224/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated224/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 224 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 224/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Σ. - Ανώνυμος Πτηνοτροφική - Βιοτεχνική και Εμπορική εταιρία Α.Ε", με έδρα την Ελιά Πεδιάδος, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πικράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8.9.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 177/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσεών με την από 2 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 25 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με το υπ. αριθ. 691/1995 εργολαβικό προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μαρίας Κούρου που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ... και Α. Τ. ανέθεσαν στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) την κατασκευή πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο των τελευταίων, εμβαδού 657,69 τ.μ., που βρίσκεται στην Νέα Αλικαρνασσό Ηρακλείου, στη συμβολή των οδών Ηροδότου, Αγίου Τρύφωνος και Δημοκρατίας, με εργολαβικό αντάλλαγμα ποσοστού 688/1000 επί του οικοπέδου με τις αντιστοιχούσες σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Με το υπ' αρ. .../1997 νόμιμα μεταγραμμένο πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) αγόρασε από τους ως άνω οικοπεδούχους και καθ' υπόδειξη του εναγομένου εργολήπτη, το με στ. I 4 κατάστημα του ισογείου, εμβαδού 120 τ.μ. και τη με στ. Y4 αποθήκη του υπογείου (κάτω ακριβώς από το κατάστημα), εμβαδού 126 τμ, έναντι συνολικού τιμήματος πώλησης 60.000.000 δραχμών που καταβλήθηκε ολοσχερώς.
Στο πωλητήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε ρητά ότι τόσο το κατάστημα και η αποθήκη, όσο και οι κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας θα αποπερατωθούν με δαπάνες του εναγόμενου και θα παραδοθούν στην αγοράστρια ενάγουσα, το μεν κατάστημα και η αποθήκη (το αργότερο έως) την 30-5-1998, οι δε κοινόχρηστοι χώροι (το αργότερο έως) την 30-9-1998, καθώς και ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης του καταστήματος, της αποθήκης και των κοινοχρήστων χώρων κατά τις παραπάνω ημερομηνίες, ο εναγόμενος θα είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στην ενάγουσα, ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 500.000 δραχμών το μήνα για το κατάστημα, το ποσό των 100.000 δραχμών το μήνα για την αποθήκη και το ποσό των 100.000 δραχμών το μήνα για τους κοινόχρηστους χώρους, για τους δύο πρώτους μήνες καθυστέρησης, σε περίπτωση δε καθυστέρησης της παράδοσης πέραν των δύο μηνών, η οφειλόμενη ποινική ρήτρα Θα ανέρχεται σε 1.000.000 δραχμές το μήνα για το κατάστημα, 200.000 δραχμές το μήνα για την αποθήκη και 150.000 δραχμές το μήνα για τους κοινόχρηστους χώρους και τέλος, για την πέραν του εξαμήνου καθυστέρηση, η ενάγουσα θα έχει δικαίωμα να κηρύξει έκπτωτο τον εναγόμενο εργολάβο και να καταγγείλει με εξώδικη δήλωσή της τη σύμβαση.
Ο εναγόμενος δεν είχε παραδώσει όχι μόνο κατά το συμφωνημένο χρόνο, δηλαδή μέχρι την 30-9-1998 αλλά ούτε και μέχρι την 30-9-1999 τις πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες και τους κοινόχρηστους χώρους και συγκεκριμένα δεν είχε αποπερατώσει την αποθήκη ούτε το υπόγειο (ήταν ακόμη στο στάδιο της επίστρωσης σκυροδέματος) ούτε τη ράμπα που οδηγεί στο υπόγειο ούτε τους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας, δεν είχε προβεί στον εξωτερικό ελαιοχρωματισμό του ισόγειου καταστήματος, του οποίου επίσης δεν είχε αποπερατώσει την εξωτερική θύρα, δεν είχε προβεί στη σύνδεση για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (τριφασικού) με τη ΔΕΗ αλλά χρησιμοποιείτο ρεύμα εργοταξίου και η σύνδεση έγινε μετά την 5-1-2000 οπότε και ενημέρωσε με σχετική επιστολή του την ενάγουσα για να προβεί στην απαιτούμενη προεργασία, ενώ, τέλος, υπήρχαν ελλείψεις στις πόρτες και στα κουφώματα και γενικά απασχολούνταν ακόμη εργάτες για την αποπεράτωση των συγκεκριμένων ιδιοκτησιών.
Εξάλλου, μεταξύ των διαδίκων δεν είχε γίνει καμιά νεότερη ρητή ή σιωπηρή συμφωνία τροποποίησης ή παράτασης του ως άνω καθορισμένου με το .../1997 συμβόλαιο χρόνου αποπεράτωσης και παράδοσης των πουλημένων ιδιοκτησιών αλλά εξακολουθούσε να ισχύει ο χρόνος αυτός και υπήρχαν συνεχείς προφορικές οχλήσεις της ενάγουσας προς τον εναγόμενο για επίσπευση εκ μέρους του των σχετικών υπολειπόμενων εργασιών αποπεράτωσης των ιδιοκτησιών τους.
Πρέπει επίσης στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι αναξαρτήτως του ότι, όπως προαναφέρθηκε δεν υπήρξε συμφωνία για παράταση του χρόνου παράδοσης των πουλημένων ιδιοκτησιών, και αν ακόμη γινόταν τέτοια συμφωνία, για να είναι έγκυρη, θα έπρεπε, εφόσον αναφέρεται σε τροποποίηση ουσιώδους όρου τυπικής σύμβασης, να περιβληθεί και αυτή τον τύπο τον συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Καθόσον δε αφορά την από πλευράς της ενάγουσας προσωρινή χρήση του ισόγειου καταστήματος τις ημέρες του Πάσχα του 1999 και συγκεκριμένα τη Μεγάλη Τετάρτη, στο στάδιο (κατασκευής των δαπέδων) που βρισκόταν αυτό τότε και κατόπιν συνεννόησής της για αυτό με τον εναγόμενο, ήταν επιβεβλημένη για την ενάγουσα γιατί τις ημέρες εκείνες (τρεις περίπου πριν το Πάσχα) είχε, λόγω του αντικειμένου της επιχείρησής της που είναι η παραγωγή, τυποποίηση και εμπορία αυγών, υπερβολικό φόρτο εργασίας στην περιοχή του Ηρακλείου εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης, από τους καταναλωτές, αυγών και δεν συνιστά σε καμιά περίπτωση (η προσωρινή αυτή χρήση) ανεπιφύλακτη παραλαβή εφόσον το κατάστημα ήταν (και παρέμεινε για αρκετούς ακόμη μήνες) ημιτελές, και απλώς το χρησιμοποίησε προσωρινά και αποκλειστικά για την τοποθέτηση σε αυτό μιας ποσότητας αυγών.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι με το υπ' αρ. .../1997 πωλητήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι η παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών θα γίνει με πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης προς την ενάγουσα που θα της κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή, το οποίο (πρωτόκολλο) θα υπογράψουν η ενάγουσα αγοράστρια και o εναγόμενος εργολήπτης και ότι αν η ενάγουσα δεν παρουσιαστεί κατά την ορισθείσα ημέρα για την παραλαβή των ιδιοκτησιών και υπογραφή του σχετικού πρωτόκολλου, η παράδοση -παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεστεί πλήρως και ανεπιφύλακτα, εκτός αν η ενάγουσα γνωστοποιήσει στον εναγόμενο μέσα στην ίδια προθεσμία τυχόν αντιρρήσεις της για ελλείψεις ή κακοτεχνίες και τέλος ότι ως ανεπιφύλακτη παραλαβή θεωρείται η παράδοση ή παραχώρηση των οριζόντιων ιδιοκτησιών σε τρίτους, σε καμιά δε περίπτωση δεν υπήρξε, κατά τον ως άνω συμφωνημένο τρόπο, ανεπιφύλακτη παραλαβή εκ μέρους της ενάγουσας.
Επομένως, από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη μεταγενέστερη συμφωνία περί μεταθέσεως του χρόνου παράδοσης των ιδιοκτησιών και η περί του αντιθέτου κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου δεν κρίνεται πειστική, άρα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια, δηλαδή ότι ίσχυε ο αρχικά συμφωνημένος χρόνος παράδοσης των ιδιοκτησιών και ότι δεν έγινε καμιά τροποποίηση ή παράτασή του, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, συνεπώς οι πρώτος και τρίτος λόγοι της εφέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 409 AK, o οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει, αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία. H περί μειώσεως της ποινής αίτηση μπορεί να ασκηθεί είτε με αγωγή ή ανταγωγή, είτε με ένσταση.
Για να κριθεί το βάσιμο ή μη αυτής, δηλαδή για τη μόρφωση της κρίσης του για το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης, το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τα περιστατικά που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση προς την αξία της αντιπαροχής τον δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα εκ της αθετήσεως της συμβάσεως πληγέντα συμφέροντα του δανειστή και μάλιστα όχι μόνο την περιουσιακή αλλά και την τυχόν ηθική βλάβη αυτού, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτη, τον βαθμό τον πταίσματος αυτού και το γεγονός της τυχόν ωφέλειάς του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, καθώς και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα, ακόμη, επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα τα οποία είχε γι' αυτόν η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ' αυτόν ζημιάς ή το μέγεθος αυτής, αφού κατά το άρθρο 405 ΑΚ, η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημιά.
Εν προκειμένω, όπως ήδη εκτέθηκε, υπήρξε παράβαση του ουσιώδους, κατά την θέληση των διαδίκων, όρου της σύμβασης που αναφέρεται στη μη εμπρόθεσμη εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους του εναγομένου και που είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθει αυτός υπαίτια σε θέση υπερήμερου οφειλέτη και να οφείλει ακολούθως (κατ' αρχάς) τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα που κατέπεσε από την αιτία αυτή και ανέρχεται στο ποσό των 19.700.000 δραχμών (57.813, 64 ευρώ).
Όμως, λαμβανομένης υπόψη της θέσης όπου βρίσκονται οι οριζόντιες ιδιοκτησίες, του ύψους της ποινικής ρήτρας που ανέρχεται περίπου στο 1/3 της αντιπαροχής, εφόσον το ποσό της είναι 57.813,64 ευρώ και το τίμημα της πώλησης είναι 176.082,17 ευρώ, της εμπορικότητας της περιοχής και των κρατουσών σε αυτήν οικονομικών συνθηκών εκμετάλλευσης των ακινήτων, της οικονομικής κατάστασης των μερών, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου οφειλέτη και των επιβλαβών για την ενάγουσα αποτελεσμάτων από την κατά τον πιο πάνω τρόπο αθέτηση της σύμβασης, η συμφωνημένη ποινική ρήτρα των 500.000 (1.467,35 ευρώ) και 100.000 δραχμών (293,47 ευρώ) το μήνα για το κατάστημα και την αποθήκη, αντίστοιχα, και των 100.000 δραχμών (293,47 ευρώ) το μήνα για τους κοινόχρηστους χώρους, για τους δύο πρώτους μήνες καθυστέρησης, καθώς και των 1.000.000 (2934,70 ευρώ) και 200.000 δραχμών (586,94 ευρώ) το μήνα για το κατάστημα και την αποθήκη, αντίστοιχα, κατ των 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ) το μήνα για τους κοινόχρηστους χώρους, για την περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης πέραν των δύο μηνών, κρίνεται δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, το οποίο είναι 500 ευρώ το μήνα για το κατάστημα και 200 ευρώ το μήνα για την αποθήκη, για χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) μηνών, δηλαδή από την 31-5-1998, ημέρα καθυστέρησης της παράδοσης, έως την 30-9-1999 και 100 ευρώ το μήνα για τους κοινόχρηστους χώρους, για χρονικά διάστημα δώδεκα (12) μηνών, δηλαδή από 30-9-1998 έως 30-9-1999, άρα συνολικά ανέρχεται σε 12.400 ευρώ (500 +200=700 ευρώ X 16 μήνες=11.200 ευρώ και 100 ευρώ X 12 μήνες=1.200 ευρώ, 11200+1200=12.400 ευρώ).
Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχτηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη τη στηριζόμενη στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 409 AK και παραδεκτά προβαλλόμενη ένσταση του εναγομένου για υπέρμετρη ποινική ρήτρα με αίτημα μειώσεως αυτής στο προσήκον μέτρο και κατέληξε στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά επίσης τις αποδείξεις εκτίμησε, γι' αυτό ο τέταρτος λόγος έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία.
Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχτηκε ότι, εκτός από τις πιο πάνω ιδιοκτησίες, στις 5-1-1998 ο εναγόμενος υποσχέθηκε προφορικά στην ενάγουσα, εκπροσωπούμενη από τον νόμιμο εκπρόσωπό της, ότι θα της πουλήσει το με στ. I 3 κατάστημα του ισόγειου της ίδιας πολυκατοικίας. Για την αιτία αυτή, δηλαδή τη μέλλουσα μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου, η ενάγουσα κατέβαλε σταδιακά στον εναγόμενο μέχρι την 1-2-1999 ως προκαταβολή το ποσό των 15.446.769 δραχμών (45.337 ευρώ), όμως τελικά δεν επακολούθησε η αιτία καταβολής του ποσού αυτού, δηλαδή η πώληση με συμβολαιογραφικό έγγραφο, μεταγραφή κλπ του ακινήτου, αντίθετα o εναγόμενος κατά το μήνα Αύγουστο του 1999 το μεταβίβασε σε τρίτο αγοραστή χωρίς όμως να αποδώσει το ληφθέν ποσό στην ενάγουσα, συνεπώς η προαναφερόμενη συμφωνία για την οποία δεν τηρήθηκε o τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και καταβλήθηκε το πιο πάνω ποσό, ήταν άκυρη, δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα και ο εναγόμενος κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία , κατά το άρθ. 904 ΑΚ, πλουσιότερος σε βάρος της ενάγουσας και υποχρεούται να της το αποδώσει εφόσον η αιτία, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του ως λήπτη, είναι ελαττωματική, στοιχειοθετώντας απαίτηση σε βάρος του λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία .Για τις πιο πάνω απαιτήσεις της ενάγουσας, δηλαδή ποσού 19.700.000 δραχμών από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας και ποσού 15.446.769 δραχμών λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την υπ' αρ. 1057/2000 απόφαση τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ύστερα από σχετική αίτηση της τελευταίας, διατάχθηκε η προσημείωση κάθε ακίνητης περιουσίας του εναγομένου μέχρι του ποσού των 50.000.000 δραχμών.
Ο εναγόμενος εκτέλεσε, κατ' εντολή της ενάγουσας, ορισμένες πρόσθετες, μη περιλαμβανόμενες στη συγγραφή υποχρεώσεων, εργασίες επί των επίδικων ακινήτων και συγκεκριμένα άνοιξε (κατασκεύασε και τοποθέτησε) δρύινη πλαϊνή πόρτα μασίφ προς την είσοδο της πολυκατοικίας, κατασκεύασε επίσης διπλή δεξαμενή νερού (ενώ προβλεπόταν μία μόνο δεξαμενή) με διαχωριστικό από οπλισμένο σκυρόδεμα, με μόνωση, με ιδιαίτερο δίκτυο σωληνώσεων, ιδιαίτερο πιεστικό και ηλεκτρικό μοτέρ ώστε να διαχωρίζεται αυτή από τη δεξαμενή του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου το οποίο είχαν αγοράσει από τον εναγόμενο η Μ.
Σ. και ο σύζυγός της, Μ. Σ.. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αξία της εργασίας διάνοιξης πλαϊνής πόρτας ανέρχεται σε 500 ευρώ (κατ' αποκοπή) και της εργασίας κατασκευής ιδιαίτερου δικτύου ύδρευσης σε 1500 ευρώ (κατ' αποκοπή), δηλαδή συνολικά σε 2000 ευρώ, τα ποσά δε αυτά αντιστοιχούν στο ύψος της συνηθισμένης για το συγκεκριμένο είδος εργασιών δαπάνης για αγορά υλικών και αμοιβή παροχής υπηρεσιών και το επιπλέον ποσό που ζητεί ο εναγόμενος, κρίνεται υπερβολικό και είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
Με το υπ. αριθ. .../1997 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου Ηρακλείου, ο εναγόμενος πούλησε στη Μ. Σ. (διευθύνουσα σύμβουλο της ενάγουσας) και το σύζυγό της, Μ. Σ., το με στ. Al διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 142 τ.μ. και τη με στ. Α7 αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 15 τ.μ., στην ίδια πολυκατοικία έναντι τιμήματος 24.500.000 δραχμών.
Αυτό το συμβόλαιο πωλήσεως καταρτίστηκε αφενός μεταξύ τον εναγομένου ως πωλητή και αφετέρου μεταξύ των παραπάνω (φυσικών) προσώπων ως αγοραστών, χωρίς τη συμμετοχή, κατά οποιονδήποτε τρόπο, σε αυτό του νομικού προσώπου της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, ενώ, επίσης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα, ως τρίτη, κατάρτισε με τον εναγόμενο, ως δανειστή, σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρο 477 AK) για την οφειλή των αγοραστών από το τίμημα της πώλησης αυτής, το οποίο, εξάλλου εξοφλήθηκε ολοσχερώς από τους αγοραστές, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις.
Συνεπώς, η ενάγουσα δεν φέρει καμιά ευθύνη για την αξίωση καταβολής υπόλοιπου του τιμήματος, ποσού 2.900.000 δραχμών, που ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι έχει από την ως άνω πώληση, τα ίδια δε ισχύουν και για την αξίωση ποσού 7.726.000 δραχμών που ισχυρίζεται ότι έχει κατά των ίδιων αγοραστών για πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε στις ίδιες οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Καθόσον αφορά το αιτούμενο από τον εναγόμενο ποσό των 2.102.524 δραχμών ως υπόλοιπο της εργολαβικής του αμοιβής, ως μελετητή και επιβλέποντος μηχανικού για την ανέγερση αποθήκης για λογαριασμό της ενάγουσας στην Ελιά Πεδιάδος, αποδείχτηκε ότι του καταβλήθηκε, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αρ. 92/10-6-1999 απόδειξη παροχής υπηρεσιών.
Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον δέχτηκε ότι ο εναγόμενος δεν έχει απαίτηση κατά της ενάγουσας για την καταβολή α) ποσού 2.900.000 δραχμών ως υπόλοιπο του τιμήματος της πώλησης στους Μ. και Μ. Σ. των πιο πάνω ιδιοκτησιών, β) ποσού 7.726.000 δραχμών ως εργολαβική αμοιβή του για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών στις ίδιες ιδιοκτησίες και γ) ποσού 2.102.524 δραχμών ως υπόλοιπο της εργολαβικής του αμοιβής για την εκτέλεση έργου για λογαριασμό της ενάγουσας και ακολούθως απέρριψε, ως προς τις αξιώσεις αυτές, την ένσταση συμψηφισμού με την ένδικη απαίτηση της ενάγουσας, που πρότεινε ο εναγόμενος, δηλαδή την δια συνυπολογισμού απόσβεση των αμοιβαίων αυτών, ομοειδών κατά αντικείμενο απαιτήσεων και τη δέχτηκε ως κατ' ουσία βάσιμη εν μέρει, δηλαδή μόνο για την αμοιβή του εναγομένου για το ποσό των 2000 ευρώ από την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών στις ιδιοκτησίες της ενάγουσας, το οποίο συμψήφισε προς την απαίτηση της ενάγουσας και της επιδίκασε τελικά το ποσό των 55.737 ευρώ (12.400+45.337=57.7372.000=55. 737), ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τον νόμο και ορθώς επίσης εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό, ο πέμπτος λόγος έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 874 AK και 112 Εισ ΝΑΚ προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων τα οποία, μολονότι διατηρούν τον νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από της καταχωρίσεώς τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο τον λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων, οπότε προκύπτει το πρόσωπο του δανειστή και η αξίωση του καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Εν προκειμένω, από το πιο πάνω αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχτηκε ότι. οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οι απαιτήσεις που θα προέκυπταν μεταξύ τους από την εκ μέρους του εναγομένου πώληση στην ενάγουσα των επίδικων διηρημένων ιδιοκτησιών και από την εκ μέρους της ενάγουσας ανάθεση στον εναγόμενο (με σύμβαση έργου) της εκτέλεσης τεχνικών έργων και της εκπόνησης τεχνικών μελετών, δεν θα επιδιώκονται ούτε θα διατίθενται μεμονωμένα αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό, του οποίου το κατάλοιπο θα αποτελούσε και τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση, δηλαδή δεν αποδείχτηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, κατά την προαναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και o δεύτερος λόγος έφεσης του εναγομένου που υποστηρίζει ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του περί υπαγωγής των απαιτήσεων της ενάγουσας σε αλληλόχρεο λογαριασμό. Τέλος, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εν μέρει παραδοχή τής αγωγής, καταδίκασε τον εναγόμενο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, το οποίο όρισε σε 1.800 ευρώ και ο περί τον αντιθέτου έκτος λόγος έφεσης του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτή το συνολικό ποσό των 55.737 ευρώ (45.337 από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και 10.400 για ποινική ρήτρα) με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 404-405 και 904 Α.Κ. που εφάρμοσε ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες.
Ειδικότερα με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία 1) οι οριζόντιες ιδιοκτησίες ως και οι κοινόχρηστοι χώροι δεν παραδόθηκαν κατά τις προαναφερόμενες συμφωνηθείσες ημερομηνίες και ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία ρητή ή σιωπηρή για τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας σχετικά με το χρόνο της παράδοσης αλλά ούτε και παράτασης της σχετικής προθεσμίας μέχρι το Πάσχα του 1999 καθώς και ότι η προσωρινή χρήση του ισογείου καταστήματος κατά τη Μεγάλη Τετάρτη του Πάσχα 1999 προκειμένου να διευκολυνθεί η ενάγουσα στη διακίνηση των εμπορευόμενων από αυτή αυγών και τη διανομή αυτών στη περιοχή του Ηρακλείου για το ανωτέρω μικρό χρονικό διάστημα δεν συνιστά ανεπιφύλακτη παραλαβή του καταστήματος το οποίο ακόμη και μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν ήταν απολύτως έτοιμο για χρήση 2) ότι η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 15.446.769 δραχμών (45.337 ευρώ), ως προκαταβολή του τιμήματος του με στοιχεία Ι 3 καταστήματος του ισογείου το οποίο υποσχέθηκε ο εναγόμενος ακύρως (χωρίς τήρηση του απαιτούμενου συμβολαιογραφικού συμβολαίου) να της πωλήσει και μεταβιβάσει χωρίς και να πραγματοποιηθεί η πώληση τούτου, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις επιδίκασης στην ενάγουσα του ανωτέρω ποσού των 10.400 ευρώ λόγω κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας συνεπεία της υπερημερίας του εναγομένου και του ποσού των 45.337 ευρώ λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων (404-405) και 904 Α.Κ.
αντίστοιχα. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 και 19 με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά το λοιπό μέρος του ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη έλλειψη αιτιολογιών αφορά τις αποδείξεις. Περαιτέρω το ίδιο Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 669 Εμπ.Ν., 874 Α.Κ.
και 112 Εισ. ν. Α.Κ. ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης κατά το σχετικό της μέρος καθόσον διέλαβε σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα σύμφωνα με τα οποία δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οι απαιτήσεις που θα προέκυπταν μεταξύ τους από την εκ μέρους του εναγομένου πώληση στην ενάγουσα των επίδικων διηρημένων ιδιοκτησιών και από την εκ μέρους της ενάγουσας ανάθεση στον εναγόμενο (με σύμβαση έργου) της εκτέλεσης τεχνικών έργων και της εκπόνησης τεχνικών μελετών, δεν θα επιδιώκονται ούτε θα διατίθενται μεμονωμένα αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό, του οποίου το κατάλοιπο θα αποτελούσε και τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση, δηλαδή δεν αποδείχτηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αποκρούεται η εφαρμογή των περί αλληλοχρέου λογαριασμού ως άνω διατάξεων.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης επίσης από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (Α.Π. 329/2007, 297/2007).
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερό του μέρος από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και την με αριθ. 92/10-6-1999 εξοφλημένη απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 2.102.524 δρχ.
που προσκόμισε μ' επίκληση ο εναγόμενος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Γ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 177/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ