Legislator Case Law & Legislation
224/2011 AI generated

224/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 224/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 224 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 224/2011

Legislator headnote

AI generated

224/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 224 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 224/2011

Keywords

AI generated
authorization for criminal prosecution statutory deadline date of commencement detention pending extradition proof of fear of persecution time when evidence is produced
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 224 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 224/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. Α., κατοίκου ..., 2) Τ. Ι. Α., κατοίκου ..., 3) Γ. Α. Γ., κατοίκου ..., 4) Β. Α. Γ., κατοίκου ..., 5) Θ. Ε. Γ., κατοίκου ..., 6) Ό. Κ. Ι., κατοίκου ..., 7) Ά. Χ. Κ., κατοίκου ..., 8) Λ. Γ. Κ., κατοίκου ..., 9) Α. Ν. Λ., κατοίκου ..., 10) Κ. Χ. Λ., κατοίκου ..., 11) Γ. Λ. Μ., κατοίκου ..., 12) Ι. Ε. Π., 13) Ν. Θ. Ρ., κατοίκου ..., 14) Π. Γ. Σ., κατοίκου ..., 15) Γ. Χ. Τ., κατοίκου ..., 16) Π. Χ. Τ., κατοίκου ... και 17) Σ. Α. Ω., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 12ου αναιρεσείοντος που δεν παραστάθηκε, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Συγγενιώτου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο, ότι 1) ο 12ος αναιρεσείων Ι. Π. του Ε., απεβίωσε στις 28-7-2010 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου νόμιμους κληρονόμους του α) Α. Ι. Π., το γένος Α. Π., Π. Π. β) Ε. Π. του Ι., κάτοικο ... και γ) Ε. Π. του Ι., κάτοικο ..., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια και 2) οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσής τους ως προς τους 1ο, 2η, 3η και 4ο των αναιρεσιβλήτων.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς α) Οικονομικών, β) Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, γ) Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, δ) Δημόσιας Τάξης και ε) Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, 2) Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ (ΕΕΤΑΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) Δήμου Έδεσσας, που εδρεύει στην Έδεσσα νομού Πέλλας και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Ι. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1019/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4412/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-12-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 §1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της με αριθμό 142/2010 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου Αριδαίας, το από 23-12-2010 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Αριδαίας και τα με αριθμό 6418/17-12-2010 και 124-125/12-1-2011 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Έδεσσας στις 28-6-2010, για μη δημοσίευση διαθήκης και μη αποποίηση κληρονομίας, απεβίωσε ο δωδέκατος αναιρεσείων Ι. Π. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Α. Π. και τα τέκνα του Ε. Π. και Ε. Π.. Οι τελευταίοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω του θανάτου εκείνου βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως, εφόσον αποδείχθηκε η ιδιότητα της συζύγου και των τέκνων του με τον Π. ως κληρονόμων του.

ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 § 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναιρέσεως μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης και ότι για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσίβλητου, αφού αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σε αυτή, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων αναίρεσης.

Επομένως, η παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ελληνικό Δημόσιο, Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.), Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε. (Ε.Ε.Τ.Α.Α.) και Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) με δήλωση στο ακροατήριο, προτού αρχίσει η προφορική συζήτησης της υποθέσεως, της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που έχει το σχετικό προς τούτο δικαίωμα, με βάση τα υπ' αριθμ. .../7-1-2011, .../10-1-2011 και .../7-1-2011 πληρεξούσια έγγραφα της συμβολαιογράφου Έδεσσας Αθανασίας Χατζή, των δυο πρώτων, και της συμβολαιογράφου Αριδαίας Καλλιόπης Βαιάνου του τελευταίου, είναι νόμιμη και επιφέρει την κατάργηση της δίκης ως προς τους άνω αναιρεσιβλήτους, καίτοι αυτοί δεν κλητεύθηκαν για τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο δε πρώτος λόγος της αναίρεσης που αφορά τους αναιρεσιβλήτους αυτούς θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, υπ' αριθμ. 6.840 β'/28-6-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Έδεσσας ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Δήμο Έδεσσας για να παραστεί κατά τη σημερινή δικάσιμο.

Ο αναιρεσίβλητος, όμως, αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.

ΙΙΙ.- Κατά την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν.2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθρ. 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κλπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρ. 91 εδ.

α' , και, επομένως, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 90 § 3 ν.2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (πρβλ.

ΟλΑΠ 38/2005) και, συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρ. 4 §1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών) και β) στις διατάξεις του άρθρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και υπερνομοθετική ισχύ έχοντος Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθρ. 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: Η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον πέμπτο των εναγομένων Δήμο Έδεσσας στις 24-5-2004. Επομένως, για τις αναφερόμενες στην απόφαση αξιώσεις των εναγόντων από μισθολογικές διαφορές του έτους 2001, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, συμπληρώθηκε ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του ν. 2362/1995 χρόνος της διετούς παραγραφής αυτών, η οποία αρχίζει από τη γένεση των αξιώσεων αυτών και έτσι επήλθε η απόσβεσή τους.

Πλην όμως κατά τη βάσιμη περί τούτου αντένσταση των εναγόντων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 του νόμου αυτού, επήλθε διακοπή της παραγραφής αυτής για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 17-5-2002 με την υποβολή προς τον πέμπτο των εναγομένων Δήμο Έδεσσας της από 29-12-2003 εξώδικης διαμαρτυρίας- πρόσκλησης των εναγόντων , με την οποία ζητούσαν την καταβολή των έως το χρόνο εκείνο αξιώσεών τους για όλες τις αναφερόμενες αιτίες.

Το έγγραφο αυτό, το οποίο κοινοποιήθηκε στον τελευταίο στις 29-12-2003 επέφερε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα της διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων αυτών του χρονικού διαστήματος από 1-1 έως 24-5-2002, ενώ οι αξιώσεις του έτους 2001 είχαν ήδη παραγραφεί πριν την επίδοση της παραπάνω εξώδικης δήλωσης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, αφού η θεσπιζόμενη με αυτές διετής παραγραφή των κατά των ΟΤΑ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λ.π.

αρχίζει από τη γέννηση της αξίωσης και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, η δε διετής παραγραφή δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούει στο άρθρο 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκαν με το Ν.Δ. 53/1974.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκoς πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως ...

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής.

Ως "αγωγή" νοείται η καταψηφιστική αγωγή, η επίδοση της οποίας επιφέρει έναρξη τοκοφορίας. Η επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, της οποίας το αίτημα περιορίσθηκε εν συνεχεία σε απλώς αναγνωριστικό, δεν αρκεί για να γεννηθεί η υποχρέωση του Δημοσίου προς τοκοδοσία κατά το άρθρο 346 ΑΚ, αφού η αγωγή αυτή θεωρείται μη ασκηθείσα ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα (άρθρο 295 § 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, η επίδοσή της εξακολουθεί μεν να ισχύει ως όχληση, δεν γεννά όμως υποχρέωση του Δημοσίου για πληρωμή τόκων υπερημερίας κατά τα άρθρα 340 και 345 ΑΚ. Και τούτο, διότι η υποχρέωση αυτή δεν γεννάται με την όχληση αλλά μόνο με την επίδοση αγωγής (ΟλΑΠ 10/2008). Εξάλλου, στο άρθρο 304 του π.δ. 410/1995 ορίζονται, εκτός άλλων, και τα εξής: "Οι δήμοι και οι κοινότητες έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο", μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και το ως άνω προνόμιο του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 109 του ΕισΝΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικές διατάξεις που κανονίζουν διαφορετικά το ποσοστό ή την έναρξη του τόκου ως προς τις οφειλές ή τις απαιτήσεις του δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου" και ως ειδικό κατισχύει των διατάξεων του ΑΚ.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 §§1 και 2, 20 § 1, 25 § 1, 28 § 1 του Συντάγματος, 6 § 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, διότι η θεσπισθείσα από αυτήν, κατά παρέκκλιση των άρθρων 221 § 1 γ' ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ, υποχρέωση καταβολής τόκων από το Δημόσιο μόνον από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε οι εκπρόσωποι και τα λοιπά αρμόδια όργανα αυτού να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον τους απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπισή τους, περαιτέρω δε με την παρέκκλιση αυτή δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας που εξασφαλίζει το άρθρο 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

σε κάθε πρόσωπο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η από 2-4-2004 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του Δήμου Έδεσσας, το αίτημα της οποίας περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, έγινε εν μέρει δεκτή από το Εφετείο, το οποίο αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος οφείλει στους αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά, χωρίς να οφείλονται γι' αυτά τόκοι υπερημερίας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944, 340, 341, 345 και 346 του ΑΚ, 4 § § 1 και 2, 20 § 1 , 22 § 1β, 25 § 1 του Συντάγματος, 6 § 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και 221 § 1γ' ΚΠολΔ και είναι γι' αυτό αβάσιμος και απορριπτέος ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Από το άρθρο 7 § 2 του ν. 1876/1990, με το οποίο ορίζεται ότι οι ευνοϊκότεροι και οι παρέχοντες μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων είναι επικρατέστεροι εκείνων που διαλαμβάνονται στη συλλογική σύμβαση (ή διαιτητική απόφαση), συνάγεται ότι, όταν με την ατομική σύμβαση εργασίας καθορίστηκαν το είδος και οι συνθήκες παροχής της εργασίας και συμφωνήθηκε μισθός μεγαλύτερος του συνόλου των αποδοχών που προβλέπονται από την οικεία συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση (δηλαδή του αθροίσματος βασικού μισθού και επιδομάτων), τότε συγκεκριμένο επίδομα, προβλεπόμενο από τη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση για την παροχή εργασίας του αυτού είδους και με τις ίδιες συνθήκες (που καθορίστηκαν με την ατομική σύμβαση εργασίας), δεν οφείλεται στον εργαζόμενο επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού, γιατί καλύπτεται από αυτόν, αφού οι όροι αμοιβής της ίδιας ποιοτικά εργασίας, οι περιεχόμενοι στην ατομική και στη συλλογική σύμβαση δεν ισχύουν παραλλήλως, αλλά επικρατεί η ευνοϊκότερη ρύθμιση, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της δυσμενέστερης.

Διαφορετική λύση δίδεται, όταν με την ατομική ή τη συλλογική σύμβαση ορίζεται το αντίθετο, δηλαδή ότι το θεσπιζόμενο με τη συλλογική σύμβαση επίδομα θα καταβάλλεται επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού (ΑΠ 1381/2007). Περαιτέρω, με τα εδ. α' και β' της παρ. 2 της 10/1976 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 21378/4732/17-5-1976 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 671 τ.

Β' ) και κυρώθηκε με το άρθρο 16 § 1 του Ν. 435/1976, ορίστηκε ότι, από της ενάρξεως της ισχύος αυτής (στις 13-2-1976), στους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου, χορηγείται επίδομα γάμου 5%, με την προϋπόθεση ότι ο άλλος σύζυγος δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται και ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο κατώτατο όριο του βασικού μισθού ή του βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται προς τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται όμως σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου.

Από τις ως άνω διατάξεις της διαιτητικής αυτής αποφάσεως, που τροποποιήθηκαν μετέπειτα και δη με την παρ. 4 της υπ' αριθ. 9/1978 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 9200/1978 απόφαση του Υπουργείου Εργασίας (ΦΕΚ Β' 183), ενώ με την επακολουθήσασα υπ' αριθ. 100/1979 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 18925/1979 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 1137), το επίδομα αυτό αυξήθηκε, ορισθέν σε ποσοστό 10%, προκύπτει ότι απαγορεύεται με αυτές μόνον ο από τον εργοδότη μονομερής συμψηφισμός του ανωτέρω επιδόματος, κατά την προβολή της γι' αυτό απαιτήσεως, προς τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, όχι δε και η κατά την ατομική σύμβαση εργασίας συνομολόγηση συμφωνίας, όπως στις τέτοιες καταβαλλόμενες αποδοχές υπολογίζεται και το εν λόγω επίδομα.

Έτσι, η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται ούτε στις πιο πάνω διατάξεις της διαιτητικής αποφάσεως, αλλ' ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 του ΑΚ, εφόσον και κατ' αυτή λαμβάνει ο μισθωτός τα οριζόμενα ελάχιστα όρια αποδοχών με τις προβλεπόμενες επί τούτων προσαυξήσεις. Τούτο συνάδει τόσο προς όσα εκτέθηκαν στην αρχή όσο και προς το σκοπό του νομοθέτη, ο οποίος απέβλεψε από λόγους γενικότερου δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος αφενός στην προστασία των μισθωτών στο πλαίσιο των θεσπισμένων εκάστοτε και απαραβίαστων ελάχιστων ορίων των αποδοχών του και αφετέρου στην οικονομική ενίσχυση των από αυτούς εγγάμων με την καθιέρωση του ανωτέρω επιδόματος, του οποίου όμως την καταβολή ρητώς απέκλεισε στους κατά οποιοδήποτε τρόπο λαμβάνοντες αυτό, ενώ, εξάλλου, καθόλου δεν επηρεάζεται το κύρος της προαναφερόμενης, ευνοϊκότερης για το μισθωτό, συμφωνίας από την τυχόν μετέπειτα θέσπιση του ως άνω επιδόματος το οποίο αυτή αφορά, εφόσον εξακολουθεί αυτό να καλύπτεται από τις καταβαλλόμενες κατά τη συμφωνία υπέρτερες αποδοχές (ΑΠ 879/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή τους, όπως το αίτημα αυτής περιορίστηκε πρωτοδίκως από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν, εκτός άλλων, να αναγνωριστεί ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτούς, για το χρονικό διάστημα των ετών 2001-2003, οικογενειακό επίδομα υπολογιζόμενο επί του βασικού τους μισθού, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Όλοι οι ενάγοντες κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους ήταν έγγαμοι και ως εκ τούτου είχαν το δικαίωμα να λάβουν το προβλεπόμενο επίδομα γάμου σε ποσοστό 10% επί του βασικού ημερομισθίου. Πλην όμως η αξίωσή τους αυτή καλύπτεται από το παραπάνω καταβαλλόμενο σ' αυτούς ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ, το οποίο είναι κατά πολύ υπέρτερο του νόμιμου ημερομισθίου τους, δηλαδή του κατώτατου ορίου που καθορίζεται από την ΕΓΣΣΕ με το συνυπολογισμό και του επιδόματος γάμου σε ποσοστό 10%.

Επομένως, το αίτημά τους για αναγνώριση της οφειλής του Δήμου Έδεσσας ποσών για οικογενειακό επίδομα είναι απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Με το να κρίνει το Εφετείο όπως πιο πάνω αναφέρεται και καθόσον αφορά την αξίωση των αναιρεσειόντων από το παραπάνω επίδομα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως και τις 31-12-2003, αφού η σχετική αξίωσή τους για το έτος 2001 έχει, κατά τα ανωτέρω, παραγραφεί, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 2 της υπ' αριθ. 10/1976 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, εφόσον δέχθηκε συμψηφισμό του εν λόγω επιδόματος με τις καταβαλλόμενες στους αναιρεσείοντες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές τους, χωρίς να αποδειχθεί, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι κατά την ατομική σύμβαση εργασίας καθενός από τους αναιρεσείοντες καταρτίστηκε ιδιαίτερη συμφωνία με περιεχόμενο το συμψηφισμό αυτό.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά τον αναιρεσίβλητο Δήμο Έδεσσας και ειδικότερα, κατά το μέρος της που αφορά το ζητούμενο από αυτόν κονδύλιο του οικογενειακού επιδόματος, η από το οποίο σχετική αξίωση δεν έχει παραγραφεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρου 580 §3 του ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί ο άνω αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, πλην όμως μειωμένα κατά το ήμισυ, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 του ΠΔ 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ελληνικό Δημόσιο, Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.), Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε. (Ε.Ε.Τ.Α.Α.) και Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.).

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4412/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αφορά το Δήμο Έδεσσας και ειδικότερα, κατά το μέρος της μη παραγραφείσας αξίωσης των αναιρεσειόντων από το ζητούμενο από αυτόν οικογενειακό επίδομα.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο Έδεσσας στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια πενήντα (750) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ