Legislator Case Law & Legislation
224/2015 AI generated

224/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 224/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

224/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς ως προς αυτόν θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αίτηση αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης.

Keywords

AI generated
agricultural credit effective date arrears of maintenance payments previous legal status entitlement to benefits acquisition of pension rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 224 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 224/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε διότι έχει παραιτηθεί σύμφωνα με την από 5-6-2013 δήλωση παραίτησης που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου.

Των αναιρεσειόντων - προσεπικαλούντων: 1)Φ. Α. Μ., κατοίκου ... και προσωρινά …, 2)Α. - Α. Ι. του Σ., συζ. Ι. Ζ., κατοίκου ..., 3)Ι. Β. (J. V.) του Γ., 4)Α. Β. (A. V.) κατοίκων ..., των 3ου και 4ης ως μοναδικών κληρονόμων του Γ. Β.. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γαλετσέλλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Β. του Κ., 2)Γ. Β. του Φ., 3)Μ. Β. του Γ., 4)Σ. θυγ. Μ. Β., συζ. Π. Δ., και 5)Π. χήρας Φ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα.

Των καθών η ποσεπίκληση: 1)Ι. Β. του Σ., και 2)Μ. Β. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2012 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/12/2012 αίτησή τους και τους από 5/6/2013 πρόσθετους λόγους. Οι 1ος, 3η, 4ος και 5η αναιρεσείοντες με την από 15/7/2013 προσεπίκλησή ζητούν όσα αναφέρονται σε αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 30/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, των προσθέτων λόγων και της προσεπίκλησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες κατ' άρθρο 299 του ίδιου κώδικα εφαρμόζονται και επί ενδίκων μέσων και κατά τη διάταξη του άρθρου 573 Κ.Πολ.Δ. και στην αναιρετική δίκη ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναιρέσεως χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, η παραίτηση δε γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο και σε κάθε περίπτωση έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και καταργείται η αναιρετική δίκη ως προς τον απλό ομόδικο. Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες, που συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας Σ. Κ., με το από 5-6-2013 δικόγραφο παραίτησης, που κατατέθηκε στη γραμματέα του δικαστηρίου τούτου, και επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει από τις 8016Β, 8017Β, 8019Β, 5021Β και 8023Β/3-7-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Γ. Φ. δηλώνει ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης.

Συνεπώς ως προς αυτόν θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αίτηση αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης.

Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτησή του για αναίρεση. Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττομένη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).

Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ.1 ΑΚ, το οποίο ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομίας και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομία ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομούμενου, επομένως και η αξίωσή του εναντίον τρίτου για τη διεκδίκηση της κυριότητας ακινήτου του, μεταβιβάζεται υπό της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος είτε εξ' αδιαθέτου είτε από διαθήκη κατά το ποσοστό που αναλογεί σ' αυτούς στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, οι οποίοι καθίστανται, επιφυλασσομένου του δικαιώματος αποποίησης της κληρονομίας, άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.

Επομένως για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συγγενική σχέση που συνδέει αυτούς και τον αποβιώσαντα, με βάση την οποία καθίστανται κατά νόμο κληρονόμοι του τελευταίου. Στον αντίδικό τους δε αναιρεσίβλητο εναπόκειται να αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων, οπότε αυτή εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση οι τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσειόντων Ι. Β. και Α. Β. ζητούν την αναίρεση της 71/2012 αποφάσεως του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους Γ. Β., ενός από τους ενάγοντες.

Συνεπώς και αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν αμφισβητούν το θάνατο του τελευταίου και τη συγγενική σχέση των προαναφερομένων αναιρεσειόντων, ως καθολικών διαδόχων, του θανόντος διαδίκου, είναι παραδεκτή η άσκηση από αυτούς της αίτησης αναίρεσης. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 89 Κ.Πολ.Δ. η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 573 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η άσκηση προσεπικλήσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, το πρώτον, απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Επομένως η από 15-7-2013 προσεπίκληση από τους αναιρεσείοντες των λοιπών ομοδίκων τους πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία και ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με ειδική ή καθολική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 980, 981, 982 και 994 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που κατέχει το ακίνητο με βάση κάποια έννομη σχέση είναι αντιπρόσωπος του νομέως στη άσκηση της νομής και επί αντιποιήσεως αυτής, συνισταμένης στη μεταστροφή της διανοίας του από διάνοια κατόχου σε διάνοια κυρίου δε δύναται να αντιτάξει κατά του νομέως ή των συννομέων κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν γνωστοποιήσει σ' αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο τη βούλησή του να νέμεται το πράγμα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία.

Τέτοια γνωστοποίηση μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξη που φανερώνουν την πρόθεση του συγκοινωνού, που κατέχει το πράγμα, ενώ η για αντιποίηση της νομής γνώση των λοιπών συγκοινωνών μπορεί να προέλθει είτε από σχετική δήλωση εκείνου που αντιποιείται αποκλειστικώς στο όνομά του τη νομή του κοινού είτε από άλλον και έτσι αρκεί η γνώση του συγκοινωνού για την αντιποίηση αυτή από ουδέποτε και αν προέρχεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Φ.-Α. Μ. του Α. (πρώτος από τους εφεσίβλητους-ενάγοντες), με την υπ' αριθμ ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ ...

συμβολαιογραφική πράξη, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα ... αποδέχθηκε το επαχθέν σε αυτόν, λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της αποβιώσασας, την 19-7-1990 μητέρας του, Ό. χήρας Α. Μ. το γένος Τ. Κ., ... κληρονομικό μερίδιο ποσοστού 1/5 (ή 4/20) εξ αδιαιρέτου ενός ελαιοαγροκτήματος που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Αγίας Μαρίνας Μυτιλήνης Λέσβου ...

Στην ως άνω δικαιοπάροχο του το επίδικο, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, περιήλθε κατά κυριότητα, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της απωτέρου δικαιοπαρόχου του Ο. συζ. Κ. Κ., το γένος Χ. και των μετ' αποβιωσάντων τέκνων της Γ. Κ., Τ. Κ., Θ. Κ., Μ. Κ., Ε. Κ. και Α. Κ., συντάχθηκε προς τούτο ενώπιον του Γενικού Προξένου τους Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου η προαναφερθείσα, υπ' αριθμ. .../28-6-1955 δήλωση, που μεταγράφηκε στον τόμο 49 με αριθμό 851 των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης.

Στο δεύτερο από τους εφεσίβλητους περιήλθε κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το 1956 πατέρα του και της μετέπειτα αποβιώσασας το 1986 μητέρας του, την οποία αποδέχθηκε με την ... πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου ... και μεταγράφηκε νομίμως. Στον πατέρα του είχε περιέλθει το παραπάνω ποσοστό δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της απωτέρου δικαιοπαρόχου Ο.

Κ., κληρονομία την οποία αποδέχθηκε με δήλωση αποδοχής που μεταγράφηκε νομοτύπως. Στην τρίτη από τους εφεσίβλητους-ενάγοντες, Α.-Α. Ι. του Σ., περιήλθε ποσοστό 1/5 (ή 4/20) εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της αποβιώσασας, στις 22-11-1978, στην Αθήνα, μητέρας της Α. χήρας Σ.

Ι., το γένος Τ. Κ., κατοίκου όσο ζούσε ... Αυτή (Τρίτη ενάγουσα) αποδέχθηκε το επαχθέν σε αυτόν κληρονομικό μερίδιο με την υπ' αριθμ ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών ... νομίμως μεταγεγραμμένης. Στην ως άνω δικαιοπάροχο της το επίδικο, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, περιήλθε κατά κυριότητα, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της απωτέρου δικαιοπαρόχου Ο.

συζ. Κ. Κ. ... και των μεταποβιώσαντων τέκνων της ... κληρονομιά την οποία αποδέχθηκε με την προαναφερόμενη ...δήλωση αποδοχής, που μεταγράφηκε νόμιμα... Στους τέταρτο, πέμπτη και έκτο από τους εφεσίβλητους-ενάγοντες, ... περιήλθε ποσοστό 1/20, 1/20 και 2/20 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα του ίδιου ακινήτου, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της αποβιώσασας, στις 31-5-1984, μητέρας του έκτου και γιαγιάς των τετάρτου και πέμπτης Ο.

χήρας Ι. Β., ... Οι ως άνω αποδέχθηκαν το επαχθέν σε αυτούς κληρονομικό μερίδιο με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... νομίμως μεταγεγραμμένης. Στην ως άνω δικαιοπάροχό τους του επίδικο, κατά ποσοστό του 1/5 ή 4/20 εξ αδιαιρέτου, περιήλθε κατά κυριότητα, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της απωτέρου δικαιοπαρόχου Ο.

συζ. Κ. Κ. και των μεταποβιώσαντων τέκτων της Γ., Τ., Θ., Μ., Ε. και Α. Κ., κληρονομιά την οποία αποδέχθηκε με την ... δήλωση αποδοχής, που μεταγράφηκε νόμιμα. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1193 και 1199 ΑΚ, λόγω της αναδρομικής ισχύος που έχει η μεταγραφή της αποδοχής-κληρονομιάς θεωρείται ότι, κατά τα ως άνω ποσοστά, το ακίνητο περιήλθε στους εφεσίβλητους-ενάγοντες κατά το χρόνο θανάτου των δικαιοπαρόχων τους.

Ήδη από την 1-11-1954, ο Γ. Β. του Κ., (δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων) υπήρξε μισθωτής του επιδίκου ακινήτου το οποίο τότε ήταν κατά κύριο μέρος αγρός και κατά ένα μέρος ελαιόκτημα. Το μίσθωσε, αρχικά, ολόκληρο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, Ευάγγελο Κοβότσο, ο οποίος και το επέβλεπε, ενώ μετά την εκ μέρους του αγορά του ανήκοντος στη Μ.

Ψ. 1/5 εξ αδιαιρέτου συνέχισε να μισθώνει το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου (4/5) που ανήκε στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, Το υπόλοιπο ποσοστό του επίδικου ακινήτου (1/5 ή 4/20 εξ αδιαιρέτου) ανήκε στον Γ. Β. του Κ., δικαιοπάροχο των εκκαλούντων-εναγομένων, ο οποίος το απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1957 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ...

που μεταγράφηκε νόμιμα ..., από την Μ. Ψ. και κατέστη έτσι με αυτόν τον τρόπο συγκύριος κατά το ως άνω ποσοστό του επιδίκου. Σημειωτέον ότι, ήδη από το έτος 1954 ο ίδιος μίσθωνε όλο το ακίνητο το οποίο τότε ήταν κατά κύριο μέρος αγρός και κατά ένα μέρος ελαιόκτημα. Η μίσθωση άρχισε την 1-11-1954 ήταν διαρκείας 4 ετών, με ετήσιο μίσθωμα το ποσό των 2.000 δραχμών.

Οι ενάγοντες, οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτη από τους οποίους δεν διαμένουν μόνιμα στην Μυτιλήνη, οι δε τρίτη και έκτος κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό, δεν είχαν τη δυνατότητα να ασκούν αυτοπροσώπως διακατοχικές πράξεις επί του επίδικου ακινήτου, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους, είχαν δε αναθέσει αρχικά στον Ευάγγελο Κοβότσο, δικηγόρο Μυτιλήνης, την επίβλεψη και επιστασία αυτού μέχρι το έτος 1960.

Ο Γ. Β. καλλιεργούσε συνεχώς το επίδικο με λαχανικά, ως κατ' επάγγελμα αγρότης, εκμεταλλευόταν τη χορτονομή του για τη βόσκηση και τροφή των βοοειδών που διατηρούσε, μάζευε τον ελαιόκαρπο του, καταβάλλοντος, αρχικά μίσθωμα στους υπόλοιπους συγκυρίους του. Μετά την παύση του προαναφερθέντος δικηγόρου Ε.

Κοβότσου και το διορισμό του νέου αντιπροσώπου των εναγόντων, επίσης δικηγόρου Μυτιλήνης, Ελευθερίου Κ., ατόνησε η εκ μέρους των εναγόντων επίβλεψη των ιδανικών μεριδίων τους επί του επιδίκου. Τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες έγγραφα, όπως, μεταξύ άλλων αποδείξεις είσπραξης αμοιβής εκδόσεως ου Δικηγόρου Μυτιλήνης Ευάγγελου Κοβότσου, για εξυπηρετήσεις σε σχέση με το επίδικο, επιστολή του πρώτου ενάγοντος στην εκτιμητική εταιρεία "ΤΕΡΜΟΝ", προκειμένου να εκτιμήσει την αγοραία αξία του επιδίκου και η απαντητική επιστολή της ως άνω εταιρείας, το από 3/9/1960 έγγραφο με την υπογραφή του δικαιοπαρόχου των εναγομένων Γ.

Β. του Κ., συνοδευόμενο από πρόχειρο σκαρίφημα του επιδίκου, σύμφωνα με το οποίο ο τελευταίος αναλάμβανε ως μισθωτής του την καλή διατήρηση του επιδίκου, επιστολές των δικαιοπαρόχων των εναγόντων προς τους δύο δικηγόρους που διαχειρίζονταν για λογαριασμό τους το επίδικο ακίνητο Ευάγγελο Κοβότσο και Ελευθέριο Κ., κατασχετήρια έγγραφα του Ταμείου Κληρονομικών με τα οποία γίνονταν κατάσχεση στα χέρια του ως άνω μισθωτή των οφειλόμενων μισθωμάτων, λόγω του οφειλόμενου φόρου κληρονομιάς κλπ.

αναφέρονται σε χρόνο προγενέστερο του 1966. Το έτος 1963 ο Γ. Β. και οι λοιποί συνιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου ήρθαν σε συμφωνία για τη μεταβίβαση της κυριότητος των 4/5, εξ αδιαιρέτου, του επιδίκου σε αυτόν, την δε 25-6-1963 (ο Γ. Β.) κατέβαλε στον αντιπρόσωπο των λοιπών συνιδιοκτητών του επιδίκου το ποσό των 5.000 δραχμών για το σκοπό αυτό.

Την 20-8-1964 και την 29-9-1965 αποδέχθηκε δύο συναλλαγματικές ποσού 5.000 δραχμών η κάθε μία, λήξης την 29-8-1964 και 29-12-1965, αντιστοίχως, για τον ίδιο λόγο. Η μεταβίβαση των 4/5, εξ αδιαιρέτου, του επιδίκου δεν ολοκληρώθηκε, λόγω της απροθυμίας των συνιδιοκτητών να ρυθμίσουν τις φορολογικές των υποχρεώσεις. Ο Γ. Β. σταμάτησε να αποδίδει σ' αυτούς οποιοδήποτε μίσθωμα, περί τα τέλη δε του έτους 1966 κατέστησε σαφώς στον πληρεξούσιο δικηγόρο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων την πρόθεση του να νέμεται στο εξής το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του και το έτος 1967, ενόψει επερχόμενης κατάσχεσης του επιδίκου με επίσπευση του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω μη καταβολής του φόρου κληρονομιάς των συνιδιοκτητών, ο Γ.

Β. κατέβαλε στο Ταμείο Κληρονομιών Αθηνών το συνολικό ποσό των 10.017 δραχμών. Έκτοτε νεμόταν όλο το ακίνητο με διάνοια κυρίου, εξακολούθησε να το καλλιεργεί ολόκληρο, φύτεψε νέα δένδρα σε αυτό (ροδακινιές, συκιές, αχλαδιές και εσπεριδοειδή), συνέλεγε τους καρπούς του και ενεργούσε γενικά επί του επιδίκου όλες τις πράξεις νομής και κατοχής μέχρι την ημέρα του θανάτου του χωρίς σ' όλο αυτό το διάστημα να δίνει λογαριασμό σε κανέναν και χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν θεωρώντας ότι το ακίνητο είναι δικό του.

Ενόσω ακόμη ζούσε, ο τέταρτος εναγόμενος, Μ. Β., ανήγειρε το έτος 1974 ισόγεια κατοικία εμβαδού 40 τ.μ. περίπου, η οποία ηλεκτροδοτήθηκε το έτος 1975. Την ίδια χρονιά ο δεύτερος εναγόμενος εγκατέστησε εντός του επιδίκου λυόμενη ξύλινη προκειμένου να τη χρησιμοποιεί ως θερινή, εξοχική κατοικία. Μετά το θάνατο του Γ.

Β. και εφεξής τις ίδιες διακατοχικές πράξεις ενεργούσαν επί του ακινήτου η επικαρπώτρια σύζυγος του, Ε. και τα τέκνα του, Γ. Β., Φ. Β. και Μ. Β. (εναγόμενοι). Συνέχισαν την καλλιέργεια του αγροκτήματος, τη συλλογή των καρπών του, προέβησαν στην περίφραξή του, χωρίς να δεχθούν οποιαδήποτε όχληση από τους ενάγοντες.

Μετά το θάνατο του Γ. Β. ο οποίος με δημόσια διαθήκη που συνέταξε το έτος 1987 εγκατέστησε κληρονόμους του σε ολόκληρο το ακίνητο, σε ποσοστό 1/3 της ψιλής κυριότητας, εξ αδιαιρέτου τον καθένα, τα τρία τέκνα του Κ., Μ. και Φ. και τη σύζυγο του Ε. κατά το δικαίωμα της επικαρπίας. Οι κληρονόμοι του αποδέχθηκαν την κληρονομιά, δυνάμει της, νομίμως μεταγεγραμμένης, υπ' αριθμ. .../1-7-1993 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, την ίδια δε ημέρα, διένειμαν, με την επίσης νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. .../1-7-1993 συμβολαιογραφική πράξη διανομής μεταξύ τους το ακίνητο διαχωρίζοντάς το σε τρία ανεξάρτητα, αυτοτελή, άρτια και οικοδομήσιμα αγροτεμάχια, ίσης επιφανείας το καθένα.

Μετά την ως άνω διανομή, ο Κ. Β., πατέρας και δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένων κατέστη ψιλός κύριος του υπ' αριθ. 1 τμήματος του ακινήτου, ο Φ. Β. του Γ., σύζυγος της δεύτερης και πατέρας του τρίτου των εναγομένων, κατέστη ψιλός κύριος του υπ' αριθμ. 2 τμήματος του ακινήτου, ανήγειρε δε σε αυτό κατοικία, ο Μ.

Β. του Γ., τέταρτος εναγόμενος και δικαιοπάροχος της πέμπτης ψιλός κύριος του υπ' αριθμ. 3 τμήματος, ενώ η μητέρα τους, Ε. Β. κατέστη επικαρπώτρια και των τριών αυτοτελών οικοπεδικών τμημάτων. Στη συνέχεια ο Κ. Β. του Γ. και η Ε. Β., μεταβίβασαν προς τον πρώτο εναγόμενο, δυνάμει του, νομίμως μεταγεγραμμένου, υπ' αριθμ. .../3-8-1993 συμβολαίου γονικής παροχής, κατά πλήρη κυριότητα το ακίνητο τους επί του οποίου ο τελευταίος ανήγειρε κτίσματα.

Το έτος 1995 ο τέταρτος εναγόμενος Μ. Β. του Γ., αφού προηγουμένως είχε νομίμως παραιτηθεί της επικαρπίας η δικαιούχος μητέρα του, μεταβίβασε, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/7-2-1995 συμβολαίου γονικής παροχής, νομίμως μεταγεγραμμένου, την ψιλή κυριότητα του επίδικου ακινήτου του στην πέμπτη εναγόμενη, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία εφ' όρου ζωής, επί του οποίου ανήγειρε διώροφη οικοδομή.

Όπως προαναφέρθηκε, το έτος 1974 ο τέταρτος εναγόμενος ανέγειρε ισόγεια κατοικία η οποία ρευματοδοτήθηκε το 1975. Το ίδιο έτος ο δεύτερος κατασκεύασε λυόμενη ξύλινη οικοδομή, Το 1994 ο Φ. Β. κατασκεύασε νέα ισόγεια οικοδομή υπερυψωμένη σε εμφανέστατο σημείο του επιδίκου. Το έτος 1994 κατασκευάστηκαν θερμοκήπια, τα οποία καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση και ανεγέρθηκε αποθήκη, από τον πρώτο τούτων.

Από το έτος 1970 και μετά φύτεψαν πλήθος οπωροφόρων δένδρων. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα ουδεμία όχληση δέχθηκαν από τους ενάγοντες, οι οποίο αδιαφορούσαν για το επίδικο. Οι αναφερόμενες από τους μάρτυρες των επισκέψεις δεν δύνανται να χαρακτηριστούν ως εκ μέρους των επίβλεψη του ακινήτου δεδομένου ότι οι προφανείς αλλαγές που επήλθαν στο ακίνητο, με την ανέγερση των οικοδομών και των θερμοκηπίων δεν προκάλεσαν οποιαδήποτε αντίδραση και εναντίωση των εναγόντων.

Η εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Γ. Β. του Κ. αναφορά στο προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. .../29-5-1986 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Ελένης Ελευθερίου που μεταγράφηκε νόμιμα, περί δυτικού συνόρου, άλλου, διαφορετικού, ομόρου με το επίδικο ακινήτου με "ιδιοκτησία κληρονόμων Ο.

Β. "έγινε με μοναδικό σκοπό τον καθορισμό του άλλου αυτού ακινήτου και δεν συνάγεται εξ αυτού αναγνώριση εκ μέρους του της κυριότητας των εναγόντων. Ενόψει τούτων, οι εναγόμενοι την 1-7-1993, ημέρα κατά την οποία τα τέκνα και η σύζυγος του Γ. Β. προέβησαν στη διανομή του επιδίκου, είχαν γίνει κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του επιδίκου ακινήτου, προσμετρώντας στο χρόνο νομής και κατοχής τους το χρόνο νομής και κατοχής του δικαιοπαρόχου τους, νεμόμενοι και κατέχοντες αυτό συνεχώς και αδιαταράκτως για χρόνο που υπερβαίνει την τριακονταετία, αρχικά ολόκληρο από 1-1-1967 μέχρι 17-7-1987 δια της συνεχούς ασκήσεως πράξεων νομής και κατοχής επ' αυτού από τον Γ.

Β., στη συνέχεια δε, μετά το θάνατο αυτού και μέχρι 1-7-1993 δια της συνεχούς ασκήσεως πράξεων νομής και κατοχής από τα τέκνα αυτού Κ., Φ. και Μ. Β. κατά ψιλή κυριότητα και τη σύζυγο του Ε. Β. κατ' επικαρπία, και τέλος από 1-7-1993 μέχρι 22-7-2004 ημέρα κοινοποιήσεως της κρινόμενης αγωγής τα διηρημένα πλέον τμήματα δια της συνεχούς ασκήσεως πράξεων νομής από τους εναγόμενους, με τους ειδικότερους τρόπους που προαναφέρθηκαν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά το ενδιαφέρον μέρος, διεκδικητική συγκυριότητας ακινήτου θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο και στην έκτακτη χρησικτησία, κατά παραδοχή ένστασης των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων περί ιδίας κυριότητας κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία με το συνυπολογισμό και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους.

Ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 981, 984, 982, 1113 και 1045 ΑΚ ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ως προς τον πρωτότυπο τρόπο απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, πατέρα τους, συγκύριο αυτού κατά ποσοστό 1/5 και μισθωτή του υπολοίπου από τους εκμισθωτές αναιρεσείοντες και τους δικαιοπαρόχους τους ότι απέκτησε την κυριότητά του, νεμηθείς τούτο πλέον των είκοσι ετών από το 1966 μέχρι το θάνατό του που συνέβη το 1987, εξ ολοκλήρου δηλαδή πλέον της ανήκουσας μερίδας του εν γνώσει των λοιπών συγκυρίων, ενόψει της γνωστοποίησης της βούλησής του για την νομή του επιδίκου αποκλειστικώς για λογαριασμό του στον αντιπρόσωπό τους, ασκώντας επ' αυτού όλες τις υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής του να το εξουσιάζει ως κύριος, την ίδια δε νομή συνέχισαν οι κληρονόμοι του, αναιρεσίβλητοι, που κατέστησαν και αυτοί με την προσμέτρηση στη δική τους νομή, τη νομή του δικαιοπαρόχου πατέρα τους, κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τρίτο κατά ένα μέρος προσθέτους λόγους αποδίδοντας κατ' εκτίμηση στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη εφαρμογή και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία της κυριότητας του επιδίκου από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων είναι αβάσιμοι.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους λόγους καθώς και οι αιτιάσεις που αναφέρονται υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 στους πρώτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς στήριξη των απόψεών τους ότι δεν απώλεσαν τη νομή του επιδίκου, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Ο τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης δια παραλείψεως εφαρμογής τους των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041 και 1042 ΑΚ, είναι απαράδεκτος καθ' όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι οποίες και δεν ήταν εφαρμοστέες σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές του.

Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με τη συνδρομή των γεγονότων, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωσθεί αν η απόφαση στηρίζεται νομικώς ή όχι.

Ο ίδιος λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Με τους δεύτερο και έκτο κατά ένα μέρος λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 πλημμέλεια, της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, συνιστάμενη στο ότι ενώ το Εφετείο δέχθηκε ως νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα για πρώτη φορά ενώπιον του έγγραφα των αναιρεσιβλήτων-εκκαλούντων προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί πωλήσεως στο δικαιοπάροχό τους των εξ αδιαιρέτου μεριδίων των αναιρεσειόντων και ακολούθως αντιφατικά δέχεται ότι δεν πρέπει αυτά να ληφθούν υπόψη (με το δεύτερο λόγο) και περαιτέρω δεν αιτιολογεί τη μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων τα οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν προς απόδειξη της άσκησης πράξεων νομής στο επίδικο από τους δικαιοπαρόχους τους και τους ίδιους.

Οι λόγοι αυτοί, οι σχετικές αιτιάσεις των οποίων αφορούν την εκ πλαγίου παραβίαση των δικονομικού δικαίου διατάξεων περί αποδείξεων, δεν ελέγχονται ως πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ Κ.Πολ.Δ. στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσον, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων.

Με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης κατά ένα μέρος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων που περιεχόταν στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ' όσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε τα πρακτικά της δίκης, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, δεν αποτελούν έγγραφο κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει το σχετικό λόγο αναίρεσης.

Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και με τον πρώτο λόγο αυτής, κατά το οικείο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της γνωστοποίησης από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων από το 1966 της βούλησής του να νέμεται το επίδικο αποκλειστικά για λογαριασμό του, γεγονός που συναρτάται με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς έκτοτε τούτο πλέον της εικοσαετίας μέχρι το θάνατό του, καθώς και ότι υπήρξε συμφωνία το 1963 μεταξύ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και των τότε συγκυρίων του επιδίκου για την αγορά των μεριδίων τους και ότι για το λόγο αυτό εκδόθηκαν και δύο συναλλαγματικές, που αποδέχθηκε ο τελευταίος ποσού 5.000 δρχ.

η κάθε μία και λήξης 29-8-1964 και 29-12-1965, που δεν προσκομίσθηκαν, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, κατά παραδοχή της ένστασης ίδιας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων και των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ, 4, 556 παρ. 1 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση ο πέμπτος και έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που γίνεται αναφορά στους αριθμούς 1 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού εκτός από τους αριθμούς των αναιρετικών πλημμελειών δεν αναφέρονται ως προς την αιτίαση από τον αρ. 1 οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν καθώς και το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη δεύτερη αιτίαση εκτός από την αόριστη αναφορά ενός συμβολαιογραφικού εγγράφου ποια αποδεικτική δύναμη δόθηκε σ' αυτό από το Εφετείο, η οποία είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος και πως επέδρασε αυτή στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 14/2005). Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση 1) με τον πέμπτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη συμβολαιογραφικό έγγραφο του έτους 1986 2) με τον έκτο λόγο του κυρίου δικογράφου ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "μισθωτήριο του επιδίκου, αλληλογραφία των δικαιοπαρόχων τους με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, ένορκες βεβαιώσεις, εξώδικες οχλήσεις και διαμαρτυρίες, διπλότυπα είσπραξης φόρου κληρονομίας, συμβόλαιο γονικής παροχής, τοπογραφικά διαγράμματα ομόρου με το επίδικο ακινήτου κλπ" τα οποία είχαν προσκομίσει στην κατ' έφεση δίκη, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους για την άσκηση νομής στο επίδικο από τους ίδιους και τους δικαιοπαρόχους τους και 3) με το τρίτο μέρος του τρίτου πρόσθετου λόγου της αναίρεσης ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο νεμήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων αποκλειστικά για λογαριασμό του δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο και όχι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων.

Η τελευταία αυτή αιτίαση είναι αβάσιμη αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα σε σχέση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και από τα επικαλούμενα με τις προτάσεις τους στην κατ' έφεση δίκη και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, αποκρούοντας ειδικότερα, τα έγγραφα που αναφέρονται στις πρωτόδικες προτάσεις των εναγομένων τις οποίες ενσωμάτωσαν στις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης, (άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.

κατ' ανάλογη εφαρμογή) δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα έγγραφα που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Οι λοιποί λόγοι είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 11 περ.β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ1, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ., στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, το δευτεροβάθμιο δε δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια.

Όταν το εφετείο λαμβάνει υπό όψη του και συνεκτιμά τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται το πρώτον ενώπιόν του, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση "ως νόμιμα προσκομιζόμενα", αποκρούει εκ του πράγματος την από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν απαιτείται δε να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία προς τούτο και η κρίση του αυτή, ως αναγόμενη σε πράγματα (561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει και τους ισχυρισμούς του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικός του έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής όταν αμφισβητηθεί.

Αν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία κατά την οποία δικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο η μη γνησιότητα του περιεχομένου του, τούτο κατά το μη γνήσιο μέρος τους δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. Αν όμως το δικαστήριο χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου την λάβει ή δε λάβει υπόψη το έγγραφο αυτό υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11α Κ.Πολ.Δ., αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη από τον νόμο αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο και το αποδεικτικό μέσον, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης και το συναφή τρίτο λόγο κατά το τελευταίο μέρος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αρ. 11β και 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα των αναιρεσιβλήτων κατ' αντίθεση προς τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή χωρίς νόμιμη επίκληση, καθώς και μη γνήσια έγγραφα αφού εκτίμησε το περιεχόμενό τους χωρίς να εξετάσει τη γνησιότητά τους, ενόψει της αμφισβήτησης αυτής από τους αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της κατ' έφεση δίκης και ειδικότερα δύο συναλλαγματικές που δέχθηκε ανελέγκτως το Εφετείο ότι αποδέχθηκε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, που προαναφέρθηκαν, στα πλαίσια συμφωνίας για την αγορά του εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου έναντι του τιμήματος, καθώς και τις από 25-6-1963, 20-8-1964 και 21-9-1965 επιστολές του Ε.

Κ. προς τον απώτατο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, για να καταλήξει στην παραδοχή ότι ο τελευταίος κατέστη κύριος του επιδίκου κατά το ποσοστό των 4/5 αυτού πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία. Οι λόγοι αυτοί κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδονται αιτιάσεις ως προς τις δύο συναλλαγματικές είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι αναιρεσίβλητοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο δικαστήριο της ουσίας τους σχετικούς τίτλους, ενώ όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών τους ενώπιόν του, αυτοί δεν επικαλέσθηκαν τις επίμαχες συναλλαγματικές, στη σχετική δε ανέλεγκτη παραδοχή του ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων αποδέχθηκε για την προαναφερόμενη αιτία τις συναλλαγματικές αυτές, κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Παρεκτός του ότι οι ίδιοι λόγοι, ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις για τις συναλλαγματικές, είναι απαράδεκτοι ως αντιφατικοί, σε σχέση με τη διατυπούμενη χωρίς επικουρικότητα, στον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη συμφωνία περί πωλήσεως των μεριδίων των λοιπών συγκυρίων (4/5) του επιδίκου, για την οποία εκδόθηκαν οι δύο συναλλαγματικές, οι οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στον τελευταίο αυτό αναιρετικό λόγο, δεν προσκομίσθηκαν.

Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που αφορούν τις παραπάνω επιστολές και ως προς την αιτίαση περί της μη νόμιμης επίκλησης αυτών είναι αβάσιμοι καθ' όσον όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων στην κατ' έφεση δίκη, οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται, για τη διερεύνηση του αναιρετικού λόγου, τα παραπάνω έγγραφα επικαλέσθηκαν αυτοί με δήλωση προσκόμισης για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, το οποίο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δεν τα απέκρουσε ως απαράδεκτα, δεχόμενο ειδικότερα ότι δεν προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε από πρόθεση στρεψοδικίας ούτε από βαριά αμέλεια των αναιρεσιβλήτων.

Οι ίδιοι λόγοι ως προς την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι προαναφερόμενες αποδείξεις χωρίς προηγούμενη έρευνα της γνησιότητας του περιεχομένου τους είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθ' όσον η προβαλλόμενη αιτίαση δεν ασκεί έννομη επιρροή στη διαμόρφωση του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει του ότι το Εφετείο για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής κατέληξε με την παραδοχή ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων το 1966, ως συγκύριος του επιδίκου κατά 1/5 γνωστοποίησε τη βούλησή του να νέμεται αποκλειστικά για λογαριασμό του ολόκληρο το επίδικο και με τη συνεχή έκτοτε επί εικοσαετία άσκηση της νομής εν γνώσει των λοιπών συγκυρίων, κατέστη κύριος τούτου με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς τα επικαλούμενα έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε προγενέστερο χρόνο και αφορούν στη συμφωνηθείσα πώληση των 4/5 του επιδίκου ακινήτου και στην καταβολή χρηματικών ποσών έναντι του τιμήματος δεν ήταν πρόσφορα προς απόδειξη γεγονότων που θεμελιώνουν το ίδιο απορριπτικό διατακτικό.

Περαιτέρω ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι προεχόντως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθ' όσον δε διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα προαναφερόμενα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της σχετικής αναιρετικής πλημμέλειας.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ γ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά κάθε απόφασης σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Με το υπόλοιπο μέρος του πρώτου πρόσθετου λόγου της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο ισχυρισμό τους με τον οποίο αμφισβήτησαν τη γνησιότητα αποδεικτικών ιδιωτικών εγγράφων των αναιρεσιβλήτων.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον η σχετική αιτίαση δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αφού η αμφισβήτηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου αποτελεί άρνηση του ισχυρισμού του διαδίκου που το επικαλείται και το προσκομίζει περί της γνησιότητάς του και δε συνιστά αίτηση υπό την προδιαληφθείσα έννοια.

Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπό όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με το δεύτερο μέρος του τρίτου προσθέτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που πρόβαλαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ως εφεσίβλητοι ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων δεν άρχισε να αντιποιείται τη νομή των τελευταίων στα 4/5 του επιδίκου ούτε από το 1966 ούτε από το 1967, ότι δε συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι το 1987 και ότι οι ίδιο νεμήθηκαν τούτο μέχρι το χρόνο αυτό.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ' όσον ο προαναφερόμενος ισχυρισμός, που συνιστά άρνηση στον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας κυριότητος του επιδίκου, δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια, παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, αφού λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και οι από 5-6-2013 πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 12-12-2012 αίτηση περί αναιρέσεως της 71/2012 απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου από τον αναιρεσείοντα Σ. Κ..

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους από 5-6-2013 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της ίδιας απόφασης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ