2247/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1331/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή τους ως και τους από 1 Οκτωβρίου 2009 προσθέτους επ' αυτής λόγους αναίρεσης.
Legislator headnote
AI generated2247/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα ηλεκτρικά στοιχεία των συσκευών ηλεκτροσυγκολλήσεων με οποιαδήποτε τάση θεωρούνται επικίνδυνα από άποψη ηλεκτροπληξίας και πρέπει να λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα μέτρα προστασίας, για τη διεξαγωγή των εργασιών συγκόλλησης (αρθρ. 6§1 και 4). Τα δάπεδα εργασίας πρέπει να διατηρούνται καθαρά, να έχουν τέτοια διάταξη και κλίση ώστε να μη λιμνάζουν ύδατα ... (αρθρ. 7§1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2247 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2247/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Εμμανουήλ Δρανδάκη και Νικόλαο Αντωνιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3.Ψ3 και 4. Ψ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πελέκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1331/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή τους ως και τους από 1 Οκτωβρίου 2009 προσθέτους επ' αυτής λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 5 Μαΐου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-2-2009 αίτησης αναίρεσης ως και την από 9-10-2009 έκθεση επί του δικογράφου προσθέτων λόγων με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψή τους.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1964). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάση των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, έστω και αν συνδέονται με διδάγματα της κοινής πείρας, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του αριθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1989/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη, η οποία (αρχή) σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, του επιβάλλει να επιχειρήσει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποφυγή της ζημίας.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση αξιώσεως αποζημιώσεως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ): α) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και β) επέφερε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Και η μεν κρίση (α) περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση (β) του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).
Περαιτέρω, εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' αρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 25/1994, ΑΠ 808/2004, ΑΠ 1125/1993). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1507/2005 και ΑΠ 306/2005).
Αναφορικά με τις προδιαγραφές ασφάλειας και τους όρους εργασίας των απασχολουμένων σε εργασίες συγκόλλησης, έχει εκδοθεί το π.δ. 95/1978 "περί μέτρων υγιεινής και ασφαλείας των απασχολουμένων εις εργασίας συγκολλήσεων" στο οποίο ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Οι συσκευές ηλεκτροσυγκόλλησης και τα παρελκόμενά τους πρέπει να διατηρούνται σε άριστη κατάσταση, ελέγχονται και συντηρούνται τακτικά και επιμελώς από ειδικό πρόσωπο.
Τα ηλεκτρικά στοιχεία των συσκευών ηλεκτροσυγκολλήσεων με οποιαδήποτε τάση θεωρούνται επικίνδυνα από άποψη ηλεκτροπληξίας και πρέπει να λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα μέτρα προστασίας, για τη διεξαγωγή των εργασιών συγκόλλησης (αρθρ. 6§1 και 4). Τα δάπεδα εργασίας πρέπει να διατηρούνται καθαρά, να έχουν τέτοια διάταξη και κλίση ώστε να μη λιμνάζουν ύδατα ... (αρθρ. 7§1).
Το ποσοστό υγρασίας, ιδίως σε εργασίες ηλεκτροσυγκόλλησης, πρέπει να περιορίζεται στα κατώτατα δυνατά όρια (αρθρ. 8§1). Η εκτέλεση εργασιών συγκόλλησης πρέπει να ανατίθεται σε άτομα που έχουν τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα που προβλέπονται από το νόμο. Πριν από την έναρξη οποιασδήποτε εργασίας συγκόλλησης οι χειριστές των κατά περίπτωση συσκευών πρέπει να ελέγχουν αυτές και τα παρελκόμενά τους για τη διαπίστωση τυχόν βλάβης, φθοράς ή διαρροής (αρθρ. 9§1 και 3).
Αυτοί που απασχολούνται σε εργασίες ηλεκτροσυγκολλήσεων πρέπει να εφοδιάζονται με κατάλληλες στολές εργασίας, δερμάτινο περίζωμα (εμπροσθέλλα), ειδικές προσωπίδες, δερμάτινες περικνημίδες (γκέτες), χειρόκτια και κάλυμμα κεφαλής (σκούφο). Τα προαναφερόμενα προστατευτικά μέσα πρέπει να χορηγούνται για κάθε θέση εργασίας, τόσο στο χειριστή και το βοηθό αυτού όσο και στους τυχόν μαθητευόμενους (αρθρ. 10§1).
Κάθε παράβαση των παραπάνω διατάξεων τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. ΓπΝΔ/1911 "περί υγιεινής και ασφάλειας των εργατών", όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν από το Β.Δ/γμα της 25-8/5.9.1920 "περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών διατάξεων" και τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2943/1922 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως εργατικών τινών νόμων" (άρθρ.11).
Το δε άρθρο 3 του ν. ΓπΝΔ/1911 ορίζει μεταξύ άλλων τα εξής: Κάθε ... ιδιοκτήτης, τεχνίτης που παραβαίνει τις παραπάνω διατάξεις τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής αυστηρότερων διατάξεων του Ποινικού Νόμου, με χρηματική ποινή και με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες.
Εν προκειμένω με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1331/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Η πρώτη εναγομένη ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητος Ιερά Μονή Μεταμόρφωσης Σωτήρος ... η οποία έχει συσταθεί νομίμως και υπηρετεί δημόσια λειτουργία της Εκκλησίας, έχει στην κυριότητά της μια έκταση 7,5 στρεμμάτων που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ...
Ν. ... Η έκταση αυτή απέχει από τη θάλασσα 172 μέτρα περίπου. Με την υπ' αριθμ. Δπα1/3294/26.7.1993 απόφαση του Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας χορηγήθηκε σ' αυτή άδεια ίδρυσης παιδικής εξοχής στην παραπάνω έκταση, με βάση δε την άδεια αυτή λειτούργησε την παιδική εξοχή κατά τα έτη 1993, 1994, 1995, 1996, 1997, 1998 και 1999, σύμφωνα με ισάριθμες άδειες λειτουργίας που εκδόθηκαν στο όνομά της.
Η εν λόγω εξοχή αποτελείται από επτά οικίσκους - ξενώνες και ένα διώροφο κτήριο. Στον εξοπλισμό της περιλαμβάνεται ακόμη και μια κατασκευή από σιδερένιες οριζόντιες και κάθετες δοκούς συνδεδεμένες μεταξύ τους, στις οποίες επακουμβούν οριζόντιες ξύλινες δοκοί. Η κατασκευή αυτή είναι εμπεπηγμένη στον πυθμένα του θαλάσσιου χώρου, σε απόσταση 19 μέτρων από την ακτή και προορίζεται για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της παιδικής εξοχής, αφού χρησιμοποιείται για διενέργεια καταδύσεων από τους κατασκηνωτές.
Η εναγομένη Μονή στις 2 Ιουλίου 2002, έχοντας πρόθεση να λειτουργήσει την παιδική εξοχή κατά τη θερινή περίοδο, άρχισε την εκτέλεση εργασιών διαρρύθμισης του όλου εξοπλισμού της, ώστε να καταστεί κατάλληλος για την κατά προορισμό χρήση του. Τέτοιες εργασίες θα γίνονταν και στην προαναφερόμενη μεταλλική κατασκευή.
Οι εργασίες αυτές, οι οποίες συνίσταντο ειδικότερα σε συγκολλήσεις των οριζόντιων και κάθετων δοκών μεταξύ τους, θα πραγματοποιούνταν με τη χρήση συσκευής ηλεκτροσυγκόλλησης και λαβίδας ηλεκτροδίου (τσιμπίδας) που είχε στη κυριότητά της η Μονή. Στις 2 Ιουλίου 2002 μέσα στη Μονή εγκαταβιούσε ο δεύτερος εναγόμενος ο οποίος είχε περιβληθεί το μοναχικό σχήμα με το χριστιανικό όνομα Χ.
Ο μοναχός αυτός κατά το καταστατικό της Μονής είχε υποχρέωση να εκτελεί πρόθυμα και χωρίς αντάλλαγμα, ως διακόνημα, κάθε έργο που του ανατίθετο από τον προϊστάμενό του ηγούμενο των μοναχών, ακόμη δε η Μονή χορηγούσε όλα τα αναγκαία μέσα για τη συντήρηση και διαβίωσή του μέσα στο χώρο του κοινοβίου, ως αντάλλαγμα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες.
Κατά τον παραπάνω χρόνο ο τρίτος εναγόμενος, ηγούμενος των μοναχών και υπεύθυνος της Μονής και στα καθήκοντα του οποίου κατά το καταστατικό της Μονής ήταν και ο καθορισμός των δικαιωμάτων εκάστου αδελφού εντός και εκτός της Μονής (αρθρ. 17§1β καταστατικού) ανέθεσε στον εν λόγω μοναχό, ο οποίος δεν είχε άδεια ηλεκτροσυγκολλητή, να κάνει ηλεκτροσυγκολλήσεις στη μεταλλική κατασκευή.
Οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες με αριθμ. πρωτ. ... άδεια βοηθητικού προσωπικού ηλεκτρικών εγκαταστάσεων και υπ' αριθμ. ... άδεια ηλεκτροσυγκολλητή, τις οποίες απέκτησε ο εν λόγω μοναχός, είναι μεταγενέστερες του χρόνου, που προαναφέρθηκε ότι του ανατέθηκε η ηλεκτροσυγκόλληση (2.6.2002) και συνεπώς κατά το χρόνο αυτό δεν είχε άδεια ηλεκτροσυγκολλητή.
Ο μοναχός ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών συγκόλλησης, με βοηθό του τον παθόντα ..., ο οποίος δεν είχε επίσης άδεια ηλεκτροσυγκολλητή. Κατά το χρόνο του παρακάτω ατυχήματος, ο παθών κρατούσε τις σιδερένιες δοκούς ευρισκόμενος μέσα στη θάλασσα, χωρίς κατάλληλη στολή εργασίας (δερμάτινο περίζωμα, δερμάτινες περικνημίδες και γάντια), ενώ ο μοναχός βρισκόταν πάνω στις ξύλινες δοκούς εκτελώντας τις εργασίες συγκόλλησης, με ρεύμα από εφεδρικό ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος (γεννήτρια), το οποίο είχε τοποθετήσει στην ακτή.
Όμως, συνεπεία διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος η οποία προξενήθηκε από φθορά και βλάβη του υλικού φορέα διοχέτευσης του ηλεκτρικού ρεύματος (δια μέσου των καλωδίων και της συσκευής συγκόλλησης μέχρι το σημείο των συγκολλημένων μεταλλικών επιφανειών που κρατούσε ο παθών) ο παθών ... έπαθε ηλεκτροπληξία και εξ αυτής καρδιακή ανακοπή, από την οποία επήλθε ο θάνατός του.
Πρέπει να σημειωθεί ότι τα μηχανήματα με τα οποία γίνονταν η ηλεκτροσυγκόλληση δεν υπήρχαν στον τόπο του ατυχήματος αλλά ούτε και κατασχέθηκαν κατά την ημέρα του δυστυχήματος. Το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια του δεύτερου εναγομένου, προστηθέντος από την εναγομένη Μονή μοναχού και του τρίτου εναγομένου, Ηγούμενου και υπεύθυνου της Μονής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί.
Συνίσταται δε η αμέλειά τους στο ότι δεν προείδαν το ατύχημα γιατί δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται στις συναλλαγές, την οποία κάθε μέσος συνετός άνθρωπος θα κατέβαλε αν βρισκόταν στην ίδια κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που τηρούνται στις συναλλαγές και την κοινή λογική και πείρα και την οποία επιμέλεια αν επιδείκνυαν θα μπορούσαν να προβλέψουν το ατύχημα και να το αποφύγουν.
Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος ανέλαβε το χειρισμό συσκευής ηλεκροσυγκόλλησης, μολονότι δεν ήταν εφοδιασμένος με ειδική άδεια ηλεκτροσυγκολλητή, άρχισε δε να εκτελεί την παραπάνω εργασία χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει την καταλληλότητά της, ώστε να διαπιστώσει αν αυτή και τα παρελκόμενά της είχαν φθορά και βλάβη και να φροντίσει για την αποκατάστασή τους και χωρίς επιπλέον να εφοδιάσει το βοηθό του με την κατάλληλη στολή εργασίας (δερμάτινο περίζωμα, δερμάτινες περικνημίδες και γάντια), ώστε να περιορίσει το ποσοστό υγρασίας στα κατώτατα δυνατά όρια.
Εξάλλου, και ο τρίτος εναγόμενος, με την εκτεθείσα ιδιότητά του, παρέλειψε να κάνει τακτική συντήρηση της συσκευής με εξειδικευμένους τεχνικούς και να άρει τα ελαττώματα που είχαν παρουσιαστεί σ' αυτή, τα οποία την έκαναν επικίνδυνη στη λειτουργία της, επιπροσθέτως δε ανέθεσε την επικίνδυνη αυτή εργασία σε άτομο που δεν ήταν εφοδιασμένο με ειδική άδεια ηλεκτροσυγκολλητή.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το επελθόν αποτέλεσμα - θανάσιμος τραυματισμός του, ... -συνδέεται αιτιωδώς με την επιδειχθείσα από τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους αμέλεια. Αδικοπρακτική ευθύνη για το παραπάνω ατύχημα, εκτός από τους παραπάνω εναγομένους, φέρει, κατ' άρθρο 922 Α.Κ., η πρώτη εναγομένη Ιερά Μονή.
Μεταξύ αυτής και του δευτέρου εναγομένου υφίσταται σχέση πρόστησης δεδομένου ότι είχε το δικαίωμα γενικής διεύθυνσης και επίβλεψης της εργασίας που ανατέθηκε στο μοναχό και συνεπώς έπρεπε να μεριμνήσει για την ασφάλεια του βοηθού του και να ελέγξει εάν διασφαλίζεται η ακίνδυνη γι' αυτόν εκτέλεση της εργασίας.
Επιπλέον η εκτέλεση των εργασιών ηλεκτροσυγκόλλησης στην προαναφερόμενη κατασκευή έγινε προς το σκοπό εξυπηρέτησης των οικονομικών συμφερόντων της εναγομένης Μονής, η οποία και θα ωφελείτο από τη δραστηριότητα του προστηθέντος μοναχού και ως εκ τούτου ευθύνεται για τη ζημιογόνο πράξη που προξένησε ο τελευταίος.
Η εξάρτηση του μοναχού από την εναγομένη Μονή, προκύπτει από το καταστατικό της και την υποχρέωσή του να ενεργεί για την επιτυχία των σκοπών της, οι γενικές οδηγίες της οποίας προς αυτόν αφορούσαν τον τόπο και τους όρους εργασίας του, που έπρεπε να διενεργηθεί γι' αυτήν με την χρησιμοποίηση των μηχανολογικών και λοιπών εγκαταστάσεών της και τη χορήγηση των κατάλληλων μέσων από αυτήν.
Ο θανάσιμος, εξάλλου, τραυματισμός του παθόντος προκλήθηκε επ' ευκαιρία της προαναφερόμενης υπηρεσίας, στην οποία η εναγομένη Μονή προέστησε το μοναχό, μεταξύ δε της προαναφερόμενης ζημιογόνου συμπεριφοράς αυτού και της εκ μέρους της εναγομένης πρόστησης τούτου υπήρχε εσωτερική συνάφεια, αφού εκείνη δεν θα γινόταν χωρίς αυτήν.
Ο ισχυρισμός αυτής ότι ο εναγόμενος μοναχός ενήργησε αυτοβούλως, χωρίς καμία ανάθεση εκ μέρους του υπεύθυνου της Μονής, δεν αποδείχθηκε. Ακόμη, εφόσον αποδείχθηκε, ότι το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του Ηγουμένου που είναι, σύμφωνα με το άρθρο 6 του καταστατικού της Μονής, νόμιμος εκπρόσωπός της, δηλαδή καταστατικό της όργανο και η αμέλειά του έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί από το καταστατικό υπάρχει ευθύνη αυτής και κατ' άρθρο 71 Α.Κ.
Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Δεν βαρύνεται ο θανών με οποιαδήποτε βαθμού συνυπαιτιότητα για την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και ειδικότερα ότι γνώριζε τους κινδύνους και τους αποδέχθηκε και τούτο διότι ήταν εντελώς άπειρος σχετικά με τις ηλεκτροσυγκολλήσεις καθόσον ασκούσε το επάγγελμα του εκπαιδευτικού μέσης εκπαίδευσης με την ειδικότητα του μουσικού, και οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων παρέλειψαν να τον ενημερώσουν για τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν για την ασφαλή εκτέλεση των επικίνδυνων εργασιών ηλεκτροσυγκόλλησης και την ύπαρξη άμεσου και σοβαρότατου κινδύνου ηλεκτροπληξίας.
Δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι στο θάνατό του συνέβαλε η πάθηση από την οποία έπασχε, "του συνδρόμου προδιέγερσης με παροξυσμική υπερκοιλιακή ταχυκαρδία", συνεπεία της οποίας κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση στις 14.10.1985 (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του διευθυντή του Στρατολογικού Γραφείου ...).
Ειδικότερα, στην υπ' αριθμ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής των ιατρών ... και ..., ιατρών του Νοσοκομείου ..., που συντάχθηκε με αφορμή το θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος, αναφέρεται, ότι επί του προσθίου θωρακικού τοιχώματος αριστερά παρατηρούνται εξωτερικές κακώσεις ως επί ηλεκτρικού εγκαύματος (πιθανή πύλη εισόδου του ηλεκτρικού ρεύματος), ότι από την νεκροτομική εξέταση κοιλίας, θώρακος και κρανίου δεν ανευρέθηκαν παθολογικά ευρήματα σχετιζόμενα με την αιτία θανάτου και συμπεραίνεται, ότι πρόκειται περί βιαίου θανάτου από καρδιακή ανακοπή οφειλόμενη σε ηλεκτροπληξία.
Από το περιεχόμενο αυτό της εν λόγω έκθεσης συνάγεται ότι η ανωτέρω πάθηση του θανόντος δεν συνετέλεσε στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του, ούτε άλλωστε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάτι τέτοιο και όσα αντίθετα ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι με τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Μετά τα παραπάνω οι σχετικοί ισχυρισμοί των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στο θάνατό του πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Κρίνοντας τα ίδια παραπάνω η εκκαλουμένη ως προς τους πιο πάνω ισχυρισμούς - ενστάσεις συνυπαιτιότητας του θανόντος δεν έσφαλε και ορθά τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν εκτίμησε και απορριπτέοι οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι των υπό κρίση εφέσεων των εναγομένων είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι".
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από τους αριθ. 1 και 11 περ.γ' του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αντίστοιχα: α) της παραβίασης της διάταξης του άρθρου μόνου του π.δ/τος 387/1975, με την οποία ορίζεται ότι "η άδεια ηλεκτροσυγκολλητή β'τάξεως χορηγείται άμα τη κτήσει του αντιστοίχου πτυχίου ηλεκτρολόγου χωρίς να απαιτώνται νέες εξετάσεις ή άλλη διαδικασία", με την κρίση του εφετείου ότι: "η εκ των υστέρων το έτος 2003 δηλαδή μετά το ένδικο ατύχημα του έτους 2002 αποκτηθείσα από τον αναιρεσείοντα άδεια ηλεκτροσυγκολλητή δεν έχει καμία αποδεικτική δύναμη", καίτοι από το έτος 1991 κατείχε πτυχίο ηλεκτρολόγου και β) της μη λήψης υπόψη του πιο πάνω πτυχίου ηλεκτρολόγου που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.
Ο λόγος αυτός στηρίζει το βασικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είχε την αναγκαία εμπειρία ηλεκτροσυγκολλητή γιατί ήταν πτυχιούχους ηλεκτρολόγος. Η ορθή, όμως, κατά νόμο επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης: "ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος μοναχός ανέλαβε το χειρισμό της ειδικής συσκευής ηλεκτροσυγκόλλησης και άρχισε να εκτελεί την παραπάνω εργασία, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει την καταλληλότητά της, ώστε να διαπιστώσει αν αυτή και τα παρελκόμενά της είχαν φθορά και βλάβη και να φροντίσει για την αποκατάστασή τους, και χωρίς επιπλέον να εφοδιάσει το θανόντα βοηθό του με την κατάλληλη στολή εργασίας (δερμάτινο περίζωμα, δερμάτινες περικνημίδες και γάντια) έτσι ώστε να περιορίσει το ποσοστό υγρασίας στα κατώτατα δυνατά όρια, και ότι το ατύχημα οφείλεται σε διαρροή ρεύματος ηλεκτρικού, η οποία προξενήθηκε από φθορά και βλάβη του υλικού φορέα διοχέτευσης του ηλεκτρικού ρεύματος δια μέσου των καλωδίων και της συσκευής συγκόλλησης μέχρι το σημείο των συγκολλημένων μεταλλικών επιφανειών που κρατούσε ο παθών ..., που έπαθε ηλεκτροπληξία και εξ αυτής καρδιακή ανακοπή, από την οποία επήλθε ο θάνατός του, ενώ κρατούσε τις σιδερένιες δοκούς ευρισκόμενος μέσα στη θάλασσα χωρίς κατάλληλη στολή εργασίας (δερμάτινο περίζωμα, δερμάτινες περικνημίδες και γάντια) και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση από τον αναιρεσείοντα για τους πιο πάνω κινδύνους", στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για την ατομική ευθύνη του αναιρεσείοντος, ώστε η πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ότι "ο αναιρεσείων χειριστής της επικίνδυνης συσκευής εστερείτο της απαιτούμενης άδειας χειριστή" "αλυσιτελώς πλήττεται με τους ίδιους λόγους αναίρεσης καθόσον αφορά επίσης τη θεμελίωση της αγωγικής ατομικής ευθύνης του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι την οποία (πρωτόδικη απόφαση) στη συνέχεια εξαφάνισε κατά παραδοχή της αντίθετης έφεσης των αναιρεσιβλήτων μόνο ως προς το ύψος των επιδικασθέντων ποσών λόγω χρηματικής ικανοποίησης και επίδικα σε μεγαλύτερα ποσά, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297, 298, 922, 71, 300 Α.Κ.
και των πιο πάνω ειδικών διατάξεων, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και την έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανόντος πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαίτιας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της κατ' αιτιώδη συνάφεια προς αυτήν επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και συνακόλουθα την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και συνάμα την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για συνυπαιτιότητα του θανόντος.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο κατά το άλλο μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και των ειδικότερων διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους ίδιους κατά πρώτο και δεύτερο λόγους, κατά το άλλο μέρος τους, του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξ άλλου οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα ζητήματα, περί των οποίων και οι ανωτέρω πάνω αιτιολογίες της προσβαλλομένης: "α) ότι η ένδικη συσκευή ηλεκτροσυγκόλλησης ανήκε στην Ιερά Μονή όπου εγκαταβιούσε ο αναιρεσείων, και όχι στον τελευταίο, β) ότι στις εργασίες ηλεκτροσυγκόλλησης ο αναιρεσείων χρησιμοποιούσε ως βοηθό τον θανόντα συγγενή των αναιρεσιβλήτων, ύστερα από πρωτοβουλία του ηγουμένου της Ιεράς Μονής γ) ότι ο θανών έπαθε ηλεκτροπληξία κατά τη διάρκεια παροχής της πιο πάνω βοηθητικής εργασίας, δ) ότι το ένδικο ατύχημα προήλθε από φθορά των ηλεκτροφόρων καλωδίων, ε) ότι ο παθών δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά θεμελιούσα συνυπαιτιότητά του, και δεν συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη θανάτωσή του", και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με τις πιο πάνω παραδοχές και με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται, κατά τον αναιρεσείοντα, σε αντίθεση με το εν γένει αποδεικτικό υλικό, είναι απορριπτέοι (οι λόγοι) ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, και: "α) ότι η ένδικη συσκευή ηλεκτροσυγκόλλησης ανήκε στην Ιερά Μονή όπου εγκαταβιούσε ο αναιρεσείων, και όχι στον τελευταίο, β) ότι στις εργασίες ηλεκτροσυγκόλλησης ο αναιρεσείων χρησιμοποιούσε ως βοηθό τον θανόντα συγγενή των αναιρεσιβλήτων, ύστερα από πρωτοβουλία του ηγουμένου της Ιεράς Μονής, γ) ότι ο θανών έπαθε ηλεκτροπληξία κατά τη διάρκεια παροχής της πιο πάνω βοηθητικής εργασίας, δ) ότι το ένδικο ατύχημα προήλθε από φθορά των ηλεκτροφόρων καλωδίων, ε) ότι ο παθών δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά θεμελιούσα συνυπαιτιότητά του, και δεν συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη θανάτωσή του".
Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος τους, κρίνονται αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολομ.
Α.Π. 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ήδη αναιρεσίβλητοι με αναφορά ρητή στο πόρισμα της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης (σελ 12 της αγωγής) ιστορούσαν ότι: "η θανατηφόρα διαρροή του ρεύματος οφείλεται είτε σε κακή χρήση της συσκευής ηλεκτροσυγκόλλησης, είτε σε φθαρμένα καλώδια, είτε σε βλάβη ή φθορά των χρησιμοποιηθέντων συσκευών".
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ότι "το ένδικο θανατηφόρο ατύχημα προκλήθηκε από διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος η οποία προξενήθηκε από φθορά και βλάβη του υλικού φορά διοχέτευσης του ηλεκτρικού ρεύματος στη συσκευή ηλεκτροσυγκόλλησης". Επομένως, με την άνω παραδοχή του το Εφετείο έλαβε υπόψη γεγονότα αναφερόμενα στην αγωγή και συνακόλουθα δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του, είναι αβάσιμος.
ΙV. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) Ολ.
Α. Π. 8/2005. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το άλλο μέρος από τον αριθμό 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε κατά την εφαρμογή της διάταξης του αρθ. 300 του Α.Κ. το δίδαγμα της κοινής πείρας ως προς τη δυνατότητα του θανόντος ως μέσου ανθρώπου να γνωρίζει ότι ο ηλεκτρισμός κατά την εκτέλεση ηλεκτροσυγκόλλησης εγκυμονεί κινδύνους, με το να δεχθεί (το Εφετείο) ότι ήταν αναγκαία η ύπαρξη σχετικής ενημέρωσης προς το θανόντα εκ μέρους του αναιρεσείοντος για τους κινδύνους πριν από κάθε ενέργειά του.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προβάλλεται, αφορά παραβίαση του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. V. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν, όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: α) Την κατάθεση του μοναχού ... στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και β) την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων για την απόδειξη του πραγματικού περιστατικού ότι ο θανών υπήρξε αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος, του θανάσιμου περιστατικού, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλες τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τις πιο πάνω ένορκες καταθέσεις για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από την διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 ε.π του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ. Α.Π. 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος (Α.Π. 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση αναγόμενη σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 413/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση του με την οποία απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον αντίστοιχο λόγο της έφεσής του ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος επήλθε από καρδιολογικά προβλήματά του (θανόντος), στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθμ. ...
ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής των ιατρών ... και ... Προβάλλει ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, όπου αναφέρεται "ότι από την νεκροτομική εξέταση κοιλίας θώρακος και κρανίου δεν ανευρέθησαν παθολογικά ευρήματα σχετιζόμενα με αιτία θανάτου" με το να δεχθεί (το Εφετείο) ότι από το ίδιο έγγραφο αποδεικνύεται ότι το καρδιολογικό πρόβλημα του θανόντος δεν συντέλεσε στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου, αφού κατά τη νεκροτομή δεν έγινε παθολογοανατομική εξέταση της καρδιάς και των αγγείων.
Υπό αυτά, όμως, τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι συνεπεία της διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία προξενήθηκε από φθορά ή βλάβη του υλικού φορέα διοχέτευσης του ηλεκτρικού ρεύματος δια μέσου των καλωδίων και της συσκευής συγκόλλησης, ο παθών ...
έπαθε ηλεκτροπληξία και εξ αυτής καρδιακή ανακοπή από την οποία επήλθε ο θάνατός του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ, πρώτος, κατά το ένα μέρος του, λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Πέραν, βέβαια του ότι ο αναιρεσείων με την αιτίαση αυτή αποδίδει στο Εφετείο, απαραδέκτως, εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα, σχετικά με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου.
Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι ο θάνατος του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων οφείλεται σε παθολογικά αίτια της καρδιάς του, που οδήγησαν και σε απαλλαγή του από την εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεών του, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).
VII. Από την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι με αυτή παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο της ουσίας να επιδικάσει στον παθόντα εξ αδικοπραξίας εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσόν αυτής μετ' εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς τον βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, την έκταση του άλγους του παθόντος, το τυχόν συντρέχουν πταίσμα του, την ηλικία και το φύλο αυτού, την κοινωνική και οικονομική των μερών κατάσταση.
Τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, όπως, προκειμένου περί ψυχικής οδύνης, η ηλικία του θανατωθέντος και των μελών της οικογένειάς τους, ο στενός δεσμός που διατηρούσαν, ο βαθμός του πταίσματος του αδικοπρακτήσαντος, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών κλπ., δύνανται να προκύψουν από τις αποδείξεις.
Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ.
ΑΠ 13/2002, 8/2005). Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ των εναγόντων αναιρεσιβλήτων, ως ανηκόντων στην οικογένεια του θύματος με τις ακόλουθες παραδοχές: "Ο θανών κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 42 ετών και ασκούσε το επάγγελμα του εκπαιδευτικού μέσης εκπαίδευσης με την ειδικότητα του μουσικού.
Ήταν νόμιμο τέκνο του πρώτου και της δευτέρας των εναγόντων και αδελφός των λοιπών εναγόντων (τρίτης και τετάρτου). Μεταξύ των εναγόντων και του θανόντος υπήρχε στενός συναισθηματικός δεσμός. Όλοι οι ενάγοντες δοκίμασαν μεγάλο ψυχικό πόνο από το θάνατό του και γι' αυτό, ως μέλη της οικογενείας του, δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης προς ηθική τους παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση, το εύλογο ποσό της οποίας, ενόψει, α) των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, β) το βαθμό του πταίσματος του δευτέρου και του τρίτου των εναγομένων, γ) την κατά το χρόνο του ατυχήματος ηλικία του θανόντος (42 ετών) και δ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών (εναγόντων, πρώτης δεύτερου και τρίτου των εναγομένων , από τους οποίους οι ενάγοντες γονείς είναι συνταξιούχοι, η δε πρώτη εναγομένη μονή έχει ακίνητη περιουσία στην οποία περιλαμβάνεται και ένα συνεδριακό κέντρο με έτος κατασκευής 1996 προϋπολογισμού δαπάνης τότε 629.100.000 δραχμών), πρέπει να ορισθεί, για καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες (γονείς) σε 70.000 ευρώ και για καθένα από τους λοιπούς (αδελφούς) σε 45.000 ευρώ.
Στα ποσά αυτά δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 10 ευρώ ως προς το οποίο καθένας από τους ενάγοντες επιφυλάχθηκε για να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο Ποινικό Δικαστήριο". Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αδικοπραξίας, της χρηματικής ικανοποίησης και της οικογένειας και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται πλέον ειδικότερα η κοινωνική και οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος από το γεγονός ότι ως μοναχός είναι ακτήμων, αφού αρκούσε η παραδοχή της απόφασης ότι είναι μοναχός.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά την σ' αυτόν, κατά το άλλο μέρος του, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης υπέρ των εναγόντων αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με την οικονομική κατάσταση αλλά και με το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι αδελφοί του θανόντος δεν διέμεναν μαζί του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
VIII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο του κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες προ της συζήτησης της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο απέχοντα επαρκή προθεσμία για την επίδοση και προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη της έκθεσης από τον διορισθέντα Εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης, για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται εκείνη που ορίσθηκε αρχικά κατά την παρ. 2 του άρθρου 568 του Κ.Πολ.Δ από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος, όχι δε και η προσδιορισθείσα μεταγενέστερα ύστερα από αναβολή από την αρχικά προσδιορισθείσα δικάσιμο ή ύστερα από ματαίωση εκείνης (Ολ.
ΑΠ 654/1984, 143/1984, 123/1972). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης από 29-2-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά κόσμο ... ορίστηκε για τη δικάσιμο της 18-5-2009, ενόψει της οποίας κατατέθηκε και η από 5-5-2009 έκθεση του ορισθέντος Εισηγητή Αρεοπαγίτη.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για την εν αρχή της παρούσας σημειούμενη δικάσιμο της 2-11-2009. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του αιτούντος Ιερομόναχου Χ κατά κόσμο ..., που ασκήθηκαν με το από 1 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο που κατατέθηκε αυθημερόν όχι όμως όπως θα έπρεπε τριάντα (30) ημέρες πριν από την αρχική προσδιοριστική δικάσιμο της 18-5-2009 είναι απαράδεκτοι γιατί ασκήθηκαν εκπρόθεσμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-2-2008 αίτηση του Χ, κατά κόσμο ..., και το συνεκδικαζόμενο από 1-10-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1331/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ