Legislator Case Law & Legislation
2248/2009 AI generated

2248/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2248/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο η από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, όπως και για επαναπρόσληψη, η οποία θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος, προκειμένου να λάβει το μισθό του χωρίς να εργαστεί, με πρόθεση να αποκομίσει αδικαιολόγητη ωφέλεια, με ζημία του εργοδότη του, αποφεύγει αδικαιολόγητα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας, την οποία δύναται με ευχέρεια ν΄ ανεύρει σε άλλον εργοδότη, διότι η συνδρομή των όρων του άρθρου 281 Α.Κ. κρίνεται ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για τις συγκεκριμένες περιόδους, χωρίς το θέμα αυτό να είναι και προδικαστικό για τις τότε επίδικες και τις αξιώσεις μεταγενεστέρου χρόνου.

Legislator headnote

AI generated

2248/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κρίνεται ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για τις συγκεκριμένες περιόδους, χωρίς το θέμα αυτό να είναι και προδικαστικό για τις τότε επίδικες και τις αξιώσεις μεταγενεστέρου χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ότι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην Πάτρα κατά το έτος 1975, ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από το ΚΤΕΛ Ν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2248 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο η από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, όπως και για επαναπρόσληψη, η οποία θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος, προκειμένου να λάβει το μισθό του χωρίς να εργαστεί, με πρόθεση να αποκομίσει αδικαιολόγητη ωφέλεια, με ζημία του εργοδότη του, αποφεύγει αδικαιολόγητα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας, την οποία δύναται με ευχέρεια ν΄ ανεύρει σε άλλον εργοδότη, διότι η συνδρομή των όρων του άρθρου 281 Α.Κ. κρίνεται ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για τις συγκεκριμένες περιόδους, χωρίς το θέμα αυτό να είναι και προδικαστικό για τις τότε επίδικες και τις αξιώσεις μεταγενεστέρου χρόνου.

Αριθμός 2248/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας - Ανώνυμη Μεταφορική, Τουριστική και Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 566/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1023/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο το δικαστικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα καλύπτει, όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα (την έννομη σχέση που διαγνώστηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου).

Αυτά ισχύουν και όταν η τελεσιδίκως διαγνωσθείσα έννομη σχέση αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης (μεταγενέστερης) επίδικης αξιώσεως. Ειδικότερα, όταν από το μισθωτό ζητούνται μισθοί υπερημερίας ή ασκείται δικαίωμα για την επαναπρόσληψη του, εξαιτίας ακυρότητας της καταγγελίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, όπως για την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και την υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, καθώς και ως προς τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΚΠολΔ και που είναι ανατρεπτικές της υπερημερίας, όπως η επαναπρόσληψη του μισθωτού ή δήλωση του εργοδότη ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως.

Δεν καλύπτεται όμως από το δεδικασμένο η από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, όπως και για επαναπρόσληψη, η οποία θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος, προκειμένου να λάβει το μισθό του χωρίς να εργαστεί, με πρόθεση να αποκομίσει αδικαιολόγητη ωφέλεια, με ζημία του εργοδότη του, αποφεύγει αδικαιολόγητα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας, την οποία δύναται με ευχέρεια ν' ανεύρει σε άλλον εργοδότη, διότι η συνδρομή των όρων του άρθρου 281 Α.Κ.

κρίνεται ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για τις συγκεκριμένες περιόδους, χωρίς το θέμα αυτό να είναι και προδικαστικό για τις τότε επίδικες και τις αξιώσεις μεταγενεστέρου χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ότι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην Πάτρα κατά το έτος 1975, ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από το ΚΤΕΛ Ν.

Αχαϊας, στη νομική θέση του οποίου υπεισήλθε κατά το έτος 2003 η αναιρεσίβλητη, ως εφεδρικός οδηγός λεωφορείων ενταγμένων στη δύναµή του. Κατά τα μέσα Μαΐου του έτους 1986 το ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας περιόρισε την απασχόλησή του και τις αποδοχές του και έτσι επέφερε μονοµερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, την οποία (μεταβολή) δεν αποδέχτηκε, µε αποτέλεσµα το ΚΤΕΛ Ν.

Αχαΐας να περιέλθει σε υπερηµερία ως προς την αποδοχή της εργασίας αυτού (αναιρεσείοντος) και την καταβολή των μισθών υπερηµερίας. Με την 563/1987 τελεσίδικη απόφαση του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου, κρίθηκε ότι το ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας περιήλθε σε υπερηµερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε να του καταβάλει τους μισθούς υπερηµερίας για το χρονικό διάστημα από τον lούνιο του έτους 1986 μέχρι το Σεπτέµβριο του ίδιου έτους.

Μετά από αλλεπάλληλες αγωγές του τελευταίου έχουν επιδικαστεί σ' αυτόν οι μισθοί υπερηµερίας, για τελευταία φορά δε του επιδικάστηκαν για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 1991 μέχρι το Μάιο του έτους 1992 µε την 1068/1992 απόφαση του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου, η οποία όμως εξαφανίστηκε, μετά την ευδοκίμηση της έφεσης του ΚΤΕΛ Ν.

Αχαϊας, µε την 151/1993 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Με την 1020/1994 απόφαση του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου, η οποία έχει τελεσιδικίσει, απορρίφθηκε η από 14-7-1994 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή των μισθών υπερηµερίας από το Μάιο του έτους 1992 μέχρι το Σεπτέµβριο του έτους 1994, λόγω της ευδοκίµησης της ένστασης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώµατός του, την οποία προέβαλε το εναγόµενο.

Περαιτέρω, µε την 331/1997 απόφαση του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε, λόγω της ευδοκίµησης της ίδιας ένστασης, η από 15-9-1996 αγωγή του εκκαλούντος, µε την οποία ο τελευταίος είχε ζητήσει να αναγνωριστεί ότι το εναγόµενο µε αυτήν ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας του οφείλει τους μισθούς υπερηµερίας του χρονικού διαστήµατος από τον Οκτώβριο του έτους 1994 (προφανώς) μέχρι το Δεκέµβριο του έτους 1996 και να υποχρεωθεί το εναγόµενο να αποδέχεται την εργασία του.

Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών άσκησε την από 30-7-1997 έφεσή του, η οποία απορρίφθηκε, ως αβάσιµη κατ' ουσίαν, µε τη 239/1998 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Με την απόφαση αυτήν έγινε δεκτό ότι η άσκηση του δικαιώµατος του εκκαλούντος τόσο για καταβολή των μισθών υπερηµερίας του χρονικού διαστήµατος από τον Οκτώβριο του έτους 1994 μέχρι το Δεκέµβριο του έτους 1996 όσο και για την επαναπρόσληψη του αναιρεσείοντος, δηλαδή την αποδοχή της εργασίας αυτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονοµικό σκοπό αυτού (δικαιώµατος) και, συνεπώς, είναι καταχρηστική.

Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι µε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτό ότι το ουσιαστικό ζήτηµα της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης, που έχει υπεισέλθει στη νοµική θέση του ΚΤΕΛ Ν. Αχαϊας, να απασχολεί τον αναιρεσείοντα έχει κριθεί τελεσίδικα µε τις προαναφερόµενες αποφάσεις 331/1997 του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου και 239/1998 του εν λόγω Εφετείου, το οποίο δέχτηκε ότι πράγµατι η προαναφερόµενη υπ' αριθµ. 239/1998 απόφασή του παράγει δεδικασµένο ως προς το δικαίωµα του αναιρεσείοντος για αποδοχή από την αναιρεσίβλητη της εργασίας του, εφόσον το σχετικό αίτηµα απορρίφθηκε τελεσίδικα, µε την ένδικη δε αγωγή του επαναφέρει το ίδιο αίτηµα, ανάµεσα στους ίδιους διαδίκους, µε την ίδια ιδιότητα, χωρίς την επίκληση πραγµατικών περιστατικών που να υπάγονται σε διαφορετικό κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε και ότι α)οι αποφάσεις 331/1997 του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 239/1998 του ίδιου Εφετείου αφορούν όχι µόνο το ζήτηµα των αποδοχών υπερηµερίας του αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστηµα από τον Οκτώβριο του έτους 1994 µέχρι το Δεκέµβριο του έτους 1996, αλλά και το ζήτηµα της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για την αποδοχή της εργασίας του αναιρεσείοντος και β) το δεύτερο από τα αιτήµατα της από 15-9-1996 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 331/1997 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δεν θεµελιώθηκε µόνο στη διάταξη του άρθρου 648 του ΑΚ, αλλά και σ' εκείνη του άρθρου 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982 και, συνεπώς, δεν διαφοροποιείται η νομική βάση της ένδικης από 15-12-2003 αγωγής του αναιρεσείοντος, έναντι εκείνης (νομικής βάσης) της από 15-9-1996 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόµενη 331/1997 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Πατρών και έτσι δεν ανατρέπεται η ταυτότητα της νομικής αιτίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η από τον αναιρεσείοντα άσκηση της νέας ένδικης αγωγής από 15-12-2003 προσκρούει στο δεδικασμένο που προκύπτει από την ως άνω υπ' αριθ. 239/1998 απόφαση του, με την οποία επικυρώθηκε η εκκληθείσα υπ' αριθ. 331/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και ακολούθως απέρριψε τον μεν λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ως αβάσιμο, την δε έφεση ως κατ' ουσία αβάσιμη και επικύρωσε την 566/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, λόγω δεδικασμένου.

Έτσι όμως κρίνοντας το Εφετείο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο προκλήθηκε από τις παραπάνω αποφάσεις, ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για την επαναπρόσληψη του από την αναιρεσίβλητη και την απασχόληση του ως εφεδρικού οδηγού και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 του ΚΠολΔ, την οποία προβάλλει ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1023/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια(1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ