Legislator Case Law & Legislation
2247/2008 AI generated

2247/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2247/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Ιωάννη Σίδερη (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου)- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2247/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1565/2002 ΠΧ, ΝΓ, 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ, ΝΑ, 244).

Keywords

AI generated
handwriting sample holographic will forgery of official documents lack of signature inadequate psychiatric report false medical certificate
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2247 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 2247/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Ιωάννη Σίδερη (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου)- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 11753/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και oι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις 10 Σεπτεμβρίου 2007 και 12 Νοεμβρίου 2007 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1987/2007.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κοτζαμάνη με αριθμό 232/8-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, τις αριθμ. 253/10-9-2007 και 257/12-11-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 , η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Σπυρίδωνα Μπακρώζη, δυνάμει της από 9-11-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και 2) Χ2, η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Δουβαρά, δυνάμει της από 9-11-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως, αντίστοιχα, και στρέφονται κατά του αριθμ. 1753/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 130/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, καθώς και το συγκατηγορούμενό τους Χ3, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν οι ήδη αναιρεσείοντες για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση και ο συγκατηγορούμενός τους Χ3 για κακουργηματική πλαστογραφία κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση (άρθρα 13 εδ.

γ, 45, 98, 216 παρ. 1β-3α ΠΚ, όπως το εδ. α της παραγ. 3 του άρθρου 216 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν. 2721/1999).

Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεών των αυτών εξεδόθη το αριθμ. 1753/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ1 την 1-11-2007 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΚΠοινΔ, στη συνέχεια δε επιδόθηκε την 2-11-2007 και στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Σπυρίδωνα Μπακρώζη, στον δεύτερο δε αναιρεσείοντα στις 2-11-2007, οι δε αιτήσεις ασκήθηκαν στις 10-9-2007 και 12-11-2007, αντίστοιχα, ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων Εφετών Αθηνών, συνετάγησαν δε από εκείνη οι αριθμ. 253/10-9-2007 και 257/12-11-2007, αντίστοιχα, εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνονται σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα εκείνοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε.

Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίσθηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (ΑΠ 217/2003 Π.Χρ. ΝΓ, 929, ΑΠ 1224/2001 Π.Χρ., ΝΒ, 426).

Επίσης, κατά τη διάταξη του εδ. α' της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 216 ΠΚ, όπως προστέθηκε στην παράγ. 3 με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικατ. με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν. 2721/1999, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και συγχρόνως υπερβαίνει το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της βαρύτερης μορφής της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του εδαφίου α' της παραγ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ συγχρόνως είναι απαραίτητο να υπερβαίνει το επιδιωκόμενο από αυτόν συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε στην ξένη περιουσία το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ (ΑΠ 2172/2003 σε Συμβούλιο ΠΧ, ΝΔ, 790, ΑΠ 184/2002 σε Συμβούλιο ΠΧ, ΝΒ, 898).

Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1565/2002 ΠΧ, ΝΓ, 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ, ΝΑ, 244).

Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ, ΝΓ, 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ., ΝΒ, 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο Π.Χρ., ΜΖ, 33).

Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τις απολογίες των εκκαλούντων και την απολογία του αρχικά συγκατηγορουμένου τους Ψ1, προέκυψαν τα εξής:

Ο εκκαλών Χ2 ήτο ο κύριος μέτοχος των ασφαλιστικών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΠΕΙΡΑΪΚΗ AΕΓΑ" και "ΒΕΡΓΙΝΑ" αρχικά και εν συνεχεία της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ." με έδρα τας Αθήνας οδός Αναπαύσεως αριθ. 6 εις την οποία είχε την ιδιότητα του Διευθυντή ζημιών. Ο εκκαλών Χ1 ήτο συνεταίρος αυτού εις την εν λόγω εταιρεία και είχε σύμφωνα με το καταστατικό της την ιδιότητα του Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής.

Κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2ΟΟ1 και οι εκκαλούντες επισκέφθηκαν τον αρχικά συγκατηγορούμενό τους Ψ1, με τον οποίον ο Χ2 συνδεόταν φιλικά από πολλών ετών και αφού επικαλέστηκαν πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της εταιρείας τους του ζήτησαν να τους βοηθήσει χορηγώντας τους δάνειο ύψους 42.000.000 δρχ. (123.257,52 Ευρώ).

Ειδικότερα η δυσπραγία αυτή οφειλόταν εις το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη το Υπουργείο Εμπορίου είχε ζητήσει από την εταιρεία τους να συμπληρώσει τα αποθεματικά της καταβάλλοντος σε μετρητά το ποσό των 181.000.000 δραχμών.

Το δάνειο αυτό υποσχέθηκαν να του το επιστρέψουν εντός προθεσμίας 3 μηνών νομιμοτόκως αναλαμβάνοντας ο καθένας την ευθύνην εις ολόκληρον.

Ως εγγύηση δε του ανωτέρω ποσού ο εκκαλών Χ1 θα του παρέδιδε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ανάλογης αξίας τα οποία και θα εξαργύρωνε ο Ψ1 σε περίπτωση μη επιστροφής των χρημάτων.

Πράγματι ο Ψ1 αφού πείσθηκε εις τις διαβεβαιώσεις τους αυτές δέχθηκε να τους βοηθήσει χορηγώντας τους το αιτηθέν ποσόν και προς απόδειξιν της συμφωνίας και εξασφάλιση του δανειστή υπογράφηκε από τον Χ1 η από 12.10.2001 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 εις την οποίαν υποσχόταν να αποδώσει το ποσόν του δανείου το αργότερον έως της 21.1.2002 οπότε και θα του επιστρέφονταν οι τίτλοι, άλλως παραχωρούσε εις τον Ψ1 το δικαίωμα να τους κρατήσει εις την κυριότητα του.

Κατά την λήξη της προθεσμίας εξόφλησης του χορηγηθέντος δανείου οι εκκαλούντες δήλωσαν ότι αδυνατούσαν να επιστρέψουν το ανωτέρω χρηματικό ποσό του δανείου και έτσι ανακοίνωσαν εις τον Ψ1 ότι μπορούσε να προβεί εις την εξαργύρωση των ομολόγων.

Πράγματι την 2.10.2002 ημερομηνία λήξης των ομολόγων ο Ψ1 ενεφάνισε εις το Υποκατάστημα της οδού Σταδίου αριθμ. 24 Τράπεζας Πειραιώς τα υπό στοιχεία ..., ...., ...., ....., ......, ....., ...., ...., .... ομόλογα επταετούς διαρκείας του Ελληνικού Δημοσίου με ημερομηνία έκδοσης την 2.10.1995, ονομαστικής αξίας συνολικά ύψους 123.257,52 Ευρώ (καθενός των 2 πρώτων αξίας 1.000.000 δραχμών και καθενός των υπολοίπων αξίας 5.000.000 δρχ. και συνολικά αξίας 42.000.000 δρχ.), καθώς και τα συνημμένα εις αυτά τοκομερίδια αξίας 7.074,98 Ευρώ.

Ενώ όμως αρχικά η ανωτέρω Τράπεζα αναγνώρισε ως γνήσια τα εν λόγω ομόλογα καταβάλλοντας την αξία τους εις τον Ψ1, εν συνεχεία και αφού απευθύνθηκε εις την αρμόδια Υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδας η οποία και την πληροφόρησε ότι επρόκειτο περί πλαστών ομολόγων καθ' όλα τα στοιχεία τους, τα δε γνήσια είχαν εξοφληθεί σε κατάστημα της Τράπεζας "ΑLPHA BANΚ" από την 2.10.2002, ειδοποίησε τον Ψ1 σχετικά με αυτό την 21.2.2003.

Το εισπραχθέν από τα ομόλογα αυτά ποσόν ο Ψ1 το είχε καταθέσει από την 2.10.2002 εις τον υπ'αριθμ. ...... Τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε εις την Τράπεζα Πειραιώς και εις το Υποκατάστημα της Ναυπάκτου.

Ο Ψ1 μετά την αποκάλυψη αυτή έκανε προσπάθειες επικοινωνίας με τους εκκαλούντες χωρίς αρχικά να το επιτύχει.

Όταν τελικά κατέστη η επικοινωνία αυτή εφικτή τον πληροφόρησαν ότι τα εν λόγω ομόλογα αποκλείεται να ήταν πλαστά καθόσον ο εκκαλών Χ1 τα είχε παραλάβει, από την Τράπεζα εις την οποίαν όπως ισχυριζόταν ήταν δεσμευμένα για ασφαλιστικά αποθεματικά της εταιρείας τους και είχαν αποδεσμευθεί μετά από έγκριση της Διεύθυνσης Ασφαλιστικών επιχειρήσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης.

Ενώ όμως ο Ψ1 τους καλούσε να του καλύψουν την ζημία που αυτός είχε υποστεί οι εκκαλούντες συνεχίζοντας να επικαλούνται οικονομικές δυσκολίες αρνήθηκαν.

Μετά από αυτές τις εξελίξεις ο Ψ1 με την από ..... επιστολή του προς την Τράπεζα Πειραιώς αφού εξήγησε την κατάσταση και την θέση εις την οποίαν είχε περιέλθει εξ αιτίας των ενεργειών των εκκαλούντων έδωσε εις την Τράπεζα αυτή το δικαίωμα να δεσμεύσει το ποσόν που είχε εισπράξει από την εξόφληση των ομολόγων από τον λογαριασμό του.

Εις το διάστημα δε που ακολούθησε και αφού ο Ψ1 ασκούσε έντονες πιέσεις εις τους δανειολήπτες εκκαλούντες πληροφορήθηκε από αυτούς για πρώτη φορά την εκδοχή ότι τα επίδικα ομόλογα αυτοί τα είχαν λάβει από τον συγκατηγορούμενό τους Χ3.

Ειδικότερα οι εκκαλούντες ισχυρίσθηκαν για πρώτη φορά σε αντίθεση με τα όσα έως τότε έλεγαν ως δικαιολογίες, ότι τα ανωτέρω πλαστά ομόλογα είχαν παραλάβει από τον ασφαλιστικό τους Πράκτορα Χ3 ο οποίος όφειλε εις την εταιρεία τους από τον Σεπτέμβριο του 2000 ποσόν περίπου 50.000.000 δρχ. από εισπραχθέντα για λογαριασμό τους ασφάλιστρα.

Προς εξασφάλιση δε των υποχρεώσεων του αυτών ο Χ3 τους είχε παραχωρήσει ως εγγύηση τα επίδικα ομόλογα, όμως ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων δεν επιβεβαιώνεται από κανένα έγγραφον το οποίον να πιστοποιεί είτε την οφειλή του Χ3 προς την εταιρεία τους είτε τον λόγο για τον οποίο αυτός τους παρέδωσε τα πλαστά· ομόλογα αφού αντίκειται εις την λογική να τους είχαν παραδοθεί ως εγγύηση ομόλογα τέτοιου ύψους χωρίς να έχει υπογραφεί ένα συμφωνητικό που να εξασφαλίζει τον οφειλέτη τους Χ3.

Από τις αντιφάσεις αυτές των εκκαλούντων καθώς και από την έλλειψη εγγράφων· που να τεκμηριώνουν την εκδοχή τους περί του πως βρέθηκαν εις την κατοχή τους τα πλαστά ομόλογα αποκλείεται η εκδοχή αυτή να τους τα είχε δώσει εν αγνοία της πλαστότητός τους ο Χ3.

Πάντα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ιδία από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ1, Γ2, Γ3, Γ4, από τις φωτοτυπίες των επιδίκων ομολόγων, από το υπ. αριθμ. πρωτ. ...... έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, από την από 14-4-2006 απολογία και το από 3.5.2006 απολογητικό υπόμνημα του αρχικά συγκατηγορουμένου τους Ψ1.

Οι εκκαλούντες αρνούνται την εις βάρος τους κατηγορία, όμως, όχι απλώς δεν αντικρούουν κατά τρόπο πειστικό τα εις βάρος τους στοιχεία αλλά υποπίπτουν και εις τις προαναφερθείσες αντιφάσεις.

Εξ άλλου οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως των κατηγορουμένων Δ1 και Δ2, υπαλλήλων των εκκαλούντων, δεν είναι ικανές να ανατρέψουν τα εις βάρος τους στοιχεία. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 € και για το λόγο αυτό απέρριψε τις από αυτούς ασκηθείσες, κατά του αριθμ. 130/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, εφέσεις ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.

Για να καταλήξει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στις παραπάνω παραδοχές και στην αντίστοιχη παραπεμπτική κρίση του και ιδίως στην απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι τα επίδικα πλαστά ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου είχαν παραλάβει αυτοί, από τον ασφαλιστικό πράκτορα της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ.", Χ3, τον Σεπτέμβριο του έτους 2000, προς εξασφάλιση πληρωμής των ασφαλίστρων, ποσού περίπου 50.000.000 δρχ.

τα οποία είχε εισπράξει αυτός για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας και δεν τα είχε αποδώσει, όπως προκύπτει από τη γενόμενη ρητή μνεία και επίκληση των ληφθέντων υπόψη του και συνεκτιμηθέντων αποδεικτικών μέσων, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων, στα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, στις απολογίες των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και στην απολογία του αρχικά συγκατηγορουμένου τους Ψ1.

Δεν αναφέρεται όμως στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και τα προσκομισθέντα έγγραφα, με την έκθεση εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Χ1, τα οποία επικαλέσθηκε με την έκθεση εφέσεώς του και ο ήδη αναιρεσείων Χ2, και συγκεκριμένα 1) το αριθμ. ......

πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης Κλώνη - Καράλη, από το οποίο προκύπτει ότι κάτοχος των επιδίκων ομολόγων ήταν ο Χ3, ο οποίος χορήγησε την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα στον ήδη αναιρεσείοντα Χ1 όπως αντ' αυτού και για λογαριασμό του να ενεχειριάζει και να δεσμεύει αυτά για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" υπογράφοντας για το λόγο αυτό κάθε απαραίτητο έγγραφο και απόδειξη 2) την από ....

σύμβαση πρακτορεύσεως, η οποία υπεγράφη μεταξύ της εταιρείας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" και του Χ3 από την οποία προκύπτει ότι ο Χ3 ήταν ασφαλιστικός πράκτορας της παραπάνω εταιρίας 3) α) την αριθμ. .... με ημερομηνία εκδόσεως 30/11/2000 επιταγή, ποσού 4.000.000 δρχ., πληρωτέα από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας β) την αριθμ. .....

με ημερομηνία εκδόσεως 28/12/2000 επιταγή, ποσού 4.000.000 δρχ., πληρωτέα από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας, γ) την αριθμ. .... με ημερομηνία εκδόσεως 30-1-2001 επιταγή, ποσού 4.650.000 δρχ., πληρωτέα από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας και δ) την αριθμ. ..... με ημερομηνία εκδόσεως 28-2-2001 επιταγή, ποσού 3.350.000 δρχ., πληρωτέα από την Τράπεζα Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι ο Χ3 είχε μεταβιβάσει αυτές με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" όπως ισχυρίστηκαν δε οι ήδη αναιρεσείοντες, η μεταβίβαση αυτή έγινε έναντι των οφειλομένων ασφαλίστρων ότι δεν πληρώθηκαν αυτές και για εξασφάλιση αυτών παρέδωσε τα επίδικα ομόλογα 4) την εκδοθείσα από την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" συγκεντρωτική εκκαθάριση λογαριασμού ασφαλίστρων 5) αντίγραφο της κατάστασης με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των πρακτόρων της άνω εταιρίας, από την οποία προκύπτει ότι ο Χ3 είχε την επαγγελματική του διεύθυνση επί της οδού ....

στο Ν. Κόσμο 6) την από .... βεβαίωση εγγραφής του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Πειραιώς για την άσκηση του επαγγέλματος ασφαλιστικού πράκτορος του Χ3 7) φωτοτυπίες των εφημερίδων .... και ... της .....

Αντίθετα από το όλο περιεχόμενο του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε καθόλου υπόψη και δεν συνεκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την φερόμενη κακουργηματική πλαστογραφία για την οποία παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες, η δε προαναφερόμενη ρητή μνεία του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε "τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία" δεν καλύπτει την έλλειψη αυτή. Έτσι όμως προκύπτει, καταρχήν, ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών και από τα οποία προέκυψαν τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων έκρινε ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων που δικαιολογούν την παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση με σκοπό περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 €.

Περαιτέρω η αιτιολογία αυτή του προσβαλλομένου βουλεύματος του Εφετείου Αθηνών δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την έννοια που αναπτύχθηκε πιο πάνω, διότι, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχουν ελλείψεις και ασάφειες, οι οποίες επίσης καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1-3 Π.Κ. Ειδικότερα δεν αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία έχει εξολοκλήρου αναφερθεί το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, πως περιήλθαν στην κατοχή των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων τα σώματα των ασυμπλήρωτων με αριθμούς ....., ...., ....., ....., ......., ....., ....., .... και .... ομολόγων επταετούς διάρκειας του Ελληνικού Δημοσίου, ποίος εκ των δύο αναιρεσειόντων ή αν και οι δύο μαζί προέβησαν στη συμπλήρωση των στοιχείων των, ποίου ή ποίων την υπογραφή πλαστογράφησαν. Έπειτα από όλα αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή των από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β-δ Κ.Ποιν.Δ. λόγων των αιτήσεων αναιρέσεως να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να γίνουν δεκτές οι αριθμ. 253/10-9-2007 και 257/12-11-2007 αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 , αντίστοιχα, κατά του αριθμ. 1753/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

2) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό.

3) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών.

Αθήνα 21-4-2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Ευτέρπη Κουτζαμάνη

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 εδ. α του Π.Κ., όπως προστέθηκε στην παρ. 3 με το άρθρο 1 παρ. 7α του ν. 2408/1996 και αντικ. με το άρθρο 14 παρ.2α του ν. 2721/1999 προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ή των 73.000 ευρώ χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη.

Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από το δράστη θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Περαιτέρω κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά η εξαρχής από το δράστη σύνθεση εγγράφου που δεν υπήρχε πριν και το οποίο εμφανίζεται ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, ενώ νόθευση γνησίου εγγράφου αποτελεί η μεταγενέστερη της καταρτίσεως αυτού αλλοίωση του περιεχομένου του, ώστε να εμφανίζεται η εξαρχής δήλωση του εκδότη του εγγράφου.

Εξάλλου κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. το παραπεμπτικό βούλευμα έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δΛ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τις απολογίες των εκκαλούντων και την απολογία του αρχικά συγκατηγορουμένου τους Ψ1, προέκυψαν τα εξής: "Ο εκκαλών Χ2 ήταν ο κύριος μέτοχος των ασφαλιστικών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΕΓΑ" και ΒΕΡΓΙΝΑ" αρχικά και εν συνεχεία της ασφ/κής εταιρίας με την επωνυμία"ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ.", εις την οποία είχε την ιδιότητα του Διευθυντή ζημιών.

Ο εκκαλών Χ1 ήταν συνεταίρος αυτού εις την εν λόγω εταιρεία και είχε σύμφωνα με το καταστατικό της την ιδιότητα του Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής. Κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2001 και οι εκκαλούντες επισκέφθηκαν τον αρχικά συγκατηγορούμενό τους Ψ1, με τον οποίον ο Χ2 συνδεόταν φιλικά από πολλών ετών και αφού επικαλέστηκαν πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της εταιρείας τους του ζήτησαν να τους βοηθήσει χορηγώντας τους δάνειο ύψους 42.000.000 δρχ. (123.257,52 Ευρώ).

Ειδικότερα η δυσπραγία αυτή οφειλόταν εις το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη το Υπουργείο Εμπορίου είχε ζητήσει από την εταιρεία τους να συμπληρώσει τα αποθεματικά της καταβάλλοντος σε μετρητά το ποσό των 181.000.000 δραχμών. Το δάνειο αυτό υποσχέθηκαν να του το επιστρέψουν εντός προθεσμίας 3 μηνών νομιμοτόκως αναλαμβάνοντας ο καθένας την ευθύνην εις ολόκληρον.

Ως εγγύηση δε του ανωτέρω ποσού ο εκκαλών Χ1 θα του παρέδιδε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ανάλογης αξίας τα οποία και θα εξαργύρωνε ο Ψ1 σε περίπτωση μη επιστροφής των χρημάτων. Πράγματι ο Ψ1 αφού πείσθηκε εις τις διαβεβαιώσεις τους αυτές δέχθηκε να τους βοηθήσει χορηγώντας τους το αιτηθέν ποσόν και προς απόδειξιν της συμφωνίας και εξασφάλιση του δανειστή υπογράφηκε από τον Χ1 η από 12.10.2001 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 εις την οποίαν υποσχόταν να αποδώσει το ποσόν του δανείου το αργότερον έως της 21.1.2002 οπότε και θα του επιστρέφονταν οι τίτλοι, άλλως παραχωρούσε εις τον Ψ1 το δικαίωμα να τους κρατήσει εις την κυριότητά του.

Κατά την λήξη της προθεσμίας εξόφλησης του χορηγηθέντος δανείου οι εκκαλούντες δήλωσαν ότι αδυνατούσαν να επιστρέψουν το ανωτέρω χρηματικό ποσό του δανείου και έτσι ανακοίνωσαν εις τον Ψ1 ότι μπορούσε να προβεί εις την εξαργύρωση των ομολόγων. Πράγματι την 2.10.2002 ημερομηνία λήξης των ομολόγων ο Ψ1 ενεφάνισε εις το Υποκατάστημα της οδού Σταδίου αριθμ. 24 Τράπεζας Πειραιώς τα υπό στοιχεία....., ..., ...., ...., ...., ....., ....., ....., ....

ομόλογα επταετούς διαρκείας του Ελληνικού Δημοσίου με ημερομηνία έκδοσης την 2.10.1995, ονομαστικής αξίας συνολικά ύψους 123.257,52 Ευρώ (καθενός των 2 πρώτων αξίας 1.000.000 δραχμών και καθενός των υπολοίπων αξίας 5.000.000 δρχ. και συνολικά αξίας 42.000.000 δρχ.), καθώς και τα συνημμένα εις αυτά τοκομερίδια αξίας 7.074,98 Ευρώ.

Ενώ όμως αρχικά η ανωτέρω Τράπεζα αναγνώρισε ως γνήσια τα εν λόγω ομόλογα καταβάλλοντος την αξία τους εις τον Ψ1 εν συνεχεία και αφού απευθύνθηκε εις την αρμόδια Υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδας η οποία και την πληροφόρησε ότι επρόκειτο περί πλαστών ομολόγων καθ' όλα τα στοιχεία τους, τα δε γνήσια είχαν εξοφληθεί σε κατάστημα της Τράπεζας "ΑΙΡΗΑ ΒΑΝΚ" από την 2.10.2002, ειδοποίησε τον Ψ1 σχετικά με αυτό την 21.2.2003.

Το εισπραχθέν από τα ομόλογα αυτά ποσόν ο Ψ1 το είχε καταθέσει από την 2.10.2002 εις τον υπ'αριθμ. ... Τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε εις την Τράπεζα Πειραιώς και εις το Υποκατάστημα της Ναυπάκτου. Ο Ψ1 μετά την αποκάλυψη αυτή έκανε προσπάθειες επικοινωνίας με τους εκκαλούντες χωρίς αρχικά να το επιτύχει. Όταν τελικά κατέστη η επικοινωνία αυτή εφικτή τον πληροφόρησαν ότι τα εν λόγω ομόλογα αποκλείεται να ήταν πλαστά καθόσον ο εκκαλών Χ1 τα είχε παραλάβει, από την Τράπεζα εις την οποίαν όπως ισχυριζόταν ήταν δεσμευμένα για ασφαλιστικά αποθεματικά της εταιρείας τους και είχαν αποδεσμευθεί μετά από έγκριση της Διεύθυνσης Ασφαλιστικών επιχειρήσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης.

Ενώ όμως ο Ψ1 τους καλούσε να του καλύψουν την ζημία που αυτός είχε υποστεί οι εκκαλούντες συνεχίζοντας να επικαλούνται οικονομικές δυσκολίες αρνήθηκαν. Μετά από αυτές τις εξελίξεις ο Ψ1 με την από 11.3.2003 επιστολή του προς την Τράπεζα Πειραιώς αφού εξήγησε την κατάσταση και την θέση εις την οποίαν είχε περιέλθει εξ αιτίας των ενεργειών των εκκαλούντων έδωσε εις την Τράπεζα αυτή το δικαίωμα να δεσμεύσει το ποσόν που είχε εισπράξει από την εξόφληση των ομολόγων από τον λογαριασμό του.

Εις το διάστημα δε που ακολούθησε και αφού ο Ψ1 ασκούσε έντονες πιέσεις εις τους δανειολήπτες εκκαλούντες πληροφορήθηκε από αυτούς για πρώτη φορά την εκδοχή ότι τα επίδικα ομόλογα αυτοί τα είχαν λάβει από τον συγκατηγορουμενό τους Χ3. Ειδικότερα οι εκκαλούντες ισχυρίσθηκαν για πρώτη φορά σε αντίθεση με τα όσα έως τότε έλεγαν ως δικαιολογίες, ότι τα ανωτέρω πλαστά ομόλογα είχαν παραλάβει από τον ασφαλιστικό τους πράκτορα Χ3 ο οποίος όφειλε εις την εταιρεία τους από τον Σεπτέμβριο του 2000 ποσόν περίπου 50.000.000 δρχ.

από εισπραχθέντα για λογαριασμό τους ασφάλιστρα. Προς εξασφάλιση δε των υποχρεώσεων του αυτών ο Χ3 τους είχε παραχωρήσει ως εγγύηση τα επίδικα ομόλογα, όμως ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων δεν επιβεβαιώνεται από κανένα έγγραφον το οποίον να πιστοποιεί είτε την οφειλή του Χ3 προς την Εταιρεία τους είτε τον λόγο για τον οποίο αυτός τους παρέδωσε τα πλαστά ομόλογα, αφού αντίκειται εις την λογική να τους είχαν παραδοθεί ως εγγύηση ομόλογα τέτοιου ύψους χωρίς να έχει υπογραφεί ένα συμφωνητικό που να εξασφαλίζει τον οφειλέτη τους Χ3.

Από τις αντιφάσεις αυτές των εκκαλούντων καθώς και από την έλλειψη εγγράφων που να τεκμηριώνουν την εκδοχή τους περί του πως βρέθηκαν εις την κατοχή τους τα πλαστά ομόλογα αποκλείεται η εκδοχή αυτή να τους τα είχε δώσει εν αγνοία της πλαστότητός τους ο Χ3. Πάντα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ιδία από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ1, Γ2, Γ3, Γ4, από τις φωτοτυπίες των επιδίκων ομολόγων, από το υπ.

Αρ. πρωτ. Α.Π. ..... έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, από την από 14-4-2006 απολογία και το από 3.5.2006 απολογητικό υπόμνημα του αρχικά συγκατηγορουμένου τους Ψ1. Οι εκκαλούντες αρνούνται την εις βάρος τους κατηγορία, όμως, όχι απλώς δεν αντικρούουν κατά τρόπο πειστικό τα εις βάρος τους στοιχεία, αλλά υποπίπτουν και εις τις προαναφερθείσες αντιφάσεις.

Εξάλλου οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως των κατηγορουμένων Δ1 και Δ2, υπαλλήλων των εκκαλούντων, δεν είναι ικανές να ανατρέψουν τα εις βάρος τους στοιχεία.". Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν κατά των αναιρεσειόντων σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή τους στο ακροατήριο για να δικαστούν ως υπαίτιοι της αποδιδομένης σ' αυτούς ως άνω αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 €.

Για να καταλήξει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στις παραπάνω παραδοχές και ιδίως στην απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι τα επίδικα πλαστά ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου είχαν παραλάβει αυτοί, από τον ασφαλιστικό πράκτορα της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ.", Χ3, τον Σεπτέμβριο του έτους 2000, προς εξασφάλιση πληρωμής των ασφαλίστρων, ποσού περίπου 50.000.000 δρχ.

τα οποία είχε εισπράξει αυτός για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας και δεν τα είχε αποδώσει, όπως προκύπτει από τη γενόμενη ρητή μνεία και επίκληση των ληφθέντων υπόψη του και συνεκτιμηθέντων αποδεικτικών μέσων, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων, στα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, στις απολογίες των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και στην απολογία του αρχικά συγκατηγορουμένου τους Ψ1.

Δεν αναφέρεται όμως στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και τα προσκομισθέντα έγγραφα, με την έκθεση εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Χ1, τα οποία επικαλέσθηκε με την έκθεση εφέσεως του και ο ήδη αναιρεσείων Χ2, και συγκεκριμένα 1) το αριθμ. .....

πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης Κλώνη - Καράλη, από το οποίο προκύπτει ότι κάτοχος των επιδίκων ομολόγων ήταν ο Χ3, ο οποίος χορήγησε την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα στον ήδη αναιρεσείοντα Χ1 όπως αντ' αυτού και για λογαριασμό του να ενεχειριάζει και να δεσμεύει αυτά για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" υπογράφοντας για το λόγο αυτό κάθε απαραίτητο έγγραφο και απόδειξη 2) την από ...

σύμβαση πρακτορεύσεως, η οποία υπεγράφη μεταξύ της εταιρείας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" και του Χ3 από την οποία προκύπτει ότι ο Χ3 ήταν ασφαλιστικός πράκτορας της παραπάνω εταιρίας 3) α) την αριθμ. ...... με ημερομηνία εκδόσεως 30/11/2000 επιταγή, ποσού 4.000.000 δρχ., πληρωτέα από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας β) την αριθμ. .....

με ημερομηνία εκδόσεως 28/12/2000 επιταγή, ποσού 4.000.000 δρχ., πληρωτέα από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας, γ) την αριθμ. ...... με ημερομηνία εκδόσεως 30-1-2001 επιταγή, ποσού 4.650.000 δρχ., πληρωτέα από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας και δ) την αριθμ. ..... με ημερομηνία εκδόσεως 28-2-2001 επιταγή, ποσού 3.350.000 δρχ., πληρωτέα από την Τράπεζα Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι ο Χ3 είχε μεταβιβάσει αυτές με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" όπως ισχυρίστηκαν δε οι ήδη αναιρεσείοντες, η μεταβίβαση αυτή έγινε έναντι των οφειλομένων ασφαλίστρων ότι δεν πληρώθηκαν αυτές και για εξασφάλιση αυτών παρέδωσε τα επίδικα ομόλογα 4) την εκδοθείσα από την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" συγκεντρωτική εκκαθάριση λογαριασμού ασφαλίστρων 5) αντίγραφο της κατάστασης με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των πρακτόρων της άνω εταιρίας, από την οποία προκύπτει ότι ο Χ3 είχε την επαγγελματική του διεύθυνση επί της οδού ....

στο Ν. Κόσμο 6) την από ..... βεβαίωση εγγραφής του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Πειραιώς για την άσκηση του επαγγέλματος ασφαλιστικού πράκτορος του Χ3 7) φωτοτυπίες των εφημερίδων ..... και .... της ...... Αντίθετα από το όλο περιεχόμενο του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε καθόλου υπόψη και δεν συνεκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την φερόμενη κακουργηματική πλαστογραφία για την οποία παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες, η δε προαναφερόμενη ρητή μνεία του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε "τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία" δεν καλύπτει την έλλειψη αυτή.

Έτσι όμως προκύπτει, καταρχήν, ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών και από τα οποία προέκυψαν τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων έκρινε ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων που δικαιολογούν την παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση με σκοπό περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 €.

Περαιτέρω η αιτιολογία αυτή του προσβαλλόμενου βουλεύματος του Εφετείου Αθηνών δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την έννοια που αναπτύχθηκε πιο πάνω, διότι, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχουν ελλείψεις και ασάφειες, οι οποίες επίσης καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1-3 Π.Κ.

Ειδικότερα δεν αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία έχει εξολοκλήρου αναφερθεί το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, πως περιήλθαν στην κατοχή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων τα σώματα των ασυμπλήρωτων με αριθμούς ....., ....., ......, ....., ......, ........., ......., .......

και ...... ομολόγων επταετούς διάρκειας του Ελληνικού Δημοσίου, ποίος εκ των δύο αναιρεσειόντων ή αν και οι δύο μαζί προέβησαν στη συμπλήρωση των στοιχείων των, ποίου ή ποίων την υπογραφή πλαστογράφησαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β-δ Κ.Ποιν.Δ. λόγων των αιτήσεων αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ.1 και 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ' αριθμ. 1753/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ