Legislator Case Law & Legislation
2240/2006 AI generated

Appeal dismissed because the Council of Appeal judges' decision on prosecution is not subject to cassation review.

Case Number 2240/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Council of Appeal Judges' decision to refer the defendant to trial for fraud. The defendant argued for a review of the Council's determination to prosecute only specific charges while excluding others involving the National Bank of Greece. The court ruled that decisions by the Council of Appeal Judges regarding the initiation of prosecution are final and not subject to cassation, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 308(1)(3) and (4) of the Code of Criminal Procedure; Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure: Decisions by the Council of Appeal Judges on the initiation of prosecution are final and not subject to cassation review.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility Council of Appeal Judges prosecution initiation decision finality of judicial decisions Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 308(1)(3) and (4) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 1 of Law 1608/1950

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2240 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2240/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 306/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1552/2006.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 529/24-11-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω στο Δικαστήριο σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:

Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 306/2006 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον κατηγορούμενο ..., για να δικαστεί για απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος ή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. και ήδη 15.000 ευρώ, που φέρεται να τελέσθηκε σε βάρος του .... Με το ίδιο βούλευμα αποφασίσθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του ίδιου κατηγορουμένου για άλλες επί μέρους περιπτώσεις κακουργηματικής απάτης, κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και κακουργηματική πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βάρος του ίδιου παραπάνω παθόντος, αλλά και για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου άνω των 50.000.000 δρχ., απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια με σκοπούμενο όφελος άνω των 50.000.000 δρχ., και πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια με σκοπούμενο όφελος άνω των 50.000.000 δρχ. σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (βλ. βούλευμα).

II. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε με δήλωση στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την με αριθμό 85/18-7-2006 αίτηση αναιρέσεως (βλ. σχετική έκθεση).

III. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. 3 και 4 του Κ.Π.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 7 του 1738/1987, "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 ("για τους καταχραστές του δημοσίου"), η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, να αποφαίνεται σε μία τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης, που της δόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την άσκηση της ποινικής δίωξης και από τον ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το Συμβούλιο, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει, ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως όταν κριθεί, ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950.

Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο Εφετών οφείλει, αφού δώσει με βάση τα περιστατικά που κατά την κυριαρχική εκτίμηση του προέκυψαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, να παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο τον κατηγορούμενο, για να δικαστεί για την πράξη αυτή, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκε από τούτο, το σχετικό δε βούλευμά του, δεν υπόκειται σε αναίρεση (βλ.

ΑΠ 1389/2006, ΑΠ 1040/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων για τις οποίες δεν πρόκειται και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται όπως το αμετάκλητο βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο σε Συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο.

ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 306/2006 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκδόθηκε μετά την άσκηση σε βάρος του αναιρεσείοντος, ποινικής διώξεως για την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και συνήθεια κατ΄ εξακολούθηση, κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατ΄ εξακολούθηση και κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ΄ εξακολούθηση σε βάρος του ιδιώτη ..., αλλά και σε βάρος του νομικού προσώπου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, με απειληθείσα ζημία μεγαλύτερη του ποσού των 50 000.000 5ρχ., με τη συνδρομή δηλαδή του ν. 1608/1950.

Μετά δε την περάτωση της κύριας ανάκρισης που ενεργήθηκε σχετικά για τις παραπάνω πράξεις και περατώθηκε νομίμως, η υπόθεση εισήχθη από τον Εισαγγελέα Εφετών στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την αναφερόμενη παραπάνω κακουργηματική απάτη σε βάρος του ιδιώτη, γιατί θεώρησε από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ότι δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις για την προπομπή και για τις κακουργηματικές πράξεις του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 που φερόταν να έχουν τελεστεί σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ.

Η δυνατότητα αναιρέσεως του βουλεύματος αυτού, δηλαδή το αμετάκλητο ή μη του βουλεύματος, θα κριθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, εκ των πράξεων για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη και όχι εκ των πράξεων για τις οποίες παραπέμπεται ο κατηγορούμενος Και εφόσον η ποινική δίωξη ασκήθηκε με τη συνδρομή του ν. 1608/1950, το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αμετάκλητο, μη υποκείμενο σε αναίρεση.

Επομένως η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορούμενου, που στρέφεται κατά του παραπάνω αμετάκλητου βουλεύματος, είναι απαράδεκτη.

V. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτώνΠ ρ ο τ ε ί ν ω

Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 85/2006 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο ... κατά του 306/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και

ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.

Αθήνα 21-11-2006

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 308 παρ.1 εδ.β' και γ' του ΚΠΔ στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν.1608/1950 η περάτωση της κύριας ανακρίσεως κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ο εισαγγελέας εφετών στην περίπτωση αυτή μετά την τυπική περάτωση της κύριας ανακρίσεως, εάν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, οφείλει να εισαγάγει τη δικογραφία στο συμβούλιο εφετών με σχετική πρότασή του επί της ουσίας της υποθέσεως. Το συμβούλιο εφετών είναι στην περίπτωση αυτή το μόνο αρμόδιο να κηρύξει την ουσιαστική περάτωση της κύριας ανακρίσεως, αποφαινόμενο με το βούλευμά του όχι μόνο όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, που αφορούν την κατηγορία για ορισμένη πράξη, προβλεπόμενη από το άρθρο 1 του ν.1608/1950, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη, για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ.1α και 310 παρ.1 εδ.1 ΚΠΔ, είτε διότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είτε διότι το γεγονός, που αφορά η κατηγορία, δεν συνιστά αξιόποινη πράξη ή υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν το άδικο ή τον καταλογισμό, καθώς επίσης και όταν συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ.1β και 310 παρ.1 εδ.β' του ΚΠΔ.

Η αρμοδιότητα αυτή του συμβουλίου εφετών, η οποία, κατ' ανάλογη εφαρμογή όσων ισχύουν και για την καθ' ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου (άρθρο 119 παρ.1 ΚΠΔ), προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της αξιόποινης πράξεως, που της δόθηκε από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών με την άσκηση της ποινικής διώξεως και απαγγέλθηκε η σχετική κατηγορία, υφίσταται και όταν τούτο, κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, ήθελε κρίνει ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του ν.1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως όταν το συμβούλιο κρίνει ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων, που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν.1608/1950.

Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο εφετών, μετά την εισαγωγή σ' αυτό της δικογραφίας από τον εισαγγελέα εφετών, οπότε η τύχη της κατηγορίας εκφεύγει από κάθε δικαιοδοσία του, οφείλει κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του (άρθρα 313 και 119 παρ.2 ΚΠΔ), αφού με βάση τα περιστατικά που κατά την εκτίμησή του προέκυψαν δώσει κυριαρχικώς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξεως, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, να παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο τον κατηγορούμενο για να δικασθεί για την πράξη, όπως αυτή ορθώς χαρακτηρίσθηκε από τούτο.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για κατ' εξακολούθηση απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος και κατ' εξακολούθηση πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του ιδιώτη ... αλλά και σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ με απειληθείσα ζημία άνω των 50.000.000 δραχμών, ήτοι με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 1 του ν.1608/1950.

Για την υπόθεση αυτή διατάχθηκε και ενεργήθηκε κύρια ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών Αθηνών διαβίβασε τη σχηματισθείσα δικογραφία στο Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος με πρότασή του την εισήγαγε στο συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Το τελευταίο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, που τέλεσε κατ' εξακολούθηση στην ...

κατά το χρονικό διάστημα από 29-5-1996 μέχρι 1-12-1999 σε βάρος του ιδιώτη ..., αφού από την εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι δεν προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή εκείνου και για τις κακουργηματικές πράξεις α) της απάτης κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στην ... την 10-7-1995, 13-9-1995, 6-10-1995, 19-12-1995, 18-4-1996, 21-10-1996, 21-10-1998 και Σεπτέμβριο 1999 σε βάρος του ιδιώτη ..., β) της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που φέρεται ότι τέλεσε στην ...

κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-1995 μέχρι 1-12-1999 σε βάρος του ιδιώτη ... και γ) της πλαστογραφίας, που φέρεται ότι τέλεσε στην ... την 29-10-1996 σε βάρος του ιδιώτη ... και περαιτέρω ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1 παρ.1 του ν.1608/1950 για τις κακουργηματικές πράξεις της κατ' εξακολούθηση 1) υπεξαιρέσεως, 2) απάτης και 3) πλαστογραφίας, που φέρεται ότι τέλεσε στην ...

από 10-7-1995 μέχρι 1-12-1999 σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Έτσι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το συμβούλιο εφετών Αθηνών αποφάνθηκε αμετακλήτως επί της υποθέσεως. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά βουλεύματος μη υποκείμενου σε αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2006 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 306/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ