Supreme Court dismisses appeal where lower court considered but rejected appellant's factual arguments on merits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a forced execution case. The appellants argued the lower court ignored key facts proving they were already owners in 2002, yet the appellate court explicitly considered these circumstances and rejected the claim based on the evidence. The court ruled that since the lower court had examined and dismissed the arguments on their substance, the appeal lacked legal grounds and was therefore inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 575, 226, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 8, number 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is not established if the lower court considered the proposed claim and rejected it for any substantive or procedural reason, or when the court implicitly rejects the claim by accepting contrary facts as proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2244 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2244/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Τ. του Π., και 2)Δ. Τ. του Π., κατοίκων .... O 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νίκου και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Φ. του Β., κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. α.ε." που εδρεύει στο 7ο χιλ. επαρχιακής οδού Κιλκίς - Δοϊράνης και εκπροσωπείται νόμιμα, 3)Φ. Π. του Ι. και 4)Π. Π. του Ι., κατοίκων .... Ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 2η, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Πιτσικό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2005 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, επί της οποίας εκδόθηκε η 98/2007 απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Στη συνέχεια ασκήθηκε η από 24/3/2008 αγωγή των ήδη 3ης και 4ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία συνεκδικάστηκε με την ως άνω τριτανακοπή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την από 107/2010 απόφασή του και 315/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/6/2013 αίτησή τους και τους από 15/1/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 4/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ. 4 εδ.. α'και γ', 568 παρ. 4και 576 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ'αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ'αναβολή, διαδίκου.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 134 και 135 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση για άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο γίνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η δε επιτασσόμενη με την πρώτη από αυτές δημοσίευση περίληψης, σε δύο εφημερίδες εκδιδόμενες στην Αθήνα. Στην προκείμενη περίπτωση από την 3621Γ'/21.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π.
Ν., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Βασίλειου Νίκου, δυνάμει του .../26.6.2013 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Βασιλείου Αδάμου, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 19.2.2014 και κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης κατά την αρχική αυτή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για τον άγνωστης ήδη διαμονής πρώτο αναιρεσίβλητο (Ι.
Β. Φ.) στον Εισαγγελέα του Αρείου και περίληψή της δημοσιεύτηκε - μετά από υπόδειξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου - στις 23.10.2013 στις εκδιδόμενες στην Αθήνα εφημερίδες Αυγή και Ηχώ των Δημοπρασιών. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε - μετά από αίτημα των αναιρεσειόντων - για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Εφόσον, όμως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν χρειαζόταν νέα κλήση, πρέπει, παρά την απουσία του, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 936 παρ. 1 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, τρίτος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης εφόσον προβάλλει δικαίωμά του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει εναντίον του καθ' ου η εκτέλεση, ιδίως δε α)εμπράγματο δικαίωμα που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα του καθ ου η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και υπάγεται κατά νόμο ακυρότητα της διάθεσης.
Επίσης, ανακοπή δικαιούται να ασκήσει ο νομέας, πλην αν ο υπέρ ου η εκτέλεση αποδείξει, ότι ο καθ' ου η εκτέλεση έχει εμπράγματο δικαίωμα επί του κατασχεμένου πράγματος επικρατέστερο της νομής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.
Με την κατακύρωση, και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, δεν δεσμεύεται, όμως, από τις τυχόν ενοχικές σχέσεις που αναφέρονται στο πράγμα, εκτός αν υπάρχει ειδική από το νόμο ρύθμιση (όπως π.χ. άρθρ. 614 ΑΚ), διότι οι δεσμεύσεις αυτές λόγω της σχετικότητάς τους συνάπτονται με το πρόσωπο εκείνου που τις αναλαμβάνει και δεν ακολουθούν το πράγμα κατά τη μεταγωγή του στο νέο κύριο, κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται με ποινή ακυρότητας (άρθρο 174 ΑΚ).
Τούτο ορίζει και το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, που αναφέρεται χωρίς καμμία διάκριση στην άσκηση κάθε δικαιώματος. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο τρίτος, όταν ασκεί την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ, για να αντικρούσει την επισπευδόμενη επί του αντικειμένου της εκτελέσεως διαδικασία και να διατηρήσει, έτσι, την υπέρ αυτού δημιουργημένη πάνω σε αυτό κατάσταση, μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγο (βάση) της ανακοπής του κάθε δικαίωμα (με την ευρεία του όρου έννοια, που περιλαμβάνει οποιαδήποτε από το νόμο παρεχόμενη δυνατότητα, ευχέρεια ή εξουσία), αρκεί με αυτό να αντικρούεται εν όλω ή εν μέρει το ουσιαστικό δικαίωμα του οφειλέτη επί του αντικειμένου της εκτελέσεως.
Άρα μπορεί να επικαλεσθεί και εκείνο του άρθρου 281 ΑΚ με το οποίο αποκρούεται το εν λόγω δικαίωμα του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη και συνεπώς υπόκειται στους περιορισμούς που ισχύουν και για τον τελευταίο αν ασκούσε τα δικαιώματα του (άρθρο 1005 παρ.1 ΚΠολΔ) . Σε τέτοια περίπτωση καθίσταται το εν λόγω δικαίωμα του καθ' ου η εκτέλεση - οφειλέτη ανενεργό εκ του λόγου τούτου, η δε επισπευδόμενη κατ' αυτού (δικαιώματος του οφειλέτη) αναγκαστική εκτέλεση, ως και η πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή, που με αυτήν επιδιώκεται και που αποτελεί άσκηση επίσης ουσιαστικού δικαιώματος, αποβαίνει έναντι του τρίτου ανενεργός και συνεπώς άκυρη (βλ.
ΑΠ 751/2001). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικό περιστατικό που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτό δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "Με επίσπευση της (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Π. Α.Ε." και εις εκτέλεση της υπ'αριθμ. 223/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 1469/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 13-7-2005 εκπλειστηριάσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κασσανδρείας Χαλκιδικής, Αναστασίας Κουκουδήμου, που συνέταξε την υπ'αριθμ. 7866/13.7.2005 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας, ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα που βρίσκεται στο δεύτερο άνωθεν της πιλοτής κύριο όροφο οικοδομής, εμβαδού 78,50 τ.μ. ... , που βρίσκεται εντός του οικισμού του Δ.Δ.
Καλλιθέας του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, το οποίο συνορεύει γύρωθεν ... νότια με κοινοτική οδό και πέραν αυτής με κοινόχρηστη έκταση και βόρεια με κοινοτική οδό και πέραν αυτής, με αμμώδη έκταση και πέραν αυτής με τον Τορωναίο Κόλπο, το οποίο ανήκε στον οφειλέτη της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) Ι.
Φ., βάσει του υπ'αριθμ. .../1979 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Δημητρίου Σαραγιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής στο τόμο 139 και α/α 76. Οι τρίτη και τέταρτος των εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι είναι μέτοχοι της προαναφερόμενης επισπεύδουσας ανώνυμης εταιρίας - δεύτερης εφεσίβλητης, αναδείχθηκαν τελευταίοι πλειοδότες, στους οποίους και κατακυρώθηκε το ακίνητο αντί πλειστηριάσματος, ποσού 82.000 ευρώ, που κατέβαλαν στην ως άνω συμβολαιογράφο ως υπάλληλο επί του πλειστηριασμού και η τελευταία εξέδωσε την υπ' αριθ. 7982/19-8- 2005 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, την οποία οι ενάγοντες και νυν τρίτη και τέταρτος των εφεσιβλήτων, μετέγραψαν νόμιμα στις 23-8-2005 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, στο τόμο 928 με αριθμό 18 και συνεπώς κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου διαμερίσματος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Πριν από την επιβολή της κατασχέσεως (10-12-2004) και συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2002, οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) αγόρασαν από τον πρώτο εφεσίβλητο, Ι. Φ., το ανωτέρω διαμέρισμα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2002 αγοραπωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ελένης Αδάμου, αντί τιμήματος 31.14 0 ευρώ που κατέβαλαν στον τελευταίο, το ως άνω όμως συμβόλαιο δεν το μετέγραψαν στα βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου από αμέλεια τους, αν και η συμβολαιογράφος που συνέταξε το εν λόγω συμβόλαιο έκανε γνωστές σ' αυτούς τις διατάξεις περί μεταγραφής του ΑΚ και τις συνέπειες της παραλείψεως της.
Το γεγονός αυτό, οι εφεσίβλητοι, πλην του πρώτου εξ αυτών, δεν το γνώριζαν και το πληροφορήθηκαν το πρώτο μετά τη μεταγραφή της κατακυρωτικής έκθεσης, όταν ζήτησε ο δικηγόρος τους από τους εκκαλούντες να παραδώσουν το διαμέρισμα που περιήλθε σ' αυτούς με τον προαναφερόμενο τρόπο. Οι εκκαλούντες με καμία ενέργεια δεν είχαν καταστήσει εμφανή στους περιοίκους την αλλαγή ιδιοκτησίας του εν λόγω διαμερίσματος, με αποτέλεσμα ο δικαστικός επιμελητής, το Δεκέμβριο του 2004 και ο πρόεδρος και ο διευθύνων σύμβουλος της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας Ι.
Π., να πληροφορούνται από τους περιοίκους, ότι το διαμέρισμα αυτό ανήκει στον Ι. Φ.. Επίσης το καλοκαίρι του 2003, η τρίτη εφεσίβλητη Φ. Π., μέλος του Δ. Σ. της ανώνυμης εταιρίας - δεύτερης εφεσίβλητης μετά την απόρριψη (αίτησης) της Α.Ε. για συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του Ι. Φ. στην Ελλάδα, θέλησε να ελέγξει μήπως ο οφειλέτης της ως άνω Α.Ε., βρίσκεται στην Ελλάδα για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό την επίδοση σχετικής αγωγής στην Γερμανία, έμαθε τον αριθμό τηλεφώνου του Ι.
Φ. στην Καλλιθέα από γνωστό της, και στο τηλεφώνημα που έκανε απάντησε κάποια γυναίκα, η οποία της δήλωσε ότι είναι μισθώτρια του διαμερίσματος και ότι ο Ι. Φ. βρίσκεται στη Γερμανία. Oι εφεσίβλητοι, δεύτερη, τρίτη και τέταρτος εξ αυτών, εάν γνώριζαν ότι ο πρώτος εφεσίβλητος είχε πωλήσει το επίδικο διαμέρισμα στους ανακόπτοντες - εναγομένους και νυν εκκαλούντες, είναι βέβαιο ότι δεν θα προέβαιναν στις ως άνω ενέργειες για να ικανοποιήσουν την απαίτηση που είχαν σε βάρος του πρώτου εφεσιβλήτου.
Θα προσπαθούσαν να βρουν άλλη λύση και όχι να εμπλακούν σε ένα δικαστικό αγώνα που διαρκεί πάνω από πέντε (5) χρόνια, προκειμένου να εισπράξει η δεύτερη εξ αυτών χρηματικό ποσό της τάξεως των 15.000 ευρώ περίπου, δαπανώντας ισόποσο σχεδόν χρηματικό ποσό. Ούτε ποτέ ο πρώτος εφεσίβλητος ενημέρωσε τους λοιπούς εφεσιβλήτους ότι είχε πωλήσει το επίδικο διαμέρισμα στους εκκαλούντες, γεγονός που απέκρυψε από αυτούς.
Όσον αφορά τη "ριζική" ανακαίνιση του επίδικου διαμερίσματος, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, αντικαθιστώντας εξ ολοκλήρου όλα τα πατώματα, κουφώματα, λουτροκαμπινέ, δαπανώντας 30.000 ευρώ, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα οι ως άνω εργασίες. Οι εκκαλούντες επικαλούνται γενικά ότι έγιναν στο διαμέρισμα οι ως άνω εργασίες και δαπάνησαν 30.000 ευρώ, χωρίς να προσκομίζουν ούτε ένα τιμολόγιο αγοράς υλικών ή τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών.
Επομένως η από μέρους της τρίτης και του τέταρτου των εφεσίβλητων, Φ. Π. και Π. Π., άσκηση του δικαιώματος κυριότητας επί του διαμερίσματος έναντι των εκκαλούντων, οι οποίοι νέμονται αυτό από την ημέρα που το αγόρασαν, δεν είναι καταχρηστική, αφού δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.
Με βάση τα ανωτέρω ο ως άνω λόγος της ανακοπής καθώς και ή ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που πρότειναν οι εναγόμενοι και νυν εκκαλούντες επί της διεκδικητικής αγωγής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αυτό και οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και πρώτος - και μοναδικός - πρόσθετος, από τον αριθμό 1α, και τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 519 παρ. 1 εδαφ. β' και 560 παρ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ολΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι "... οι εκκαλούντες με καμία ενέργεια δεν είχαν καταστήσει εμφανή στους περιοίκους την αλλαγή ιδιοκτησίας του εν λόγω διαμερίσματος, με αποτέλεσμα ο δικαστικός επιμελητής, το Δεκέμβριο του 2004 (10.12.2004) και ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, Ι.
Π., να πληροφορούνται από τους περιοίκους, ότι το διαμέρισμα αυτό ανήκει στον Ι. Φ. ... " και, εν τέλει, να απορρίψει την άνω ένσταση από την ΑΚ 281 των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ότι "κατά το μήνα Δεκέμβριο, στην Καλλιθέα της Χαλκιδικής και μάλιστα σε συγκρότημα εξοχικών κατοικιών, δεν είναι εφικτό να βρεθεί κάποιος ένοικος, ώστε να μπορεί να διαπιστώσει κανείς, αν κατοικείται ή όχι το συγκεκριμένο διαμέρισμα από αυτούς (αναιρεσείοντες).
Επιπλέον το μεγαλύτερο ποσοστό των σπιτιών αυτής της περιοχής και μάλιστα των συγκροτημάτων εξοχικών κατοικιών δεν διαθέτουν θέρμανση, δεν κατοικούνται μόνιμα, πολλώ δε μάλλον κατά τη χειμερινή περίοδο", και τα οποία, εάν χρησιμοποιούσε, θα "εντόπιζε τους ψευδείς ισχυρισμούς των αντιδίκων και θα εφάρμοζε τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ" κάνοντας, εν τέλει, δεκτή των άνω ένσταση από το άρθρο αυτό.
Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
IV. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη υπόψη των οποίων ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελούν και τα προς θεμελίωση ουσιαστικών ή δικονομικών ενστάσεων ή αντενστάσεων περιστατικά, όπως επί ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που μπορεί να θεμελιώνεται σε περισσότερα αυτοτελή περιστατικά.
Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ολ ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της άνω ένστασής τους - από την ΑΚ 281 - περιστατικά, τα οποία επικαλέστηκαν νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο Εφετείο, και συγκεκριμένα, ότι οι επισπεύσαντες την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους, δεύτερη, τρίτη και τέταρτος αναιρεσίβλητοι, γνώριζαν το γεγονός, ότι αυτοί - αναιρεσείοντες - ήσαν ήδη από το έτος 2002 νομείς και κάτοχοι του επίδικου διαμερίσματος και για το λόγο αυτό ακριβώς έδρασαν κακόβουλα και παράνομα (αφού) κοινοποίησαν την κατασχετήρια έκθεση στη θερινή τους κατοικία κατά τους χειμερινούς μήνες, προκειμένου να μην λάβουν ποτέ γνώση της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης και να μη μπορέσουν να αντιδράσουν έγκαιρα".
Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τα ανωτέρω περιστατικά, αλλά σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα - ως άνω - στην απόφαση αυτή, δέχτηκε αντίθετα προς αυτά περιστατικά και απέρριψε την άνω - από την ΑΚ 281 - ένσταση των αναιρεσειόντων, γι'αυτό ο λόγος αυτός της αναίρεσης - πέραν της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται συγκεκριμένα το πώς οι αναιρεσείοντες θα μπορούσαν, άλλως, να αντιδράσουν - είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Τέλος, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όχι χωρίς απόδειξη αλλά από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις και από όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη απέρριψε τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη θεμελιωτικά της άνω - από την ΑΚ 281 - περιστατικά, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.6.2013 αίτηση των 1) Σ. Π. Τ. κ.ά. για αναίρεση της 315/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ