Supreme Court allows appeal against appealable judgment on property ownership and usufruct rights during marriage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding property ownership and usufruct rights. The appellant argued that the lower court erred in recognizing the respondent's exclusive ownership while she held usufruct rights over the property during their marriage. The court found that the respondent could not exercise usufruct rights against her husband, who was the legal owner, and thus the lower court's reasoning violated substantive law provisions on property rights and usufruct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045, 1047, 256(1) of the Civil Code; The court held that a spouse cannot exercise usufruct rights against the other spouse who holds ownership, and a judgment recognizing such exclusive ownership during the marriage violates substantive law provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2240 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2240/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Κ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παναγέα.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Α. χήρας Θ. Π., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 12/1/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 289/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15/12/2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 271/2014 του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 15/10/2014 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Aσπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 23/3/2011 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ.1, 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που είχε κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνέπεια της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας υπόθεσης εισάγεται για συζήτηση η από 15/12/2009 αίτηση αναίρεσης κατά της 167/2009 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αρχική δικάσιμος της οποίας είχε οριστεί η 6/4/2011, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 9/5/2012, με αίτημα του παραστάντος πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος λόγω μη επίδοσης της αίτησης αναίρεσης στην αναιρεσίβλητη Α.
Π.. Στη συνέχεια, κατά τη δικάσιμο της 9/5/2012 η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω διενέργειας των βουλευτικών εκλογών και ο αναιρεσείων επανέφερε την υπόθεση για συζήτηση με την από 16/5/2012 κλήση του, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 6/11/2013. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, κατά την οποία εμφανίσθηκε μόνον ο αναιρεσείων, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης με την 271/2014 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, ακολούθως δε ο αναιρεσείων την επανέφερε για συζήτηση με την από 19/3/2014 κλήση του, κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (15/10/2014), κατά την οποία η αναιρεσίβλητη, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 7813/2011, 9758/2013 και 10727/2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κοζάνης Κ. Π. ακριβή αντίγραφα: α) της αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 6/4/2011. β) της από 7/6/2011 βεβαίωσης αναβολής της γραμματέα του Αρείου Πάγου για τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο της 9/5/2012 και γ) των από 16/6/2012 και από 19/3/2014 κλήσεων του αναιρεσείοντος για περαιτέρω συζήτηση της ίδιας υπόθεσης στις ορισθείσες δικάσιμους της 6/11/2013 και της 15/10/2014, αντίστοιχα, επιδόθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, και συνεπώς η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 ΑΚ συνάγεται ότι για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 256 αριθ. 1 και 1047 ΑΚ, προκύπτει ότι η χρησικτησία δεν αρχίζει και αν έχει αρχίσει δεν συνεχίζεται, εφόσον πρόκειται με τη χρησικτησία του ενός συζύγου να απολέσει το πράγμα ο άλλος σύζυγος, η δε αναστολή διαρκεί όσο και ο γάμος έστω και αν αυτός ύστερα ακυρωθεί.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Θ. Π. ή Τ., πατέρας του ενάγοντος- εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και σύζυγος της εναγομένης - ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δυνάμει του .../1-4-1952 συμβολαίου αγοράς του άλλοτε συμβολαιογράφου Κοζάνης Φωτίου Τσικρίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κοζάνης στον τόμο 20, με αριθμό ..., απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στο υπ' αριθ. ...
Ο.Τ. του Δήμου Κοζάνης, στην οδό ... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Τ., νότια με πρασιά, ανατολικά με οδό ... και δυτικά με βράχους, εμβαδού 154 τ. μ., εντός του οποίου βρίσκεται κτισμένη διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 35 τ.μ. και από πρώτο (α') όροφο κατοικία, εμβαδού 75 τ.μ. Κατά το έτος 1978, σύναψε δεύτερο γάμο με την Α.
Π., η οποία ήδη κατά τον ως άνω χρόνο τέλεσης του γάμου τους, είχε σοβαρό πρόβλημα με την όρασή της, την οποία έχανε σταδιακά, πάσχουσα από μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια, με αποτέλεσμα, κατά το έτος 2004, να παρουσιάζει όραση μικρότερη του 1/20 άμφω, δηλαδή να είναι πρακτικά τυφλή. Στις 8-12-2004 ο Θ. Π. ή Τ., σε ηλικία 82 ετών παρουσίασε ισχαιμικό έμφρακτο δεξιάς μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας (εγκεφαλικό επεισόδιο), εξαιτίας του οποίου εισήχθη στην παθολογική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Κοζάνης "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ".
Τον Θ. Π. επισκέφθηκε στις 10-12-2004 στο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν, ο ενάγων-γιος του από τον πρώτο του γάμο, συνοδευόμενος από την συμβολαιογράφο Κοζάνης Άννα Νανοπούλου-Τζίτζικα και δυνάμει του .../10-12- 2004 πληρεξουσίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, χορήγησε στον ενάγοντα πληρεξουσιότητα, να συνιστά γονική παροχή προς τον ίδιο (ενάγοντα), ενεργώντας με δικαίωμα αυτοσύμβασης ή δωρεά προς τους εγγονούς του (τέκνα του ενάγοντος), σε οποιοδήποτε ακίνητο του, οπουδήποτε και αν βρίσκεται, κατά πλήρη ή ψιλή κυριότητα ή κατ' επικαρπία, με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει.
Επίσης, την ίδια ημέρα εντός του νοσοκομείου, συντάχθηκε από την ως άνω συμβολαιογράφο και η .../10-12-2004 δημόσια διαθήκη του Θ. Π., με την οποία εγκαθιστά κληρονόμους του α) τους εγγονούς του Ε. και Θ. (γιους του ενάγοντος), στους οποίους αφήνει τα αναφερόμενα στη διαθήκη στον καθένα ακίνητα και β) τον γιο του-ενάγοντα, στον οποίο αφήνει το επίδικο ακίνητο, κατά πλήρη κυριότητα, με δικαίωμα όμως ισόβιας οίκησης της συζύγου του (εναγομένης α'- ενάγουσας β' αγωγής).
Στη συνέχεια ο ενάγων, ενεργώντας δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου και του παρασχεθέντος με αυτό δικαιώματος αυτοσύμβασης, προέβη στην κατάρτιση του .../20-12-2004 συμβολαίου γονικής παροχής, με το οποίο απέκτησε το επίδικο κατά ψιλή κυριότητα, ενώ ο δικαιοπάροχος πατέρας του παρακράτησε για τον εαυτό του όσο ζούσε το δικαίωμα της επικαρπίας.
Μετά τον θάνατο του Θ. Π., στις 12-1-2005, η παρακρατηθείσα επικαρπία ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, πλην όμως ο ενάγων ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, καθόσον η παραπάνω μεταβίβαση έγινε παρά μη κυρίου. Τούτο διότι από το 1978 που τελέσθηκε ο γάμος της εναγομένης (ενάγουσας β' αγωγής) με τον Θ.
Π., ο τελευταίος της μεταβίβασε την κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας, με άτυπη δωρεά, ενεργώντας από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, προκειμένου να έχει κάποια εξασφάλιση για τα γεράματά της, ενόψει και του σοβαρού προβλήματος που εκείνη αντιμετώπιζε με την όρασή της. Το πρόβλημα αυτό καθώς και τη σοβαρή επιδείνωσή του με την πάροδο των ετών, ο αποβιώσας σύζυγος της εναγομένης γνώριζε από την αρχή του γάμου τους και φυσικό ήταν να επιθυμεί την καλύτερη δυνατή εξασφάλισή της, σε περίπτωση θανάτου του, ενώ τα χρόνια που ακολούθησαν προέβη σε παροχές προς τον ενάγοντα-γιο του, στον οποίο μεταβίβασε οικόπεδα, αλλά και τον βοήθησε οικονομικά με ένα σοβαρό χρηματικό ποσό για αγορά οικοπέδου στο Αλιβέρι Ευβοίας, όπου είναι εγκατεστημένος με την οικογένειά του.
Από δε την κατά τα ανωτέρω άτυπη μεταβίβαση του επιδίκου στην ενάγουσα το έτος 1978, μέχρι και την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση των ένδικων αγωγών, εκείνη ασκεί πράξεις νομής αδιαλείπτως, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν. Ειδικότερα, διαμένει στην διώροφη οικία, που είναι κτισμένη στο επίδικο οικόπεδο, στην οποία, αμέσως μετά την τέλεση του γάμου, πραγματοποίησε εργασίες βελτίωσης με δικά της χρήματα και συγκεκριμένα με χρήματα "της προίκας" της, ανακατασκεύασε το μπάνιο και την κουζίνα και αργότερα με χρήματα που εισέπραξε από την πώληση ενός χωραφιού της (αμπέλι), τοποθέτησε σύστημα τηλεθέρμανσης και θερμαντικά σώματα (καλοριφέρ), γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας του ενάγοντος, ο οποίος καταθέτει ότι την ημέρα της κηδείας του Θ.
Π., είδε ότι στο σπίτι υπήρχαν καινούργια καλοριφέρ. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, κατατέθηκαν από την μάρτυρα της εναγομένης-ενάγουσας, η οποία είναι σύζυγος του ανεψιού του αποβιώσαντος, διαμένει σε όμορη οικία και από την αρχή του γάμου τους διατηρούσε στενές σχέσεις με την εναγομένη και τον σύζυγο της και ως εκ τούτου είναι αναμενόμενο να γνωρίζει, όχι μόνον για τις προσωπικές τους σχέσεις αλλά και για θέματα περιουσιακής φύσης, ενώ ο μάρτυρας του ενάγοντος-εναγομένου αναφέρεται μόνον στις σχέσεις του ενάγοντος με τον δικαιοπάροχο πατέρα του.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί της άτυπης μεταβίβασης του επιδίκου, λόγω δωρεάς, στην εναγομένη-ενάγουσα ενισχύεται και από το γεγονός, ότι ο αποβιώσας σύζυγος της και πατέρας του ενάγοντος σε ανύποπτο χρονικό σημείο, προέβη ενώπιον της ιδίας συμβολαιογράφου, στην σύνταξη της .../12-3-2001 δημοσίας διαθήκης του, με την οποία, χωρίς να γίνεται αναφορά σε άλλα περιουσιακά του στοιχεία, καταλείπει το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα σύζυγο του.
Με την ενέργειά του αυτή, επιβεβαίωσε και εμπράκτως την προηγηθείσα άτυπη μεταβίβαση, καθόσον αυτός ήταν, κατά την κρίση του, και ο οικονομικότερος τρόπος να το πράξει, όπως επίσης από την μάρτυρα της εναγομένης-ενάγουσας κατατέθηκε, αφού δεν θα επιβαρυνόταν με έξοδα σύνταξης συμβολαίου και πληρωμή των αναλογούντων φόρων.
Σύμφωνα με όσα, κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκαν, αφού η εναγομένη- ενάγουσα νεμόταν το επίδικο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και συγκεκριμένα από το έτος 1978 μέχρι και την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση των άνω αγωγών (26-4-2007), το Δικαστήριο κρίνει ότι κατέστη κυρία αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συνεπώς η αγωγή της πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της πρώτης υπό στοιχ. (α') αγωγής Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αναστολής της χρησικτησίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον άμεσο δικαιοπάροχο- πατέρα του Θ.
Π. ή Τ., έκρινε ότι η με αριθ. έκθ. κατ. 190/2006 ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι κατ'ουσίαν βάσιμη, ενώ η με αριθ. εκθ. κατ. 118/2006 συνεκδικασθείσα διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος είναι κατ'ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1047 και 256 αριθμ. 1 ΑΚ (τις δύο τελευταίες με τη μη εφαρμογή τους), διότι δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, που ανήκε κατά κυριότητα στο σύζυγο της Θ.
Π., με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο μεταξύ αυτών γάμος εξακολουθούσε να υπάρχει κατά το χρονικό διάστημα που εκείνη ασκούσε νομή χρησικτησίας (1978-2005) και, συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, δεν μπορούσε να αρχίσει και να συνεχίσει έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του συζύγου της και πατέρα του αναιρεσείοντος.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο για παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμοι.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 167/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ