Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to insufficient reasoning on expert report evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate the expert report's findings on the date of the will, but the court rejected this claim. The court ruled that the appeal was inadmissible because the alleged defects concerned the free evaluation of evidence rather than the reasoning of the main facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient reasoning regarding the evaluation of an expert report is inadmissible, as such evaluation falls within the free discretion of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 224 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 224/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Δήμου Θηβαίων, που εδρεύει στη Θήβα Βοιωτίας, νόμιμα εκπροσωπουμένου από το Δήμαρχο του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κτιστάκι, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου-καλούντος: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρέου ο οποίος ανακάλεσε την από 14-10-2008 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/1999 μη οριστική, 181/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1246/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 24-12-2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 983/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναβάλλει την πρόοδο της δίκης. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση ο καλών με την από 22-11-2007 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 2-11-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 8 του ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 2732/1999, εφαρμοζόμενο αναλόγως και επί οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης κλπ", που όριζε στις παρ. 1 και 4 αυτού, ότι "όποιος αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο πλην νομής εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου κατεχομένου από το Δημόσιο οφείλει πριν από κάθε αγωγή να κοινοποιήσει με δικαστικό κλητήρα στο Δημόσιο αίτηση περιλαμβάνουσα τις αξιώσεις του κλπ.
και μόνο μετά πάροδο έξι μηνών από την επίδοση της αίτησης αυτής κλπ. μπορεί να εγερθεί η αγωγή", σαφώς προκύπτει, ότι στην καθοριζόμενη με το πιο πάνω άρθρο προδικασία υποβαλλόταν και η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το εν λόγω ακίνητο κατεχόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής από το Δημόσιο και αναλόγως από το Δήμο ή την Κοινότητα.
Η διάταξη όμως του άρθρου 1 του ν.δ. 31/1968 αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με τη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 1416/1984, που όριζε, ότι: "Ως προς τα κτήματα των δήμων και κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του α.ν. 1539/1938" και ήδη με την ταυτόσημου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 11 του ν. 2307/1995.
Επομένως, δεν απαιτείται πλέον η τήρηση της προαναφερόμενης προδικασίας για διεκδικούμενα ακίνητα που κατέχονται από Δήμο ή Κοινότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου αφορά ακίνητο κατεχόμενο, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τον ενάγοντα και όχι από τον αμφισβητούντα την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου εναγόμενο - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο.
Για το λόγο αυτό δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση τήρησης της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938 προδικασίας, η οποία, άλλωστε, από το χρόνο ισχύος του άρθρου 62 του ν. 1416/1984, που προπαρατέθηκε (21-2-1984, σύμφωνα με το άρθρο 90 του νόμου αυτού), δεν εφαρμόζεται επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.
Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη την κρινόμενη αγωγή λόγω της μη τήρησης της πιο πάνω προδικασίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, η οποία θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή, την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση -χρησικτησία-.
Σύμφωνα, ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε της διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός - κληρονόμο - αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί.
Στην περίπτωση, επίσης, που η ίδια πιο πάνω αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπη κτήση (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) απαιτείται, υπό την ισχύ μεν του Αστικού Κώδικα, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ άσκηση νομής επί 10ετία ή 20ετία, προς συμπλήρωση της οποίας δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 1051 ΑΚ, να προσμετρήσει στο χρόνο νομής του και το χρόνο της με τα ίδια προσόντα νομής που άσκησε ο δικαιοπάροχός του, υπό την ισχύ δε του Β.Ρ.Δ. (και, ειδικότερα, των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 πανδ. (4.4), 6 πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7παρ. 3 πανδ. (23.3), που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 και 64 ΕισΝΑΚ, όταν η επικαλούμενη κτήση της κυριότητας του ακινήτου έλαβε χώραν πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23.2.1946), άσκηση νομής επί 30ετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα της κυριότητας τρίτου.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 12 εδάφ. 4 του ν. ΔΝΖ'/1912 "περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων", όπως αυθεντικά ερμηνεύθηκε με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2798/1912, που ορίζει, ότι παραχωρούνται στην κυριότητα και νομή κάθε κοινότητας οι εντός των ορίων της περιφέρειάς της περιλαμβανόμενοι εθνικοί βοσκήσιμοι τόποι, προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιας έκτασης, περιλαμβανόμενης μέσα στα όρια της περιφέρειας μιας κοινότητας, στην κυριότητα της τελευταίας αποτελεί η ιδιότητα της εν λόγω έκτασης ως εθνικού βοσκήσιμου τόπου, δηλαδή τέτοιου, επί του οποίου το Δημόσιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΓΗΖ'/1880, είχε διατηρήσει μέχρι το έτος 1864 τη νομική κατοχή έναντι των ιδιωτών με την τοποθέτηση ποιμνίων, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. ΝΕ'/1847. Παρέπεται, επομένως, ότι ο προβαλλόμενος από κοινότητα ισχυρισμός, ότι η επίδικη έκταση υπήρξε εθνική βοσκήσιμη στην οποία είχε γίνει τοποθέτηση ποιμνίων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 του ν.
ΝΕ'/1847, που προπαρατέθηκε, συνιστά νόμιμη ένσταση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε προς θεμελίωση της τελευταίας στον παράγωγο μεν τρόπο, δηλαδή, στην κληρονομική διαδοχή, δημόσια διαθήκη του θανόντος στη ..., κατά το έτος 1966, πατέρα του ΑΑ, που περιέχεται στη .../1964 πράξη του συμβολαιογράφου Θήβας Κωνσταντίνου Γκίκα και νόμιμα δημοσιεύθηκε με τα 26/10-12-1970 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας, με την οποία ο θανών εγκατέστησε κληρονόμους του αυτόν -ενάγοντα - και τη σύζυγό του ΒΒ και, ειδικότερα, τον πρώτο μεν απ' αυτούς αποκλειστικό κύριο του επίδικου ακινήτου αγρού - κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και ψιλό συγκύριο κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, τη δεύτερη δε απ' αυτούς, που πέθανε, επίσης, στη ..., στις 4-4-1981, εφόρου ζωής, επικαρπώτρια του 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, καθώς και τις .../20-11-1996 και .../2.2.1998, αντίστοιχα, δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Θήβας Γεωργίου Γεωργούση, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, με τις οποίες ο ίδιος αποδέχθηκε τις κληρονομίες των διαδοχικά θανόντων γονέων του, στον πρωτότυπο δε τρόπο, δηλαδή, στην έκτακτη χρησικτησία, την εξακολουθητική από το έτος 1880 και εφεξής μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής νομή στο επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για το μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) χρονικό διάστημα, έκτοτε δε ανεξάρτητα από καλή πίστη, με την προσμέτρηση στον ίδιο χρόνο νομής του - ενάγοντος - και του χρόνου νομής με τα ίδια προσόντα τόσο του άμεσου δικαιοπαρόχου του - πατέρα του - ...
από το έτος 1880, οπότε ο πατέρας του ... του παραχώρησε άτυπα το επίδικο ακίνητο και εφεξής μέχρι το χρόνο θανάτου του (1966), όσο και του απώτερου δικαιοπαρόχου του ..., από το έτος 1850 τουλάχιστον και εφεξής μέχρι το έτος 1880, με την άσκηση στο εν λόγω ακίνητο όλων των προσιδιαζουσών στη φύση και στον προορισμό των διακατοχικών πράξεων, όπως οι τελευταίες αναλυτικά μνημονεύονται στην αγωγή.
Το Εφετείο, επομένως, που, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή, θεμελιούμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος, εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο, έλαβε δε υπόψη τον αποτελούντα λόγο έφεσης ισχυρισμό του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου περί αοριστίας της αγωγής και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1, 8 εδάφιο β' (κατ' ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο, κατ' ορθή, επίσης, εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή, για το λόγο ότι μετά την προβολή του ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του, δηλαδή, το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους, είχε στην αποκλειστική νομή και κυριότητά του από το έτος 1821 και εφεξής εθνικό βοσκότοπο μέσα στα όρια της περιφέρειας της επαρχίας Θηβών, εμβαδού 1000 στρεμμάτων, στον οποίο εμπίπτει και το επίδικο ακίνητο, ο οποίος - βοσκότοπος -, με βάση το άρθρο 12 εδάφιο 4 του ν.
ΔΝΖ'/1912, σε συνδυασμό και με το ν. ΚΘ'/1864 "περί βοσκησίμων γαιών", περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της πρώην Κοινότητας Θηβών και ήδη αυτού - αναιρεσείοντος -, ως καθολικού της διαδόχου, ο αντίδικός του δεν συμπλήρωσε, όπως όφειλε, κατά νόμο, με τις πρωτόδικες προτάσεις του, την αγωγή ως προς τον πρωτότυπο τρόπο της κτήσης της κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου του στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή, ως προς την έκτακτη χρησικτησία, αναγομένη σε χρόνο προγενέστερο εκείνου της κτήσης της κυριότητας στο πιο πάνω ακίνητο από το Ελληνικό Δημόσιο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η κρινόμενη αγωγή, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτή, δεν εμφανίζει καμιά ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, το επίδικο ακίνητο, υπό το κράτος της Οθωμανικής κυριαρχίας, δεν ήταν δεκτικό (τακτικής ή έκτακτης) χρησικτησίας και ο πιο πάνω ισχυρισμός του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου δεν συνιστά αμφισβήτηση της κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου του αντιδίκου του, αλλά συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό - ένσταση -, η ουσιαστική βασιμότητα της οποίας θα είχε άμεσο επακόλουθο την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης.
Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, δηλαδή, είκοσι εννέα (29) υπεύθυνες δηλώσεις των κτηνοτρόφων ..., ... και ..., αντίστοιχα, καθώς και το με αριθμό Πρωτ. .../1-12-1998 έγγραφο της Νομαρχίας Βοιωτίας (Τμήμα Ορυκτού Πλούτου), που είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων στο πιο πάνω Δικαστήριο προς απόκρουση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης σε βάρος του αγωγής και την παραδοχή της έφεσής του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο ενάγων και ο δικαιοπάροχός του νέμονταν το επίδικο με τα αναφερόμενα νόμιμα προσόντα κι ότι το επίδικο δεν αποτελεί εθνική βοσκήσιμη έκταση, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων "τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα, λαμβανόμενα υπόψη ως έγγραφο και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τα προμνημονευόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν,.
στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ ΑΠ 24/1992).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, για έλλειψη νόμιμης βάσης, εξαιτίας ελλιπούς ή ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ..., σε σχέση με την παραδοχή του τελευταίου, ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στην .../5-1-1964 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Θηβών Κωνσταντίνου Γκίκα του θανόντος πατέρα του αναιρεσιβλήτου ..., παραδοχή, που στηρίχθηκε όχι στην πιο πάνω διαθήκη αλλά στις .../1996 και .../2.2.1998, αντίστοιχα, δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Θηβών Γεωργίου Γεωργούση, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, με τις οποίες ο αναιρεσίβλητος αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα του.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ως προς τη λήψη υπόψη, την εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης για την εξακρίβωση πραγμάτων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η έγγραφη γνωμοδότηση του διορισμένου από το δικαστήριο της ουσίας πραγματογνώμονα, αποτελεί έγκυρο αποδεικτικό μέσο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ανεξάρτητα από την πληρότητα ή μη του περιεχομένου της και τις τυχόν πλημμέλειες που αυτή εμφανίζει.
Και αυτά παρεκτός του ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν τα ελαττώματα της αιτιολογίας εμφιλοχωρούν στην εξιστόρηση των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού του δικαστηρίου της ουσίας και είναι αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού του κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου ουσιαστικού κανόνα και όχι όταν τα ελαττώματα της αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση και στάθμιση των αποδείξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-12-2003 αίτηση για αναίρεση της 1246/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία (μειωμένα) ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ