Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to late filing of supplementary grounds and unreviewable evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision, ruling the supplementary grounds inadmissible due to failure to file and serve the document 30 days prior to the hearing. The appellants argued the lower court ignored their witnesses' testimonies, but the court found the appellate court had properly considered all evidence, including those from previous trials. Since the assessment of evidence is within the exclusive jurisdiction of the court of first instance and unreviewable on appeal, the appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticle 569(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds of appeal must be filed and served at least 30 days before the hearing, otherwise they are inadmissible; the assessment of evidence and the weight given to witness testimonies are unreviewable on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2245 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2245/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση:Χ1,Χ2,Χ3 κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Σταματόπουλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: Ψ1,Ψ2,Ψ3 και Ψ4 κατοίκων ..., καθολικών διαδόχων και κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Ζ που απεβίωσε στις 31.10.2002 και Χ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Γκότζη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-1999 αγωγή, την από 5-10-1999 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης και συνεκδικάσθηκαν με την από 14-9-1999 δια των προτάσεων ανταγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/484/ΜΤ/35/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 103/2002 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Μαρτίου 2005 αίτησή τους και τους από 5 Φεβρουαρίου 2007 προσθέτους αυτής λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1713/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 30-11-2008 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή. Από τη διάταξη αυτή του νόμου προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται δια καταθέσεως του δικογράφου και της κοινοποιήσεως τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο που ορίσθηκε αρχικώς για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Η μη κοινοποίηση του δικογράφου προς της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων για έλλειψη προδικασίας (Ολ. Α.Π.143/1984).
Εν προκειμένω η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ορίσθηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 12.3.2007 κατά την οποία συζητήθηκε και εκδόθηκε η 1713/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απερρίφθη η αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Χ4 χήρα Ψ3 και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως, ως προς τους εκ των αναιρεσιβλήτων Ζ και Ψ1. Το από 5.2.2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την έκθεση του γραμματέως, στις 9.2.2007. Ούτε οι αναιρεσείοντες αλλά ούτε και από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι αντίγραφο του παραπάνω δικογράφου με την έκθεση του γραμματέως κοινοποιήθηκε στους αναιρεσιβλήτους και μάλιστα τριάντα πλήρεις ημέρες προ της 12.3.2007. Έτσι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει, κατά το άρθρο 577 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθούν αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι.
II). Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αλλά δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας α) επί της από 15-3-1999 αγωγής των αναιρεσιβλήτων Ζ, ήδη αποβιώσαντος, και Ψ2, κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι, καθένας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, του αναφερόμενου επίδικου ακινήτου, β) επί της από 5-10-1999 πρόσθετης υπέρ των εναγόντων παρέμβασης της ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση με την 1713/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, και γ) επί της ανταγωγής των αναιρεσειόντων που αυτοί άσκησαν με τις από 14-9-1999 πρωτόδικες προτάσεις τους, με την οποία, προβάλλοντας δική τους κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου, ζητούσαν να αναγνωριστούν αυτοί συγκύριοι, καθένας κατά τα αναφερόμενα ιδανικά μερίδια του ακινήτου αυτού, δέχτηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, τα εξής:
Ο Ψ3, αδελφός του πατέρα των εναγόντων, το έτος 1944 νυμφεύθηκε την προσθέτως παρεμβαίνουσα και κατά το χρονικό διάστημα 1946-1947 αγόρασε ατύπως από τους ...τμήμα του επίδικου ακινήτου, στο οποίο υπήρχαν δύο ημιερειπωμένες αποθήκες, τις οποίες ανακαίνισε και διαμόρφωσε σε διώροφη πετρόκτιστη οικία, στην οποία κατοικούσε μόνιμα με τη σύζυγο του από το έτος 1949, που ολοκληρώθηκε αυτή η οικία, έως τις 29-12-1989 που αυτός απεβίωσε.
Μετά το θάνατο του, έως και σήμερα, εξακολουθεί να διαμένει στην οικία αυτή η σύζυγός του. Το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου, που αποτελεί κήπο, εκτάσεως περίπου 200 τ.μ., αγόρασε ο προμνημονευόμενος Ψ3 ατύπως από τους αδελφούς της συζύγου του και κληρονόμους της μητέρας του Χ1 και από τότε ο ίδιος το καλλιεργούσε ανελλιπώς, ασκώντας σ' αυτό τις προσήκουσες στον προορισμό του πράξεις νομής.
Στις 22-9-1989 ο εν λόγω Ψ3 και ενώ είχε γίνει κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού ασκούσε σ' αυτό τις προαναφερόμενες πράξεις νομής από το 1946, δηλαδή συνεχώς για χρονικό διάστημα είκοσι και πλέον ετών, με δημόσια διαθήκη του, η οποία περιέχεται στην ταυτόχρονη υπό αριθμό 4780 πράξη του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου ...
και νόμιμα δημοσιεύτηκε με το 1/1990 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, εγκατέστησε ως κληρονόμους του, τους μεν δύο ενάγοντες στην ψιλή κυριότητα, καθένα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, του επίδικου ακινήτου, τη δε προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσα σύζυγο του, στην επικαρπία του ακινήτου αυτού.
Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομία, αυτή με την πράξη του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, συνεχίζει το Εφετείο, και οι ενάγοντες - αντεναγόμενοι είχαν αποκτήσει την ψιλή κυριότητα του επιδίκου, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα, ως επικαρπώτρια, εξακολουθούσε να διαμένει στην ευρισκόμενη σ' αυτό διώροφη οικία, η τελευταία άσκησε κατ' αυτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης την από 26-8-1996 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί αυτή αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου, ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε το ακίνητο αυτό ανήκε στον ανωτέρω διαθέτη, αλλά στην ίδια, ότι το σπίτι και το τμήμα του έμπροσθεν αυτού κήπου είχε αποκτήσει αυτή, ως προίκα, από τη μητέρα της, το έτος 1945, ότι το υπόλοιπο τμήμα του κήπου είχε αποκτήσει το έτος 1975 με άτυπη αγορά από τα αδέλφια της και ότι οι στην παρούσα δίκη ενάγοντες - αντεναγόμενοι εν αγνοία της συμπεριέλαβαν στην πιο πάνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας, μεταξύ άλλων, και το ακίνητο αυτό.
Στη συνέχεια η προσθέτως παρεμβαίνουσα με το ...συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρεθύμνης ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο, με την υπάρχουσα σ' αυτό διώροφη οικία, λόγω δωρεάς, στους εναγόμενους-αντενάγοντες, στον καθένα κατά τα αναφερόμενα στο πιο πάνω συμβόλαιο εξ αδιαιρέτου ποσοστά.
Αλλά τη δωρεά αυτή, η δωρήτρια ανακάλεσε με το ...συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρεθύμνης ..., αναγνωρίζοντας με αυτό ότι η ψιλή κυριότητα του επιδίκου ανήκει στους ενάγοντες - αντεναγομένους και ότι παραιτείται από κάθε δικαίωμά της επί της πιο πάνω δημόσιας διαθήκης του αποθανόντος συζύγου της. Όμως, δέχτηκε το Εφετείο, κατά το χρόνο σύνταξης της πιο πάνω από...δημόσιας διαθήκης του Ψ3 και κατά το χρόνο του θανάτου του, το επίδικο ανήκε κατά κυριότητα στον τελευταίο, "με την ανωτέρω δε διαθήκη οι ενάγοντες - αντεναγόμενοι εγκαταστάθηκαν ως συγκληρονόμοι κατά την ψιλή κυριότητα στο ακίνητο αυτό, χωρίς επομένως με την ανωτέρω δωρεά της προσθέτως παρεμβαίνουσας να μεταβιβαστεί η κυριότητα του στους εναγομένους-αντενάγοντες, καθώς η δωρήτρια, έχουσα μόνο την επικαρπία αυτού, εστερείτο της κυριότητάς του".
Επιχειρηματολογεί δε στη συνέχεια το Εφετείο για "το ουσιαστικά αβάσιμο του ισχυρισμού των εναγομένων - αντεναγόντων", ότι η κυριότητα του ακινήτου αυτού ανήκει στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ήδη από το έτος 1945. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου προβληθέντα από αυτούς αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο, ως ηττηθέντες πρωτοδίκως, είχαν επαναφέρει ενώπιον του με την έφεσή τους, ότι η κυριότητα του επίδικου ακινήτου ανήκει σ' αυτούς, "κτηθείσα παραγώγως" από τους ίδιους, δυνάμει της καθόλα έγκυρης προς αυτούς πιο πάνω δωρεάς, που έγινε με το προαναφερόμενο ...
δωρητήριο συμβόλαιο. Όμως, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατ' εξοχήν ασχολήθηκε με τον εν λόγω ισχυρισμό, καταλήγοντας ότι η ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσα, κατά το χρόνο της δωρεάς, δεν ήταν κυρία του επιδίκου και συνακόλουθα ούτε στους αναιρεσείοντες μεταβιβάστηκε με τη δωρεά παραγώγως η κυριότητα του.
Έτσι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο αγνόησε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της γενόμενης στη συνέχεια από τη δωρήτρια ανάκλησης της δωρεάς, είναι απαράδεκτη, ως αλυσιτελής, διότι, έστω και αν αληθεύει ο ισχυρισμός αυτός, ότι δηλαδή είναι άκυρη η ανάκληση, αφού η δωρήτρια, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ήταν κυρία του επιδίκου, πάντως, ούτε αυτοί απέκτησαν παραγώγως την κυριότητά του.
III). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Περαιτέρω, στα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα, που μπορεί να βγάλει το δικαστήριο με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα για άλλα γεγονότα (άρθρο 336 παρ.3 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από τα άρθρα αυτά (339, 336 παρ.3), σε συνδυασμό με το άρθρο 395 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ένορκες καταθέσεις ή βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια προηγηθείσας άλλης σχετικής πολιτικής δίκης και οι οποίες δεν αποτελούν ίδιο αποδεικτικό μέσο, διάφορο των εγγράφων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 409 παρ.2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσειοντος και δεν υποχρεούται να εκθέσει στην απόφαση του τους λόγους που το οδήγησαν σε τέτοια ή άλλη εκτίμηση του.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο ενώ έλαβε υπόψη τις καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των δικών τους μαρτύρων ... και ..., ούτε τις καταθέσεις των μαρτύρων ...
και ..., που είχαν δοθεί σε άλλη σχετική πολιτική δίκη, προκειμένου τούτο (το Εφετείο) να τις εκτιμήσει ως έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,, από τις οποίες (όλες αυτές καταθέσεις), όπως διατείνονται, αποδεικνύεται ότι είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και βάσιμη κατ' ουσίαν η προβληθείσα από αυτούς ένσταση ιδίας κυριότητας καθώς και η ανταγωγή τους.
Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη αποδεικτικό του πόρισμα "από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του ... ένορκων καταθέσεων των ... και ...αντίστοιχα... οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα...
για να χρησιμοποιηθούν σε προγενέστερη δίκη και των εγγράφων, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ως ίδιο αποδεικτικό μέσο, και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των αναιρεσειόντων ..., που περιέχεται στα 42/484/1636/ΜΤ/35/103/2000 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και, περαιτέρω, ως έγγραφα, για τη συναγωγή από αυτές δικαστικών τεκμηρίων, την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ...και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων...και ..., που είχαν δοθεί σε άλλη σχετική πολιτική δίκη και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο λόγο, πλήττεται και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και έτσι ο προκείμενος λόγος, κατά το αντίστοιχο αυτό μέρος του, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των Χ1,Χ2,Χ3 και Χ4.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως προς τους αμέσως ανωτέρω αναφερόμενους στο σκεπτικό αναιρεσιβλήτους την από 28.3.2005 αίτηση, ως και τους από 5.2.2007 πρόσθετους λόγους, των Χ1 συζ του Χ2 κ.λ.π, για αναίρεση της 103/2002 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, τούτων την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ