Legislator Case Law & Legislation
2247/2013 AI generated

2247/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2247/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά ή δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.

Legislator headnote

AI generated

2247/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009, ως προς την διάταξη του άρθρου 48 § 3 του ν.δ. 496/1974 που προβλέπει διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων ΝΠΔΔ κατ' αυτών (ΑΕΔ 1/2012).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2247 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2247/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Ι., 2) Ε. Π. του Σ., 3) Π. Π. του Σ., 4) Ν. - Τ. Ρ., 5) Έ. Σ. του Ι., 6) Χ. Σ. του Π., 7) Χ. Σ. του Π., 8) Β. Σ. του Α., 9) Α. Σ. του Δ., 10) Κ. Σ. του Δ., 11) Ε. Σ. του Α., 12) Χ. Σ. του Α., 13) Θ. Σ. του Χ., 14) Ά. Σ. του Δ., 15) Η. Σ. του Δ., 16) Ε. Σ. του Β., 17) Ν. Σ. του Κ., 18) Δ. Σ. του Χ., 19) Χ. Σ. του Α., 20) Ε. Σ. του Σ., 21) Χ. Σ. του Θ., 22) Ι. Σ. του Π., 23) Ε. Σ. του Α., 24) Κ. Σ. του Ε., 25) Κ. Σ. του Δ., 26) Π. Σ. του Ε., 27) Γ. Σ. του Κ., 28) Ε. Τ. του Ν., 29) Σ. Τ. του Ε., 30) Γ. Τ. του Ν., 31) Ό. Τ. του Ε., 32) Α. Τ. του Δ., 33) Γ. Τ. του Κ., 34) Κ. Τ. του Α., 35) Ε. Τ. του Ι., 36) Π. - Μ. Τ. του Ε., 37) Ν. Τ. του Σ., 38) Ε. Τ. του Ε., 39) Μ. Τ. του Δ., 40) Α. Τ. του Γ., 41) Μ. Τ. του Γ., 42) Θ. Τ. του Γ., 43) Κ. Υ. του Β., 44) Α. - Δ. Φ. του Φ., 45) Ε. Φ. του Γ., 46) Ά. Φ. του Β., 47) Χ. Φ. του Ε., 48) Μ. Χ. του Δ., 49) Α. Χ. του Σ., 50) Ε. Χ. του Ν., 51) Α. Χ. του Δ., 52) Α. Χ. του Ι., 53) Ε. Χ. του Χ., 54) Τ. Χ. του Π., 55) Μ. Χ. του Γ., 56) Ε. Χ. του Π., 57) Ε. Ψ. του Δ. και 58) Α. Ψ. του Ν., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 3ου, 10ης, 13ης, 16ης, 20ης, 21ης, 22ης, 30ης, 31ης, 33ου, 44ης, 45ης, 52ης, 53ης και 58ης των αναιρεσειόντων, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις..

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Παιδείας, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Ευθυμία Γκαράνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Τ. Χ. του Σ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6134/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 28-12-2012 έκθεση της Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά ή δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.

Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολιπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.

Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 23/96 και 4/94). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παραστάσεώς του κατ' αυτήν.

Τέλος, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται καν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως) ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς λοιπούς".

Στην κρινόμενη υπόθεση, η αίτηση για αναίρεση της 6134/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσδιορίστηκε, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 8ης-1-2013, κατά την οποία, όλοι οι αναιρεσείοντες, φέρονται να εμφανίζονται ως εκπροσωπούμενοι, από τη δικηγόρο Φωτεινή Δερμιτζάκη, ενώ δεν εμφανίστηκε το Ελληνικό Δημόσιο.

Με αίτημα της φερόμενης ως δικηγόρου τους, αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τις 17-9-2013. Στη δικάσιμο αυτή, φέρονται και πάλι οι αναιρεσείοντες να εμφανίζονται, με την ίδια ως άνω δικηγόρο και να υποβάλουν αίτημα αναβολής, το οποίο και ικανοποιήθηκε, ενώ προσδιορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (19-11-2013).

Κατά την τελευταία δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, δεν παρέστησαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 3ος, 10η, 13η, 16η, 20η, 21η, 22η, 30η, 31η, 33ος, 44η, 45η, 52η, 53η και 58η των αναιρεσειόντων, ενώ παρέστη το αναιρεσίβλητο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, της Παρέδρου του Ν.Σ.Κ.

Ευθυμίας Γκαράνη. Ωστόσο, από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρος των ως άνω απολιπόμενων αναιρεσειόντων, με ενέργειες της οποίας επισπεύθηκε και προσδιορίστηκε για συζήτηση η υπόθεση στην αρχική δικάσιμο, αλλά και κατά τη δικάσιμο της 17-9-2013, κατά τις οποίες εκπροσώπησε τους αναιρεσείοντες αυτούς, διέθετε την αναγκαία προς τούτο πληρεξουσιότητα.

Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσείοντες θεωρούνται δικονομικά απόντες, κατά την αρχική δικάσιμο και παράλληλα δεν προκύπτει έγκυρη για τη δικάσιμο αυτή επίσπευση της υπόθεσης, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τις μετ' αναβολή δικασίμους δεν μπορεί να ισχύσει ως κλήτευση αυτών και συνακόλουθα έπρεπε αυτοί να κλητευθούν, για τις νέες δικασίμους, ενέργεια όμως που δεν αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε επικαλούνται ότι προέβησαν κάποιος των λοιπών ομοδίκων τους ή το αναιρεσίβλητο.

Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, όσον αφορά τους απολιπόμενους αναιρεσείοντες και στη συνέχεια, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση για τους λοιπούς, νομίμως, παριστάμενους διαδίκους. 2.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου" συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να χειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 3, 4/2007).

Εξάλλου ο ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 119 αυτού από 1-1-1996, ορίζει ως προς την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, επαναλαμβάνοντας, κατ' αρχήν, παρόμοιες ρυθμίσεις, που περιείχοντο στο ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", στο άρθρο 86 παρ. 2 ότι "1... 2.

Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου... παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη". 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που αφορά σε περιοδικές παροχές... παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής".

Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος ορίζει στο άρθρο 90 ότι "1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2... 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995, προκύπτει ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτού στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξ αιτίας παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για την θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων, υπόκεινται σε διετή παραγραφή.

Η προβλεπομένη από την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995), για τις ως άνω μισθολογικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, όσο και από τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 86 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο), αλλά και από τον χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του μεγάλου ύψους των σχετικών απαιτήσεων συνολικά, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών που ανακύπτουν με την άσκηση αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό.

Έτσι ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.

Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009, ως προς την διάταξη του άρθρου 48 § 3 του ν.δ. 496/1974 που προβλέπει διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων ΝΠΔΔ κατ' αυτών (ΑΕΔ 1/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις κατά της 42/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, απέρριψε έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως αυτής, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή τους, απορρίπτοντας όμως το αίτημά τους για την επιδίκαση επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας για το πριν της 30-12-2003 χρονικό διάστημα λόγω παρελεύσεως της προβλεπόμενης από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετούς παραγραφής (κοινοποίηση αγωγής 30-12-2005).

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με το μοναδικό, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της, με το οποίο έκρινε ότι, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 4 § 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α. του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, και των άρθρων 2 παρ. 3α και β, παρ. 1, 14 και 26 του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, η αξίωσή τους, για επιδίκαση του ως άνω επιδόματος για το χρονικό διάστημα πριν την 30-12-2003 έχει υποκύψει, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/ 1995 στη διετή παραγραφή και απέρριψε κατά τούτο την αγωγή για το λόγο αυτό.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2362/1995 και γι' αυτό ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τις περί του αντιθέτου αναφερθείσες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, η δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων, ως ηττώμενων διαδίκων, μειωμένη, όμως, κατ' άρθρο 22 ν. 3693/ 1957, αφού στη δίκη μετέχει το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τους 3ο, 10η, 13η, 16η, 20η,21η, 22η, 30η, 31η, 33ο, 44η, 45η, 52η, 53η και 58η των αναιρεσειόντων.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, για τους πιο πάνω αναφερόμενους αναιρεσείοντες.

Απορρίπτει, όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους, την από 10-2-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 6134/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος των παρισταμένων αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ