2249/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2249/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΓΚΠ/ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Α.Ν. 301/1968, κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973, τροποποιήθηκε ακολούθως διαδοχικά με τις ΕΣΣΕ των ετών 1996 και 1999 και συνεπώς έχει ισχύ νόμου, ορίζει στο άρθρο 17 παρ. 1 περ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2249 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2249/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστομένη Καίσαρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη και 2) τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΓΣΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2001 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και με την από 8-5-2002 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1182/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6803/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 31-10-2005 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 417/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 24-10-2008 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 10-12-2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δε συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που τη δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.
Εξάλλου, ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΓΚΠ/ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Α.Ν. 301/1968, κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973, τροποποιήθηκε ακολούθως διαδοχικά με τις ΕΣΣΕ των ετών 1996 και 1999 και συνεπώς έχει ισχύ νόμου, ορίζει στο άρθρο 17 παρ. 1 περ.
ε' τα εξής: "Τα προσωπικό απολύεται ...ένεκα συμπληρώσεως 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό. Εντούτοις, το προσωπικό δύναται με αίτησή του, που υποβάλει το αργότερο τρεις μήνες προ της προβλεπόμενης ημερομηνίας απόλυσής του, να παραμείνει στην Υπηρεσία μέχρι συμπληρώσεως 35ετούς συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας στον ΟΤΕ και πάντως όχι πέραν του 65ου έτους της ηλικίας του".Στην παράγραφο δε 1 περ.
α' και 2 περ. β' του άρθρου 47, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μέρος Τρίτο του ΓΚΠ/ΟΤΕ, και φέρει τον τίτλο "Μεταβατικές διατάξεις για το προσωπικό που υπηρετεί κατά την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Κανονισμού", ορίζονται αντίστοιχα τα ακόλουθα: "Για το υπόψη προσωπικό εξακολουθούν να ισχύουν από τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ ...το άρθρο 19 παρ. 1 εδ.
ι' (απόλυση λόγω 30ετίας κ.λ.π.)" και "Για την απόλυση λόγω 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον ΟΤΕ ...εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του άρθρου 64 παρ. 5 του προϊσχύσαντος ΓΚΠ (δυνατότητα μη υπολογισμού του χρόνου έκτακτης υπηρεσίας χωρίς στοιχεία ασφαλιστικής κάλυψης)". Περαιτέρω, η παράγραφος 5 του άρθρου 64 του προϊσχύσαντος ΓΚΠ/ΟΤΕ ορίζει ότι "προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση της παρούσας διάταξης και απολύεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά λόγω συμπλήρωσης 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και χρόνος εκτάκτου υπηρεσίας στον ΟΤΕ, για τον οποίο χρόνο στο ΙΚΑ ή στον ΟΤΕ δεν υπάρχουν στοιχεία ασφαλιστικής καλύψεως, το δε ΤΑΠ/ΟΤΕ με την 3282/11-7-1995 απόφασή του δεν αποδέχεται την αναδρομική ασφάλιση, δύναται κατόπιν αιτήσεώς του να παραμείνει στην Υπηρεσία μέχρι της συμπληρώσεως του απαιτούμενου χρόνου υπηρεσίας για τη θεμελίωση δικαιώματος πλήρους συνταξιοδοτήσεως".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το προσωπικό που εργαζόταν στον ΟΤΕ κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του νέου ΓΚΠ/ΟΤΕ και συμπληρώνει 35ετή πραγματική υπηρεσία υπάγεται στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2, η οποία αφορά ειδικά τους εργαζόμενους που υπηρετούσαν κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του νέου κανονισμού και όχι στη ρύθμιση της πάγιας διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 1 περ.
ε' του κανονισμού αυτού. Επομένως, ο εργαζόμενος που υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 47 παρ. 2 δικαιούται να παραμείνει στον ΟΤΕ, μόνο προκειμένου να συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας προς θεμελίωση δικαιώματος πλήρους συνταξιοδοτήσεως και όχι για να συμπληρώσει και 35 συντάξιμα χρόνια υπηρεσίας.
Αν δε έχει ήδη αναλώσει το εν λόγω δικαίωμα, δεν δικαιούται να κάνει χρήση και της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 1 περ. ε' του ισχύοντος κανονισμού. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση των υπαγομένων στον προϊσχύσαντα ΓΚΠ/ΟΤΕ έναντι των υπαγομένων στον ισχύοντα νέο κανονισμό, ως προς το χρόνο παραμονής στην υπηρεσία δεν αντίκειται στις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις, γιατί δικαιολογείται από το αντικειμενικό γεγονός του χρόνου προσλήψεως, αφού ο χρόνος εισόδου στην υπηρεσία δικαιολογεί διαφοροποιήσεις μεταξύ των εργαζομένων, όταν αυτές σχετίζονται με αντικειμενικούς λόγους, όπως είναι η ανάγκη ορθολογικότερης οργανώσεως ή εξυγιάνσεως της επιχειρήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 23-10-1963, ως ημερομίσθιος εργάτης και απασχολήθηκε με την ειδικότητα αυτή μέχρι τις 31-12-1969. Την 1-1-1970 μονιμοποιήθηκε και έκτοτε εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του ΥΠΟΤ/Τ.
Με την υπ' αριθμ. ... αίτησή του, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος λόγω του ότι φερόταν ως ασφαλισμένος στο ΤΑΠ/ΟΤΕ από 10-2-1971, ζήτησε από την αναιρεσείουσα να παραμείνει πέραν της 31-12-1998, που συμπλήρωνε τριάντα πέντε έτη πραγματικής υπηρεσίας, μέχρι να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για θεμελίωση δικαιώματος πλήρους συνταξιοδοτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 5 του ισχύοντος τότε ΓΚΠ/ΟΤΕ, και η αίτησή του έγινε δεκτή.
Στις 20-11-2000 η αναιρεσείουσα, με το υπ' αριθμ.... έγγραφό της, γνωστοποίησε στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο ότι απολύεται, λόγω συμπληρώσεως 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας και 30ετούς συνταξίμου χρόνου στις 11-2-2001, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ε' του ισχύοντος ΓΚΠ/ΟΤΕ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 5 του προϊσχύσαντος κανονισμού.
Ακολούθως ο αναιρεσίβλητος, με την από 21-11-2000 αίτησή του προς την αναιρεσείουσα ζήτησε να παραμείνει και πάλι στην υπηρεσία, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 1 ε' του ισχύοντος κανονισμού, αλλά όμως η τελευταία, απέρριψε εγγράφως την εν λόγω αίτηση. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, ο οποίος, κατά το έτος 1998, αξιοποίησε τη δυνατότητα παραμονής του στην υπηρεσία μέχρι τις 10-2-2001, βάσει του άρθρου 64 παρ. 5 του προϊσχύσαντος κανονισμού, με σκοπό τη συμπλήρωση του αναγκαίου για τη θεμελίωση πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος χρόνου, χωρίς να μπορεί να υπαχθεί για δεύτερη φορά στην ίδια ρύθμιση, αφού ανάλωσε ήδη το σχετικό δικαίωμά του, δεν μπορεί να αποκλειστεί και από τη δυνατότητα παρατάσεως της παραμονής του στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας μέχρι τη συμπλήρωση 35ετούς συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 ε' του ισχύοντος ΓΚΠ/ΟΤΕ.
Επιπλέον το Εφετείο έκρινε, ότι ο αποκλεισμός του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου από τη ρύθμιση του άρθρου 17 παρ. 1 ε προσκρούει στη συνταγματική αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, και ακολούθως επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή. Με τα περιστατικά όμως που δέχτηκε το Εφετείο, είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου οι διατάξεις του άρθρου 64 πρ. 5 του προϊσχύσαντος ΓΚΠ/ΟΤΕ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 παρ. 1 ε' του ισχύοντος κανονισμού, και όχι η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 ε' του ιδίου κανονισμού.
Επιπροσθέτως, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, ανήκει σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών της αναιρεσείουσας λόγω του προγενέστερου χρόνου προσλήψεώς του. Η διαφορετική δε μεταχείριση της κατηγορίας αυτής, για την οποία ως προς τους λόγους απολύσεως και τη δυνατότητα παραμονής στην υπηρεσία παρά τη συμπλήρωση 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας, ισχύουν οι διατάξεις του προϊσχύσαντος και όχι του ισχύοντος κανονισμού, είναι δικαιολογημένη, αφού σχετίζεται με αντικειμενικούς λόγους, όπως είναι η ανάγκη ορθολογικότερης οργανώσεως της επιχειρήσεως, Επομένως το Εφετείο με την προαναφερόμενη κρίση του παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ισχύοντος και του προΪσχύσαντος ΓΚΠ/ΟΤΕ, καθώς και του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και κατά συνέπεια, είναι βάσιμοι οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττονται αντίστοιχα η κύρια και η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6803/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Noεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ