίκων, εκπαιδευτικό, άδεια ιδρύσεως ιδιωτικού δημοτικού σχολείου. Ακολούθως, με την... απόφαση του ως άνω Υπουργού χορηγήθηκε στην ίδια άδεια ιδρύσεως νηπιαγωγείου. Σύμφωνα με τις ανωτέρω άδειες, καθώς και τις σχετικές άδειες λειτουργίας, το σχολείο λειτούργησε σε ακίνητο επί της οδού ...
στη Γλυφάδα Αττικής, που ανήκει εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στους διαδίκους. Την 2-1-1986 με το υπό την ίδια ημερομηνία καταστατικό συστήθηκε μεταξύ της Β. Σ. και των τέκνων της Α. Σ., Ά. Σ., Ι. Σ. και Ε. Σ.-Γ. ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Β. Σ. και Σία Ε.Ε." και σκοπό την εκμετάλλευση εκπαιδευτηρίου. Την 20-1-1986 το καταστατικό της ως άνω εταιρείας τροποποιήθηκε με την αποχώρηση της Α.
Σ. και τη μετατροπή της επωνυμίας σε "Ι. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", με ετερόρρυθμο μέλος τη Β. Σ. και ομόρρυθμα μέλη τους διαδίκους τέκνα της και συμμετοχή καθενός των εταίρων στην ανωτέρω εταιρεία σε ποσοστό 25%. Κατά το καταστατικό της ως άνω εταιρείας, τα κέρδη θα εκρατούντο προς σχηματισμό αποθεματικών, οι εταίροι όμως θα είχαν δικαίωμα σε προσωρινή κατά μήνα ανάληψη προς κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών, συμψηφιζομένων στον ισολογισμό από τα καθαρά κέρδη της εταιρείας.
Με την... απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εγκρίθηκε η μεταβίβαση,... των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας του σχολείου από τη Β. Κ. - Σ. στη θυγατέρα της Ά. Σ., η οποία κατείχε πτυχίο εκπαιδευτικού. Πρέπει δε να τονιστεί στο σημείο αυτό, ότι, πριν την εν λόγω μεταβίβαση και συγκεκριμένα την 2-1-1986, είχε προηγηθεί η σύσταση της προαναφερόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας με σκοπό την εκμετάλλευση του κτίσματος ως ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου.
Η πιο πάνω εταιρεία λειτούργησε ομαλά επί 18 έτη, με άδεια λειτουργίας, η οποία ανανεωνόταν κατ’ έτος στο όνομα της Ά. Σ., στο πιο πάνω κτίριο συγκυριότητας των διαδίκων, το οποίο είχαν παραχωρήσει κατά χρήση στην εταιρεία. Από το έτος 2004 όμως, οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων διαταράχθηκαν, με κυριότερη αιτία την άρνηση των Ά.
συζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. και Ι. Σ. του Ν. να αναλάβει τη διεύθυνση της επιχείρησης ο υιός της Ε. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν., Θ. Γ.. Ειδικότερα, οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων οξύνθηκαν πολύ, εξαιτίας της ενέργειας της τελευταίας να αναφέρει στις αρμόδιες αρχές, ότι η εταιρεία δεν λειτουργούσε νόμιμα, καθόσον την άδεια λειτουργίας κατείχε όχι η επιχείρηση που εκμεταλλευόταν το εκπαιδευτήριο, αλλά εταίρος, ενώ, κατά τον ως άνω νόμο, η άδεια λειτουργίας έπρεπε να ανήκει μόνο στο φορέα της επιχείρησης που εκμεταλλεύεται το εκπαιδευτήριο.
Αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής της πιο πάνω εταίρου ήταν να μην ανανεωθεί πλέον η άδεια λειτουργίας του εκπαιδευτηρίου για το σχολικό έτος 2004-2005, ενώ το 3° Γραφείο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης της Δ’ Διεύθυνσης Π.Ε. Αθηνών, με το... έγγραφο του, υπέδειξε στην Ά. Σ. να μεταβιβάσει αυτήν (άδεια) κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του Ν. 682/1977 διαδικασία, επιπλέον δε κοινοποίησε στους συνεταίρους την...
γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και την... Οδηγία του ΥΠ.Ε.Π.Θ. Επίσης, με το εν λόγω έγγραφο ζητήθηκε από την Ά. Σ. να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση για το ότι από το σχολικό έτος 2005-2006 ήταν ιδιοκτήτρια του εκπαιδευτηρίου. Στη συνέχεια η Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν., με την από 27-6-2005 αίτηση της, ζήτησε να τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση η μητέρα της Β.
Σ., η οποία ήδη από το έτος 2001, λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου, αδυνατούσε να επιμεληθεί της διαχειρίσεως της εταιρείας και των υποθέσεων της γενικότερα. Επιπλέον, με την με ίδια ημερομηνία προσωρινή διάταξη ορίστηκε ως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτης αυτής η ως άνω Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν., ως προς τα θέματα που αφορούσαν τη διαχείριση του εκπαιδευτηρίου.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, λόγω των προβλημάτων υγείας της Β. Σ., τουλάχιστον από το έτος 2001 τη διαχείριση της εν λόγω εταιρείας ασκούσαν "εν τοις πράγμασι" οι Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. και Ι. Σ. του Ν., με την ανοχή της Ε. σύζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν., η οποία δεν διαφώνησε προς τούτο, μέχρι την κατά τα ως άνω διατάραξη των σχέσεων τους.
Μετά ταύτα οι διάδικοι επικοινωνούσαν μεταξύ τους μόνο με εξώδικες δηλώσεις και τελικά οι Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. και Ι. Σ. του Ν., με την από 29-8-2005 έγγραφη καταγγελία τους, που επιδόθηκε αυθημερόν στην Ε. σύζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν., καθώς και στη Β. Σ. την 1-9-2005, προέβησαν σε καταγγελία της πιο πάνω ετερόρρυθμης εταιρείας, η οποία είχε καταστεί αόριστης διάρκειας.
Ακολούθως, η Ά. Σ. υπέβαλε στο ΥΠ.Ε.Π.Θ. την από 29-8-2005 υπεύθυνη δήλωση της, με την οποία δήλωσε ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." είχε λυθεί και τελούσε υπό εκκαθάριση, καθώς και ότι η ίδια ήταν η μοναδική ιδιοκτήτρια του εκπαιδευτηρίου, ενόψει και του ότι ήταν και η κάτοχος της άδειας λειτουργίας αυτού, ως εκπαιδευτικός.
Κατόπιν τούτου εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3284/20-12-2005 απόφαση του 3ου Γραφείου Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης της Δ’ Διεύθυνσης Π.Ε. Αθηνών, με την οποία ανανεώθηκε η άδεια λειτουργίας του ως άνω εκπαιδευτηρίου. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη-ενάγουσα Ε. σύζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν. άσκησε τις από 14-9-2006 αιτήσεις ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας.
Το τελευταίο με τις υπ’ αριθ. 3607 και 3608/2006 αποφάσεις του απέρριψε τις ως άνω αιτήσεις, για το λόγο ότι η πιο πάνω νομίμως δημοσιευθείσα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών από 29-8-2005 εξώδικη καταγγελία επέφερε, κατά τα άρθρα 766 και 767 AK, την αυτοδίκαιη λύση της εταιρείας και τη θέση της σε εκκαθάριση και επομένως, νόμιμα ανανεώθηκε από τη Διοίκηση η άδεια λειτουργίας του σχολείου για το έτος 2005-2006 στο όνομα της Ά.
Σ., δεδομένου ότι, με την αυτοδίκαιη λύση της εταιρείας, εξέλιπε ο λόγος που κώλυε την ανανέωση, δηλαδή η άσκηση της οικονομικής εκμετάλλευσης του εκπαιδευτηρίου από πρόσωπο διάφορο του κατόχου της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας αυτού. Μετά τη λύση της πιο πάνω εταιρείας, αυτή τέθηκε σε εκκαθάριση, με εκκαθαριστές τους διαδίκους ομόρρυθμους εταίρους αυτής, σύμφωνα με τον υπ’ αριθ. 17 όρο του καταστατικού της.
Λόγω όμως των διενέξεων μεταξύ των διαδίκων εταίρων και της άρνησης της εναγομένης-ενάγουσας Ε. συζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν. να συμμετάσχει στην εκκαθάριση, δεν κατέστη δυνατή η συνεργασία τους προς τούτο και η ενάγουσα - εναγομένη Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. και ο εναγόμενος Ι. Σ. του Ν. ανέλαβαν "εν τοις πράγμασι" την εκκαθάριση της εταιρείας...
Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται, ότι η πιο πάνω από 29-8-2005 καταγγελία της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας εκ μέρους των εταίρων Ά. συζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν. και Ι. Σ. του Ν. και η επελθούσα λύση αυτής έγινε λόγω της σοβαρής και ουσιώδους διατάραξης των ενδοεταιρικών σχέσεων και της έλλειψης της δυνατότητας οποιασδήποτε συνεργασίας αυτών με την εταίρο Ε.
σύζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν.. Τα παραπάνω, ενόψει και του κυρίως προσωπικού χαρακτήρα της ετερόρρυθμης εταιρείας, συνιστούν σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την ένδικη καταγγελία... Επιπλέον, αποδεικνύεται, ότι η πιο πάνω καταγγελία δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, ενόψει της ως άνω δημιουργηθείσας καταστάσεως και των τεταμένων σχέσεων μεταξύ των διαδίκων εταίρων, δηλαδή δεν έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση του πιο πάνω παρεχομένου από τη διάταξη του άρθρου 767 δικαιώματος καταγγελίας οφείλεται σε πρόθεση (δόλο) των καταγγελλόντων προς πρόκληση ζημίας στην εταίρο Ε. σύζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν. κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη. Οι παραπάνω προέβησαν στην ένδικη καταγγελία, λόγω του ως άνω αδιεξόδου που είχε δημιουργηθεί ως προς τις δραστηριότητες της εταιρείας και προκειμένου να εξευρεθεί κάποια λύση για την συνέχιση της λειτουργίας του σχολείου.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, από την οποία να γεννιέται ευθύνη προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας στην από 27-12-2007 αγωγή της εταίρου Ε. συζ. Σ. Γ., το γένος Σ. του Ν., σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 932 ΑΚ...".
Με τις ανωτέρω ουσιαστικές του παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αγωγή της αναιρεσείουσας, για αποζημίωση ποσού 3.060.139,19 ευρώ, άλλως 1.275.434,19 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση ένεκα ηθικής της βλάβης, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος της με το οποίο είχε απορρίψει, ως αόριστη, την αγωγή κατά τα παραπάνω κονδύλια.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, θεμελιωτικές του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της εταιρείας από τους αναιρεσιβλήτους, συνιστάμενου στη σοβαρή και ουσιώδη διατάραξη των ενδοεταιρικών σχέσεων και στην έλλειψη της δυνατότητας οποιασδήποτε συνεργασίας αυτών με την αναιρεσείουσα, καθώς και την αιτία της εν λόγω διατάραξης, όπως επίσης και αναφορικά με την έλλειψη καταχρηστικού χαρακτήρα της επίμαχης καταγγελίας και κατ’ επέκταση αδικοπρακτικού χαρακτήρα της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, σχετικά με την καταγγελία, εφόσον κατά τις παραδοχές του, αυτοί ενήργησαν χωρίς δόλο και πρόθεση πρόκλησης ζημίας στην αναιρεσείουσα, αλλά για να αρθεί το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί, ως προς τις δραστηριότητες της εταιρείας και προκειμένου να εξευρεθεί κάποια λύση για την συνέχιση της λειτουργίας του σχολείου.
Οι παραδοχές αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 281,767 εδ. β’ και 914 ΑΚ.
Συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες, με την αιτίαση ότι δεν αναφέρει: 1) γιατί οι αναιρεσίβλητοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν στις υποδείξεις του Υπουργείου Παιδείας να εκδοθεί η άδεια λειτουργίας στο όνομα της εταιρείας, εάν η άρνηση τους ήταν δικαιολογημένη ή όχι και για ποιο λόγο, εάν η δική της (αναιρεσείουσας) συμπεριφορά παρεμπόδιζε και πως τη λειτουργία της εταιρείας και 2) εάν η έκδοση της άδειας λειτουργίας στο όνομα της εταιρείας ήταν περισσότερο επαχθής για τους αναιρεσιβλήτους απ’ ότι η καταγγελία της εταιρείας, είναι απαράδεκτος.
Τούτο, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο πάντως διατυπώνεται σαφώς. Ωσαύτως, οι ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου στοιχειοθετούν τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εταιρείας από τους αναιρεσιβλήτους, κατά την έννοια του άρθρου 767 εδ.
β’ ΑΚ. Οι διαλαμβανόμενες δε στον ίδιο πρόσθετο λόγο αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι οι αναιρεσίβλητοι ήσαν υπαίτιοι τόσο της αποπομπής του υιού της από το εκπαιδευτήριο, όσο και της μη συμμόρφωσης τους στις υποδείξεις του Υπουργείου Παιδείας και ως υπαίτιοι, δεν ήταν επιτρεπτό να προβούν σε καταγγελία κατά γενική αρχή του δικαίου συναγόμενη από τα άρθρα 200, 28ι, 288 AK, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν δέχτηκε τη συνδρομή της επικαλούμενης υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων.
Επίσης, το Εφετείο, με όσα κατά τα ανωτέρω δέχθηκε, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 767 εδ. β’ ΑΚ και συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.
Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες.
Στην ένδικη περίπτωση, με μέρος, επίσης, του δεύτερου πρόσθετου λόγου, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τον νόμο δέχθηκε τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της εταιρείας, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο οποίος, όμως, δεν είχε επαναφερθεί στο Εφετείο προσηκόντως, αλλά με ενσωμάτωση των προτάσεων της πρωτοβάθμιας δίκης σε εκείνες ενώπιον του Εφετείου.
Όμως, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, στην κατ’ έφεση δίκη, περιέλαβε στο κείμενο των προτάσεων της ενώπιον του Εφετείου και αυτό των προτάσεων της στην πρώτη συζήτηση της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου διαλαμβανόταν ο επίμαχος ισχυρισμός, ως ενιαίο κατά περιεχόμενο κείμενο, καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου της.
Επιπροσθέτως δε, σ’ αυτό τούτο το κείμενο των προτάσεών της στο Εφετείο, πριν αλλά και μετά την παράθεση του κειμένου των πρωτόδικων προτάσεών της, πρόβαλε και πάλι ρητώς τον εν λόγω ισχυρισμό, αναφέροντας ότι η εταιρεία καταγγέλθηκε από αυτήν και τον Ι. Σ., εξαιτίας της υπαίτιας συμπεριφοράς της ήδη αναιρεσείουσας και επειδή πλέον είχαν διαρραγεί εντελώς οι οικογενειακοί δεσμοί και οι καλές τους σχέσεις (σελ. 63 προτάσεων), επικαλούμενη την προσκόμιση της από 29/8/2005 εξώδικης απάντησης και καταγγελίας, με την οποία αυτή και ο Ι.
Σ. κατάγγειλαν την εταιρεία για σπουδαίους λόγους που αναφέρονται στην καταγγελία και οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ήδη αναιρεσείουσας (σελ. 198 προτάσεων). Έτσι, η επαναφορά στο Εφετείο του επίμαχου ισχυρισμού ήταν παραδεκτή. Ωσαύτως, και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος στην κατ’ έφεση δίκη, περιέλαβε στο κείμενο των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου και αυτό των προτάσεων του στην πρώτη συζήτηση της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου διαλαμβανόταν ο αντίστοιχος ισχυρισμός, ως ενιαίο κατά περιεχόμενο κείμενο, καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου του.
Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με το τελευταίο μέρος του δεύτερου πρόσθετου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προταθέντα από εκείνη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στήριζαν τον ισχυρισμό της περί άκαιρης και καταχρηστικής καταγγελίας της εταιρείας από τους αναιρεσιβλήτους και συγκεκριμένα ότι: 1) στις 21/12/2004 και 5/1/2004 οι αντίδικοι της και εκείνη συναντήθηκαν για εξεύρεση λύσης και της πρότειναν να της αποδοθούν τα αναλογούντα σ’ αυτήν συσσωρευμένα εταιρικά κέρδη, να τροποποιηθεί το καταστατικό της εταιρείας, ώστε να είναι μόνη διαχειρίστρια η πρώτη αναιρεσίβλητη επί μία πενταετία και μετά πενταετία όλες οι αποφάσεις να λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, τις οποίες προτάσεις αυτή απέρριψε, ως απαράδεκτες, 2) στις 9/6/05 ακολούθησε νέα συνάντηση προς εξεύρεση λύσης και συμφώνησαν να γίνει διαχειριστικός έλεγχος, ο οποίος ουδέποτε πραγματοποιήθηκε και 3) στις 23/8/05 οι αναιρεσίβλητοι την κάλεσαν σε έκτακτη συνέλευση των εταίρων, αλλά δεν ανέμειναν τη συνεδρίαση της συνέλευσης και της επέδωσαν την επίμαχη καταγγελία της εταιρείας.
Όμως, τα επικαλούμενα περιστατικά, ακόμη κι αν είχαν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, δεν καθιστούσαν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 AK, την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της εταιρείας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και ιδίως δεν αρκούσαν για τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στην αναιρεσείουσα ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν θα ασκούσαν το σχετικό δικαίωμά τους, ενόψει μάλιστα των από την αναιρεσείουσα εκτιθέμενων ανεπιτυχών προσπαθειών προς εξεύρεση λύσεως στις διαφορές των διαδίκων, αλλά και την από την αναιρεσείουσα επικαλούμενη απόρριψη των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη τα ανωτέρω περιστατικά, που δεν στοιχειοθετούσαν νόμιμο ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ώστε ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι απαράδεκτος. Η αναιρεσείουσα, με την αγωγή της, είχε επικαλεστεί ακυρότητα της γενόμενης από τους αναιρεσιβλήτους καταγγελίας της εταιρείας "Ι.
Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", ως στοιχείο δε "του παρανόμου" της κατά αδικοπρακτικό τρόπο παρακράτησης της αξίας της μερίδας της στην ανωτέρω εταιρεία, το ότι το έγγραφο της καταγγελίας έπρεπε να επιδοθεί και στην εταίρο μητέρα τους, στην οποία επιδόθηκε μεν στις 1/9/2005, όπως προκύπτει από την ...1-9-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Γ.
Δ., αλλά δια θυροκολλήσεως, διότι κατά τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή αυτός μετέβη στην επί της οδού ... στη Γλυφάδα οικία της, όπου δεν βρήκε στην εν λόγω διεύθυνση ούτε την ίδια, ούτε σύνοικο συγγενή της ή όχι, αλλά τη θύρα της οικίας κλειστή, εξ ου και θυροκόλλησε την καταγγελία με παρουσία του μάρτυρος Κ.
Δ. Ότι, όμως, η έκθεση αυτή είναι αναληθής, αφού η μητέρα τους ήδη από το 2002 ήταν κατάκοιτη και υπό την παρακολούθηση δύο αποκλειστικών νοσοκόμων επί 24ώρου βάσεως, ώστε δεν είναι δυνατόν να μην βρήκε κανέναν ο δικαστικός επιμελητής και εκ τούτου έπεται ότι η καταγγελία δεν επιδόθηκε στην εταίρο Β. Σ., πράγμα που σημαίνει ότι δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα και δη λύση της εταιρείας και ότι άλλωστε, για να είναι έγκυρη η καταγγελία, όφειλαν οι εναγόμενοι να ζητήσουν τον ορισμό ειδικού δικαστικού συμπαραστάτη (1682, 1628 ΑΚ), ο οποίος θα παρελάμβανε το έγγραφο της καταγγελίας και ο οποίος θα όφειλε να ενεργήσει τα δέοντα προς προάσπιση των συμφερόντων της Β.
Σ.. Το Εφετείο επί του ισχυρισμού τούτου δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η αναφερόμενη επίδοση διενεργήθηκε νομότυπα κατ’ αρθρ. 128 ΚΠολΔ. Ο ως άνω δικαστικός επιμελητής στην πιο πάνω έκθεση του βεβαιώνει ότι βρήκε τη θύρα της πιο πάνω μητέρας των διαδίκων κλειστή και επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε πραγματική απουσία αυτής από τον τόπο της επίδοσης (την οικία της), εγκύρως ο ως άνω δικαστικός επιμελητής προέβη σε θυροκόλληση του εν λόγω εγγράφου.
Εξάλλου, μέχρι το θάνατο της ως άνω Β. Σ. την 14-12-2008 δεν αμφισβητήθηκε από την ίδια ή την προσωρινή δικαστική συμπαραστάτη αυτής, θυγατέρα της Ά. σύζ. Β. Σ., το γένος Σ. του Ν., η ως άνω επίδοση ή η επέλευση κάποιας βλάβης απ’ αυτήν. Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται, ότι η πιο πάνω καταγγελία, η οποία αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμα που ασκείται με μονομερή δικαιοπραξία, απευθύνθηκε και κοινοποιήθηκε σ’ όλους τους λοιπούς εταίρους της πιο πάνω ετερόρρυθμης εταιρείας και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της τη λύση δηλαδή της παραπάνω εταιρείας".
Ήδη, με τον υπό στοιχείο β’ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του (πρώτος λόγος) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων: α) των άρθρων 170 έως 172 AK, που δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες, άλλως εσφαλμένως εφάρμοσε, σύμφωνα με τις οποίες οι απευθυντέες δηλώσεις είτε προς ανίκανο, είτε προς περιορισμένως ικανό, είτε προς πρόσωπο που δεν έχει συνείδηση των πραττομένων είναι απολύτως άκυρες και β) του άρθρου 1672 ΑΚ σε συνδυασμό με 805 παρ. 4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες σε περίπτωση διορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη όλες οι επιδόσεις που αφορούν τον συμπαραστατούμενο γίνονται προς αυτόν (δικαστικό συμπαραστάτη).
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, προτεινόμενες με την αίτηση αναιρέσεως, συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού, όπως παραπάνω εκτέθηκε. Δεν μπορεί δε να γίνει λόγος για παραδεκτή προβολή των εν λόγω ισχυρισμών με την επίκληση της εξαίρεσης του άρθρου 562 παρ. 2 εδ.
β’ ΚΠολΔ, δηλαδή περί σφάλματος που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, διότι και στην περίπτωση αυτή, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 15/2000). Ανεξαρτήτως τούτων, οι επίμαχες αιτιάσεις τυγχάνουν και αλυσιτελείς.
Τούτο, διότι η άκυρη επίδοση της καταγγελίας, από μόνη της, δεν συνιστά αδικοπραξία, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τα λοιπά το Εφετείο δέχθηκε, σύμφωνα με το ήδη αναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ότι η επίμαχη καταγγελία δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, ενόψει της δημιουργηθείσας κατάστασης και των τεταμένων σχέσεων των εταίρων, δεν αποδείχτηκε ότι άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας οφείλεται σε πρόθεση (δόλο) των καταγγελλόντων προς πρόκληση ζημίας στην αναιρεσείουσα, αλλά αυτοί προέβησαν στην καταγγελία λόγω του αδιεξόδου που είχε δημιουργηθεί, ως προς τις δραστηριότητες της εταιρείας και προκειμένου να εξευρεθεί κάποια λύση για τη συνέχιση της λειτουργίας του σχολείου και επομένως δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 ΑΚ.
Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε επιπροσθέτως, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ότι δεν αποδείχτηκε η βασιμότητα των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας περί κακουργηματικής υφαρπαγής και σφετερισμού της εταιρικής επιχείρησης του ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου εκ μέρους των αντιδίκων αδελφών της αναιρεσείουσας, καθώς και περί οικειοποιήσεως των εταιρικών μεριδίων αυτής και της μητέρας των διαδίκων.
Οι παραδοχές δε αυτές της αναιρεσιβαλλομένης, που αποκλείουν τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, δεν πλήττονται με λυσιτελή λόγο αναιρέσεως.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Αποτελούν "πράγματα" και άρα, αν δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, μεταξύ άλλων, η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά (ΑΠ 1573/2006). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός, αν ο μη απαντηθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής, αόριστος, εκπρόθεσμος και γενικά απαράδεκτος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 374/2012).
Στην ένδικη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την αγωγή της, είχε ζητήσει, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων, να της καταβάλουν το ποσό των 3.060.139,19 ευρώ, ως αποζημίωση, αντιπροσωπεύουσα την αξία της εταιρικής της μερίδας στην ως’ άνω εταιρεία, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτών, οι οποίοι προέβησαν σε υφαρπαγή της, δολίως, με πλαστογράφηση της υπογραφής της και την διοχέτευσαν στην ατομική περιουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά και καταχρηστικώς κατήγγειλαν την εταιρεία.
Επίσης, ισχυρίστηκε ότι το ποσό των 3.060.139,19 ευρώ σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι οι εναγόμενοι εγκύρως εχώρησαν στην εκποίηση προς την πρώτη αναιρεσίβλητη της εταιρικής της μερίδας, οφείλουν να της το καταβάλουν, ως τίμημα, λόγω της εκποιήσεώς της στην αναιρεσίβλητη. Ήδη, η αναιρεσείουσα, με το ίδιο ως άνω λόγο, υπό στοιχείο Β, κατά το υπόλοιπο μέρος του (δεύτερος λόγος), μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη ότι ενώ απέρριψε το περί οφειλής του ποσού των 3.060.139,19 ευρώ αγωγικό αίτημα, ως προς τη θεμελίωσή του στη βάση της αδικοπραξίας, δεν ερεύνησε τη θεμελίωσή του στη συμβατική εκποίηση της μερίδας της από τους εναγομένους (αναιρεσιβλήτους), υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι άφησε αίτηση αδίκαστη.
Με τον λόγο αυτό, κατ’ ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται, αληθώς, η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον πρόκειται για επικουρική θεμελίωση του ίδιου αιτήματος στη σύμβαση και όχι για διαφορετικό αίτημα. Επομένως, αφορά πράγμα (επικουρική βάση αγωγής), που προτάθηκε και φέρεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Όμως, ο ανωτέρω λόγος είναι, προεχόντως, αλυσιτελής, προβαλλόμενος χωρίς έννομο συμφέρον. Τούτο, διότι η αγωγή κατά την παραπάνω επικουρική βάση της ήταν απαράδεκτη, λόγω αοριστίας και αντιφατικότητας, καθόσον όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενό της, δεν προσδιορίζεται σ’ αυτήν από την αναιρεσείουσα (ενάγουσα), πως έλαβε χώρα συμβατική εκποίηση της εταιρικής της μερίδας στην αναιρεσίβλητη, όχι από την ίδια (αναιρεσείουσα), αλλά από τους εναγομένους - αναιρεσιβλήτους, κατά τρόπο μη αδικοπρακτικό.
Κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το Εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 845/11).
Επίσης, κατά το άρθρο 536 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν.
Τέλος, κατά το άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα, αν το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι το εφετείο μπορεί να απορρίψει την έφεση του ενάγοντος, ως απαράδεκτη, όταν η αγωγή αυτού είχε απορριφθεί πρωτοδίκως για τυπικό λόγο και το ίδιο κρίνει αυτή απορριπτέα για άλλο, τυπικό, επίσης, λόγο, με αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η νέα αιτιολογία δεν θα επάγεται δυσμενέστερες για τον εκκαλούντα συνέπειες, καθώς και ότι το εφετείο θα έχει εξαφανίσει προηγουμένως την πρωτόδικη απόφαση.
Τέτοια, όμως, εξαφάνιση δεν υπάρχει, όταν η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολο της, όχι κατά παραδοχή λόγου εφέσεως που βάλλει κατά της αοριστίας, αλλά για την ενότητα της εκτέλεσης.
Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία με την εφετειακή απόφαση αντικαθίσταται το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης και προκύπτει εντεύθεν δεδικασμένο, όπως όταν απορρίπτεται η αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, ενώ πρωτοδίκως η αγωγή είχε κριθεί ως αόριστη και από την κρίση αυτή δεν δημιουργούνταν ουσιαστικό δεδικασμένο, αφού ο ενάγων μπορούσε αζημίως να επανέλθει με νέα αγωγή που δεν έχει την ίδια ατέλεια, δικαίωμα που δεν έχει εάν απορριφθεί η αγωγή, ως παθητικά ανομιμοποίητη, το εφετείο δεν μπορεί να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία και να απορρίψει την έφεση, ως απαράδεκτη, χωρίς προηγουμένως να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, μετά από παραδοχή αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης. Αν, παρά ταύτα, προβεί στην αντικατάσταση της αιτιολογίας με το πιο πάνω περιεχόμενο, καθιστά την απόφαση του αναιρετέα, γιατί παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή λαμβάνει υπόψη λόγο εφέσεως και συνεπώς "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που δεν προτάθηκε και έτσι ιδρύεται ο εκ του εδαφίου α’ της τελευταίας αυτής διατάξεως προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1279/04).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα με την αγωγή της, μετά από παραδεκτό περιορισμό της, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων και η ήδη αναιρεσιβλήτων, να της καταβάλουν, μεταξύ άλλων, το ποσό των 373.732,91 ευρώ, που εκπροσωπούσε την διεκδικούμενη από αυτήν, ως ομόρρυθμη εταίρο, αναλογία της στα κέρδη της εταιρείας "Ι.
Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", κατά το επίδικο μέχρι τη λύση της χρονικό διάστημα (1986-2006). To πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 4.343/2011 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή, κατά το παραπάνω αίτημά της, ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται σ’ αυτήν, αν τα κέρδη αυτά εισφέρονταν στην επόμενη εταιρική χρήση κάθε έτος ή αν παρακρατούνταν από τους εναγομένους, γιατί σε περίπτωση που εισφέρονταν στην επόμενη εταιρική χρήση, δεν αποτελούν αυτοτελή αξίωση της ενάγουσας, αλλά εμπεριέχονται στην αξίωση της για καταβολή της εταιρικής της μερίδας.
Μετά από έφεση της αναιρεσείουσας, με αιτιάσεις κατά της ως άνω κρίσεως του Πρωτοδικείου, πέραν των άλλων, και για το ότι εσφαλμένα η αγωγή είχε απορριφθεί, ως αόριστη, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ενώ απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων, έκρινε, ότι η αγωγή κατά το παραπάνω αίτημα της έπρεπε να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης της παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων, εφόσον δεν αναφέρεται σ’ αυτήν ότι περατώθηκε η εκκαθάριση της εταιρείας, διότι μοναδική παθητικά νομιμοποιούμενη για την αξίωση των εταίρων ως προς τα ποσά, που αποτελούν την αναλογία του εταίρου επί των κερδών αυτής, είναι η ίδια η εταιρεία και όχι τα λοιπά ομόρρυθμα μέλη αυτής ή οι εκκαθαριστές και μετά από αντικατάσταση της αιτιολογίας της οριστικής απόφασης με εκείνη περί ελλείψεως της διαδικαστικής προϋποθέσεως της παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων, απέρριψε κατ’ ουσίαν τον τρίτο από τους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο η τελευταία ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης επειδή είχε απορρίψει την αγωγή, ως αόριστη.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, με βάσει τα όσα αναφέρθηκαν, δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προβληθεί με ένδικο μέσο και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, είναι βάσιμος, ο σχετικός περί τούτου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος (υπό στοιχείο Α) της αιτήσεως αναιρέσεως. Επίσης, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο και αναφορικά με την κατά τα ανωτέρω απόρριψη του ως άνω αγωγικού κονδυλίου, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 για ευθεία παραβίαση του άρθρου 68 ΚΠολΔ, άλλως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, ότι στην αγωγή της αναφερόντουσαν τα περιστατικά που στοιχειοθετούσαν την παθητική νομιμοποίηση των αναιρεσιβλήτων, αλλά και την δική της ενεργητική νομιμοποίηση (σχετικά με την θεμελίωση του ίδιου αιτήματός της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις που με την ίδια αιτιολογία απέρριψε το Εφετείο), καθόσον ναι μεν επικαλέστηκε ακυρότητα της διενεργηθείσας και περατωθείσας από τους αναιρεσιβλήτους εκκαθάρισης, πλην όμως αυτή, ως σχετική ακυρότητα, "ιάται" με την εκ των υστέρων έγκριση, τέτοια δε έγκριση αποτελεί η επικαλούμενη στην αγωγή της αποδοχή από την ίδια (αναιρεσείουσα) του υπέρ αυτής ελάχιστου προϊόντος της εκκαθάρισης, ποσού 101.031,81 ευρώ, το οποίο εισέπραξε με επιφύλαξη, ώστε και ενόψει της διατάξεως του άρθρου 181 ΑΚ, περί διασώσεως του κύρους της δικαιοπραξίας σε περίπτωση μερικής μόνον ακυρότητας, η εν λόγω εκκαθάριση είναι ισχυρή ως προς το αναγνωριζόμενο από τους αντιδίκους της υπέρ αυτής χρηματικό υπόλοιπο.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, στηριζόμενες σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, αλλά και σε ισχυρισμούς που (ανεξάρτητα από τη νομιμότητα τους) συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, είναι απαράδεκτος. Τούτο, διότι η αναιρεσείουσα, με την αγωγή της, επικαλέστηκε ακυρότητα της εκκαθάρισης που διενήργησαν οι λοιποί εταίροι, αναιρεσίβλητοι, χωρίς τη δική της συμμετοχή και της ετερόρρυθμης εταίρου Β.
Σ., που επάγεται, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ακυρότητα κάθε πράξης τους, "την οποία αποκαλούν εκκαθαριστική" και ως εκ τούτου πρέπει να αναγνωριστούν άκυρες "οι δήθεν εκκαθαριστικές πράξεις", στις οποίες προέβησαν οι αναιρεσίβλητοι. Στους ανωτέρω, μάλιστα, ισχυρισμούς της στήριξε, μεταξύ άλλων και αγωγικό αίτημα να αναγνωριστεί, ότι ουδεμία πράξη και δη νόμιμη εκκαθάριση της εταιρείας έλαβε χώρα από τη λύση της μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Σημειώνεται δε ότι στο διηγηματικώς αναφερόμενο περιστατικό, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) ανέλαβε το ποσό των 101.031,81 ευρώ από το ΤΠΔ με επιφύλαξη, δεν στηρίχθηκε ισχυρισμός για ίαση ακυρότητας ή μερική ακυρότητα, που άλλωστε θα ερχόταν σε άμεση αντίφαση με το τελικό αίτημα της αγωγής.
Με βάση όσα αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πλην του πρώτου κύριου λόγου της. Κατά παραδοχή δε του λόγου τούτου πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η αναιρεσιβαλλομένη, κατά το μέρος της με το οποίο το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο και αίτημα της αγωγής που αφορούσε την αναλογία της αναιρεσείουσας στα κέρδη της εταιρείας "Ι. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", κατά το επίδικο μέχρι τη λύση της χρονικό διάστημα (1986-2006), προέβη σε αντικατάσταση της αιτιολογίας της οριστικής απόφασης με εκείνη περί ελλείψεως της διαδικαστικής προϋποθέσεως της παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) και απέρριψε κατ’ ουσία τον τρίτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίον η τελευταία ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, επειδή είχε απορρίψει την αγωγή, ως αόριστη. Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρείται η αναιρεσιβαλλομένη, να κρατηθεί στο Δικαστήριο τούτο και να δικαστεί κατά το ίδιο μέρος, ήτοι ως προς την έρευνα του τρίτου λόγου της από 27/12/2007 έφεσης της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει.
Από τις διατάξεις των άρθρων 765, 777, 781, 782 AK, οι οποίες εφαρμόζονται και στις κατά τα προϊσχύσαντα (πριν τον ν. 4072/2012) άρθρα 22 και 23 ΕμπΝ ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες, προκύπτει, ότι μετά τη λύση της ετερόρρυθμης εταιρείας ακολουθεί η εκκαθάριση, η οποία σκοπό έχει την ενέργεια των πράξεων εκείνων που είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί ο προσδιορισμός του ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, ώστε να προπαρασκευαστεί η διανομή του μεταξύ των εταίρων είτε εξωδίκως, είτε με την έγερση της περί διανομής αγωγής, ειδικότερα δε ο σκοπός της εκκαθαρίσεως έγκειται στη ρευστοποίηση του ενεργητικού, τη διαπίστωση και εξόφληση των χρεών της εταιρίας και στην συνέχεια στην απόδοση των εισφορών και τη διανομή του τυχόν υπολοίπου μεταξύ των εταίρων.
Κατά τη διάρκεια του σταδίου της εκκαθαρίσεως, η ομόρρυθμη εταιρία λογίζεται υφιστάμενη για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, για την ενάσκηση δε των εν γένει αξιώσεων της νομιμοποιείται μόνο η ίδια και όχι οι εταίροι της. Αυτοί μόνον μετά το πέρας της εκκαθαρίσεως μπορούν να ασκήσουν τις αξιώσεις τους κατά της εταιρίας ή κατά των συνεταίρων τους, από την εταιρική σχέση, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και η αξίωση καταβολής μεριδίου από τα πραγματοποιηθέντα κέρδη της εταιρίας κατά την διάρκεια λειτουργίας της.
Τούτο δε επειδή οι παραπάνω αξιώσεις των εταίρων, πριν από το πέρας της εκκαθάρισης, πρέπει να αποτελέσουν κονδύλια του λογαριασμού της, από τα αποτελέσματα δε αυτής θα κριθεί, αν και ποιο ποσό δικαιούται να λάβει ο κάθε εταίρος, πράγμα που είναι αβέβαιο και άγνωστο όσο διαρκεί η εκκαθάριση. Εξ άλλου, το στάδιο της εκκαθάρισης ομόρρυθμης εταιρίας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας από τον εκκαθαριστή.
Κύριος δε των κερδών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια τής λειτουργίας της εταιρίας, είναι το νομικό πρόσωπο αυτής και, επομένως, μόνο κατ’ αυτού νομιμοποιείται παθητικά να στραφεί ο εταίρος για την καταβολή των κερδών που του αναλογούν (ΑΠ 1036/2007). Τέλος, η ορθότητα της από τους εκκαθαριστές διανομής του προϊόντος της εκκαθάρισης, τόσο σχετικά με την έκταση του προϊόντος της εκκαθάρισης που πρέπει να διανεμηθεί, όσο και με τις μερίδες των εταίρων στο προϊόν της εκκαθάρισης, μπορεί να αμφισβητηθεί από τους εταίρους, κατ’ ενάσκηση δικαιώματος από την εταιρική σχέση και στρέφεται κατά της εταιρείας, η οποία είναι ο οφειλέτης της απαιτήσεως των εταίρων στο προϊόν της εκκαθάρισης.
Στην ένδικη υπόθεση η υπό κρίση αγωγή της αναιρεσείουσας, όπως περιορίστηκε, με την οποία αυτή ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, ομόρρυθμοι εταίροι (όπως και εκείνη) της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" και συνεκκαθαριστές αυτής, οφείλουν να της καταβάλουν το ποσό των 373.732,91 ευρώ, ως αναλογία της στα κέρδη της εταιρείας, κατά το επίδικο μέχρι τη λύση της χρονικό διάστημα, ήταν απορριπτέα, ως παθητικώς ανομιμοποίητη.
Τούτο, διότι στο επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής, δεν γίνεται επίκληση περιστατικών νομότυπης περάτωσης της εκκαθάρισης, αλλά αμφισβήτησής της και επίκληση ακυρότητας των όποιων πράξεων εκκαθάρισης διενέργησαν οι αναιρεσίβλητοι, αυθαιρέτως, χωρίς τη σύμπραξη όλων των εταίρων, σε αντίθεση με το νόμο και το καταστατικό της εταιρείας, καθώς και προβολή ανεξόφλητων υποχρεώσεων της εταιρείας έναντι της αναιρεσείουσας από κέρδη κατά τη διάρκεια λειτουργίας της.
Ακόμη δε και αν εκτιμηθεί ότι με την αγωγή της η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα της από τους εκκαθαριστές διανομής του προϊόντος της (άκυρης κατά τους ισχυρισμούς της) εκκαθάρισης και πάλι παθητικώς νομιμοποιείται η εταιρεία, ως οφειλέτης της απαιτήσεως της αναιρεσείουσας στο προϊόν της εκκαθάρισης.
Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το παραπάνω μέρος της, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ενώ ήταν παθητικώς ανομιμοποίητη. Όμως, ο τρίτος λόγος της από 26/1/2012 έφεσης της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας Ε. συζ. Σ. Γ., με τον οποίο αυτή παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής της, ως αόριστης, κατά το παραπάνω μέρος της, ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον (άρθρα 68,516, 517 ΚΠολΔ). Τούτο, διότι η απόρριψη της αγωγής της, ως αόριστης, είναι ευνοϊκότερη από την απόρριψή της, ως παθητικώς ανομιμοποίητης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο για την εκκαλούσα. Κατ’ ακολουθίαν πρέπει ο τρίτος λόγος της από 26/1/2012 έφεσής της να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας θα συμψηφιστούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εξ αίματος δευτέρου βαθμού συγγένειάς τους (179 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, λόγω μερικής νίκης της αναιρεσείουσας στην αναιρετική δίκη (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2546/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που απέρριψε τον τρίτο λόγο της από 26 Ιανουαρίου 2012 έφεσης της αναιρεσείουσας Ε. συζ. Σ. Γ., το γένος Ν. Σ..
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, ως προς τον τρίτο λόγο της ανωτέρω έφεσης.
Απορρίπτει αυτόν.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Ε. συζ. Σ. Γ. και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 2546/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ