224/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated224/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, η υπό κρίση, από 13-10-2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 46/15-10-2009, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 239/2008 αποφάσεως τους Εφετείου Ναυπλίου έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (552, 553, 554, 556, 558, 564, 574 και 577 του Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 224 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 224/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Διαμαντοπούλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Θαλή Πολυχρονάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Μετά από ανακοπή εκδόθηκε η 239/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-10-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 17-1-2011 έκθεση του ήδη Αντιπροέδρου Αθανασίου Κουτρομάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την από 21-10-2011 κλήση του αναιρεσείοντος νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η από 13-10-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 239/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτής κατά την μετ' αναβολήν ορισθείσα δικάσιμο της 17-10-2011, λόγω αποχής των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων από της ασκήσεως των καθηκόντων τους .
Επειδή, η υπό κρίση, από 13-10-2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 46/15-10-2009, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 239/2008 αποφάσεως τους Εφετείου Ναυπλίου έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (552, 553, 554, 556, 558, 564, 574 και 577 του Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ. Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνος, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Eσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινομένη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.Α.Π. 36/1988, Ολ.Α.Π. 4/2006, Α.Π. 159/2004).
Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (αρθρ. 336 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητός των, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (αρθρ. 559 αρ.1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. - Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναιρέσεως, μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1988, Α.Π. 750/2003). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ.ΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 501 του Κ.Πολ.Δ., ανακοπή κατ' αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας. Ως ανωτέρα βία νοείται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, που δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί από το διάδικο ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως.
Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί και η αιφνίδια βαρεία ασθένεια του διαδίκου ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξαιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεώς του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Δεν εμπίπτει όμως στην ανωτέρω έννοια της ανωτέρας βίας η ασθένεια του διαδίκου ή συγγενικού του προσώπου που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παραστεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του (Α.Π. 141/2005, 320/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με αφορμή την από 28-11-2002 αναγνωριστική της κυριότητος αγωγή του καθ' ού η ανακοπή, συζητηθείσης μετά από ματαίωση και αναβολές την 12-3-2004 αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εξεδόθη η με αριθμό 198/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που την έκανε εν μέρει δεκτή.
Συγκεκριμένα αναγνώρισε τον εκεί ενάγοντα και νυν καθ' ού η ανακοπή συγκύριο κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου των δύο εκ των τριών επιδίκων ακινήτων, ενώ την απέρριψε ως προς το τρίτο ακίνητο με την αιτιολογία ότι ο εκεί εναγόμενος και νυν ανακόπτων δεν αμφισβητεί την επ' αυτού συγκυριότητα του αντιδίκου του-ενάγοντος.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο ηττηθείς εναγόμενος άσκησε την από 28-9-2004 και με αριθμό καταθέσεως 87/28-9-2004 έφεση, την οποία υπογράφει ο δικηγόρος Σπάρτης Σπύρος Τζινιέρης, ζητώντας, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την εξαφάνισή της, επί τω τέλει να απορριφθεί η αγωγή του εφεσίβλητου στο σύνολο της. Ο ηττηθείς εναγόμενος περιορίστηκε (αρκέστηκε) στην άσκηση της εφέσεως, (εμπρόθεσμη κατάθεση του δικογράφου της στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) και δεν επιμελήθηκε και για τον προσδιορισμό δικασίμου εκδικάσεως της από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Τούτο όμως το έπραξε ο ενάγων-εφεσίβλητος. Ειδικότερα, μετά την άσκησή της, προσεκόμισε στην γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου ακριβές αντίγραφό της και με επιμέλεια του ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση της από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο η 6-4-2005. Ακολούθως ακριβές αντίγραφο της εφέσεως με τις πράξεις καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο επέδωσε στον εκκαλούντα.
Κατά την εν λόγω ορισθείσα δικάσιμο (6-4-2005) ο εκκαλών και ήδη ανακόπτων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βρεττάκου-Τζινιέρη, δικηγόρο Σπάρτης, η οποία ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως της εφέσεως. Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό και το δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση της εφέσεως για την δικάσιμο της 5-4-2006.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην τελευταία αυτή δικάσιμο της 5-4-2006 ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και είχε, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, κλητευθεί νόμιμα. Έτσι με την υπ' αριθ. 164/2006 απόφαση του το παρόν δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως ανυποστήριχτη.
Την απόφαση αυτή (164/2006) ανακόπτει με την υπό κρίση ανακοπή ο ερήμην δικασθείς εκκαλών και ζητεί την εξαφάνιση της, επικαλούμενος αυτολεξεί τον ακόλουθο λόγο: "η μη εμφάνισις και παράστασίς μου ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την συζήτησιν της εφέσεως μου στη δικάσιμο της 5-4-2006 οφείλεται σε λόγους ανώτερης βίας ήτοι στο γεγονός ότι άγων το 83 έτος της ηλικίας μου και έχων υποστεί κατά το παρελθόν εγχείριση στο παχύ έντερο, λόγω καρκινώματος και υποστάς την 30η προς 31η Μαρτίου 2006 οξεία κρίση συνεπεία τυφλού πολύποδος στο χειρουργηθέν έντερο και χολολιθιάσεως ...
μεταφέρθηκα με την συμπαράσταση φιλικής οικογενείας από την ..., ένθα η μόνιμη κατοικία μου και εισήχθην επειγόντως την πρωϊαν της 31ης Μαρτίου 2006 στην χειρουργική κλινική του νοσοκομείου ΙΚΑ Μελισσίων Αττικής, όπου παρέμεινα νοσηλευόμενος υπό αυστηρά ιατροχειρουργική επιτήρηση μέχρι της 7ης Απριλίου 2006, με αποτέλεσμα να μη μπορέσω να παραστώ στην πιο πάνω διεξαχθείσα έκκλητη δίκη, συνεπεία δε της καταστάσεως υπό το κράτος της οποίας τελούσα δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω με πληρεξούσιο δικηγόρο. ..." Προς απόδειξη του ως άνω μοναδικού λόγου της ανακοπής του προσκομίζει και επικαλείται την από 3-7-2006 βεβαίωση του 1ου νοσοκομείου του ΙΚΑ στα Μελίσσια Αττικής, από την οποία προκύπτει ότι εισήχθη εκτάκτως σ' αυτό στις 31-3-2006 και νοσηλεύτηκε έως τις 7-4-2006 με διάγνωση χειρουργηθέν Ca ορθού - κολοστομία μόνιμος πολύπους τυφλού-χολολιθίαση.
Λόγω της καταστάσεως του ασθενούς συνεστήθη τακτική ιατρική παρακολούθηση οίκοι ..., καθώς και πληθώρα ιατρικών βεβαιώσεων και εξετάσεων για την εν λόγω ασθένεια του. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος για τους εξής λόγους: Η όντως σοβαρή ασθένεια του εκκαλούντος δεν ήταν αιφνίδια.
Η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 5-4-2006 κατά την συζήτηση της εφέσεως του δεν ήταν απαραίτητη. Ακόμη δε και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι αδυνατούσε να εμφανισθεί ο ίδιος λόγω της ασθενείας του, μπορούσε να εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και να χωρήσει συζήτηση της εφέσεώς του.
Τόσο ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος του, που κατά την προηγηθείσα δικάσιμο της 6-4-2005 εζήτησε και επέτυχε αναβολή της συζητήσεως για λογαριασμό του εντολέως του, όσο και ο ίδιος ο εκκαλών εγνώριζαν από έτους τη νέα αυτή δικάσιμο της 5-4-2006 και είχαν όλα τα περιθώρια να προετοιμασθούν για την μετ' αναβολή συζήτηση της εφέσεως.
Πολύ περισσότερο ο εκκαλών, γνωρίζοντας το σοβαρό πρόβλημα της υγείας του, όφειλε να ενεργήσει έγκαιρα για την υποστήριξη της εφέσεώς του, ερχόμενος σε συνεννόηση με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του ή με άλλο δικηγόρο εφόσον αυτός αδυνατούσε. Ο εκκαλών και ήδη ανακόπτων ουδεμία πειστική εξήγηση έδωσε στο εύλογο ερώτημα :
γιατί επί ένα σχεδόν έτος ουδέν ενήργησε για τη νόμιμη παράστασή του στο παρόν δικαστήριο προς υποστήριξη της εφέσεως του. Σε κάθε περίπτωση, εξ ουδενός στοιχείου απεδείχθη ότι η κατάσταση της-υγείας του εμπόδισε τον εκκαλούντα - ανακόπτοντα κατά το διάστημα που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, (31-3-2006 έως και 4-5-2006) να υπενθυμίσει στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ότι στις 5-4-2006 εκδικάζεται μετ' αναβολή η έφεσή του και να του δώσει την εντολή να τον εκπροσωπήσει ή εφόσον αυτός αδυνατούσε να δώσει σχετική εντολή σε άλλο δικηγόρο.
Την κρίση ενισχύει και η προεπιδειχθείσα δικονομική συμπεριφορά του, αφού αρκέστηκε μόνο στην άσκηση της εφέσεως, χωρίς να την προσδιορίσει προς συζήτηση, επιδιώκοντας διαιώνιση και παρέλκυση της δικαστικής εκκρεμότητος, κατάσταση που τον ευνοούσε αφού βρισκόταν στη νομή των επιδίκων. Επομένως το εν λόγω επικαλούμενο γεγονός δεν ήταν απρόβλεπτο και εξαιρετικό, μη δυνάμενο να αποτραπεί με εξαιρετική επιμέλεια του συνετού διαδίκου".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, κατά την εξειδίκευση της νομικής εννοίας της ανωτέρας βίας, σαφείς, επαρκείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ. (η οποία-ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι διαλαμβάνεται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας- αποτελεί κατά το περί ανωτέρας βίας μέρος της διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ.), την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, αφού δέχθηκε ότι η ασθένεια του αναιρεσείοντος δεν ήταν η αιτία που εμπόδισε αυτόν να παραστεί με νόμιμο τρόπο στη συζήτηση της υποθέσεώς του.
Ενόψει τούτων είναι αβάσιμοι οι δύο πρώτοι αναιρετικοί λόγοι (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο. Εξάλλου, προβάλλεται απαραδέκτως ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι εξέλαβε ως λόγον ανακοπής την προηγηθείσα ασθένεια του αναιρεσείοντος και την χειρουργική επέμβαση στην οποία αυτός είχε υποβληθεί, ήτοι ισχυρισμό μη προταθέντα "χωρίς την λήψιν του οποίου θα εδέχετο ως ανωτέραν βίαν δια την ερημοδικίαν του την προταθείσαν αιφνιδίαν κρίσιν της υγείας του".
Τούτο δε διότι, παρά την επίκληση της ρηθείσης διατάξεως για τη θεμελίωση του λόγου, δι' αυτού στην πραγματικότητα πλήττεται η προαναφερομένη ουσιαστική παραδοχή του δικαστηρίου, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση του Ι. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 239/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700 ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ