Legislator Case Law & Legislation
2240/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's expedited enforcement, ruling lower court erred on debt certainty.

Case Number 2240/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the bank's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's dismissal of its expedited enforcement action. The lower court had rejected the bank's claim because the debt amount changed due to statutory adjustment, rendering the title uncertain. The Supreme Court ruled that the law does not require the debt to be fixed at the time of enforcement, allowing the bank to proceed unilaterally with the adjusted amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 915, 916 of the Code of Civil Procedure; Article 30 of Law 2789/2000: The Supreme Court held that a debt title remains certain and clear for expedited enforcement even if the amount is subject to subsequent statutory adjustment, provided the creditor unilaterally specifies the adjusted sum.

Keywords

AI generated
expedited enforcement statutory adjustment certain debt title bank enforcement Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 915 of the Code of Civil Procedure
Article 916 of the Code of Civil Procedure
Article 30 of Law 2789/2000
Article 42 of Law 2912/2001
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2240 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2240/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" πρώην "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA ΒΑΝΚ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Τσενέ και Νικόλαο Νίκα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ετερορρύθμου Εταιρίας με την επωνυμία "...ΕΕ" (και δ.τ. "...ΕΕ"), η οποία προήλθε από τη μετατροπή της Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "...Ο.Ε" που εδρεύει στη ...και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Τάκη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.6.2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1901/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10.1.2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 26.3.2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι, το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη για το λόγο ότι ασκήθηκε εκπροθέσμως. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, να απορριφθεί ως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι τον ισχυρισμό στον οποίο στηρίζεται ο εξεταζόμενος λόγος, ήτοι το εκπρόθεσμο της ασκηθείσας ανακοπής, ο οποίος, (ισχυρισμός) δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ., προέτεινε στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

II). Με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% το ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31. 12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 21-12-2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ' ανατοκισμού. ....4) Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται: α) Να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β) Να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31-12-2001... .6) Τα πιστωτικά ιδρύματα με τους περιορισμούς των παραγράφων 1 και 5 του παρόντος δύνανται να συμφωνούν με τους οφειλέτες τους όρους και τρόπο εξόφλησης των οφειλών που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, 7) Από 1-1-2002 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή της συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίζει το οφειλόμενο κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης..." Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως, τόσο τις προϋποθέσεις, όσο και το ύψος του ex lege επιτασσόμενου περιορισμού των οφειλών από τόκους, το οποίο (ύψος) προσδιορίζει μέσω απλού αριθμητικού υπολογισμού, χωρίς να προσαπαιτεί τη μεσολάβηση συμφωνίας των μερών ή δικαστικής αποφάσεως.

Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι οφειλέτες μπορούν, περαιτέρω, να συμφωνούν "τους όρους και τον τρόπο εξοφλήσεως των οφειλών" που ρυθμίζονται, όχι, επομένως, και την ύπαρξη ή το ύψος τους. Οι συμβαλλόμενοι μπορούν, βεβαίως, σε περίπτωση διαφωνίας, να προσφεύγουν στα δικαστήρια, η απαγγελλόμενη, όμως, επί της διαφοράς δικαστική κρίση απλώς αναγνωρίζει την αμέσως και αυτοδικαίως επερχόμενη από την εφαρμογή του νόμου έννομη συνέπεια.

Τέλος, προβλέπεται η αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως για ένα ορισμένο διάστημα, μετά την πάροδο του οποίου το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την εκτέλεση, σε οποιοδήποτε στάδιο είχε αυτή καθηλωθεί, δηλώνοντας απλώς το ποσό της οφειλής, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.

Τούτων δοθέντων, ο νόμος ούτε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 915 Κ.Πολ.Δ βεβαιότητα της απαιτήσεως θίγει, αφού δεν προσθέτει σ' αυτή αίρεση ή προθεσμία, ούτε καθιστά το περιεχόμενό της εκκρεμές ή αμφίβολο. Εξάλλου, ούτε ανεκαθάριστη είναι κατά το άρθρο 916 Κ.Πολ.Δ η απαίτηση, αφού το ύψος της προκύπτει από αυτόν και μόνο τον εκτελεστό τίτλο με την τέλεση ορισμένων αριθμητικών πράξεων.

Επομένως, επιτρέπεται η επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως από τράπεζα, εφόσον αυτή διαθέτει εκτελεστό τίτλο και μονομερώς εξειδικεύει το οφειλόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, ποσό της απαιτήσεως, χωρίς να αποκρούεται με τον ισχυρισμό ότι η απαίτηση δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη λόγω της ex lege αναπροσαρμογής της, που εν τω μεταξύ εχώρησε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε βάσιμη την ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως που επέσπευσε εις βάρος της η αναιρεσείουσα τράπεζα με βάση εκτελεστό ο τίτλο (διαταγή πληρωμής), μετά τη μεσολαβήσασα αναπροσαρμογή της οφειλής, κατ' άρθρο 30 του ν. 2789/2000, και τον εκ μέρους της επισπεύδουσας μονομερή επαναπροσδιορισμό του οφειλομένου ποσού.

Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη έκρινε ότι "η παράλειψη, εκ μέρους της καθ' ης, ακριβούς καθορισμού του ύψους των οφειλών της ανακόπτουσας και της ρύθμισης αυτών σύμφωνα με το νόμο, χωρίς μονομερή πράξη υπολογισμού της ίδιας της δανείστριας, ενόψει των αντιρρήσεων της ανακόπτουσης, κατέστησε την απαίτησή της αβέβαιη και μη εκκαθαρισμένη, διότι οι απαιτήσεις κατέστησαν, μετά την έκδοση των προαναφερόμενων διατάξεων του Ν 2789/2000, όπως ισχύει, ex lege απαιτήσεις, υπό όρο, εξαρτώμενες από τη διαδικασία του επανακαθορισμού τους.

Έτσι, εξαιτίας του ότι στον εκτελεστό τίτλο δεν ενσωματώνεται αξίωση βέβαιη και εκκαθαρισμένη, υπάρχει έλλειψη της αξίωσης για αναγκαστική εκτέλεση και η επιχειρούμενη σε βάρος της ανακόπτουσας είναι άκυρη". Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, στηριζόμενο σε ερμηνευτική εκδοχή αντίθετη προς αυτή που διατυπώνεται στη σκέψη που προηγήθηκε, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 915, 916 Κ.Πολ.Δ και 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 1901/2007 απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1901/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Kαι

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ