Legislator Case Law & Legislation
223/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against First Instance judgment for procedural defects in bankruptcy proceedings.

Case Number 223/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a First Instance judgment in bankruptcy proceedings. The court found the lower court violated substantive law by failing to supplement missing elements of the appellant's request for exemption from auction, despite available evidence. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was revoked, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1(1) and 4(1) of Law 3869/2010; In bankruptcy proceedings, the court of first instance must supplement missing elements of a request for exemption from auction using available evidence or its own initiative, and failure to do so constitutes a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
bankruptcy proceedings exemption from auction supplementing evidence substantive law violation remittal for retrial procedural defects first instance judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraphs 2-4 of the Code of Civil Procedure
Article 1 paragraph 1 and Article 4 paragraph 1 of Law 3869/2010
Article 254 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3, paragraph 2 of Law 3869/2010
Article 8, paragraph 6, section 2 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 223 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 223/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ανδριανοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, εταιρεία με την επωνυμία ... που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2019 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1231/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 808/2023).

Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-10-2024), με αριθμό πινακίου 12, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ...2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Β.

Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως ο επισπεύδων την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Ανδριανοπούλου, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον ο αναιρεσείων.

Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία της.

Η κρινόμενη, από 18-5-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/4-8-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. .../2021 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την από 28-2-2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. ...2019) αίτηση για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ζήτησε την ρύθμιση των οφειλών του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2020 οριστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση απορρίφθηκε ως αόριστη, επειδή δεν εκτίθεται στο δικόγραφό της το κεφάλαιο, οι τόκοι, τα έξοδα και το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσεως, καθώς και αν το επιτόκιο εκτοκισμού περιλαμβάνεται στις βεβαιώσεις οφειλών και δεν υπάρχει αίτημα για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντος. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ο αιτών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την από 24-4-2020 έφεσή του, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμη.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 σαφώς προκύπτει ότι στην αίτηση για την ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου ο αιτών - οφειλέτης πρέπει να εκθέτει ότι είναι φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου, ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής αυτών των χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού (ήδη προδικαστικού) συμβιβασμού με τους πιστωτές του και ότι δεν έχει υπάρξει άλλη απαλλαγή από τα χρέη του στο παρελθόν με βάση τον νόμο.

Επιπλέον, πρέπει να εκθέτει ποιοι είναι οι πιστωτές του, με πλήρη στοιχεία, ποιες είναι οι απαιτήσεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να περιγράφει την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος, άγαμος, διαζευγμένος, εάν έχει προστατευόμενα μέλη, τα οποία υποχρεούται εκ του νόμου να διατρέφει), τα εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του και τα περιουσιακά του στοιχεία.

Τέλος, πρέπει να περιλάβει στην αίτησή του σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθετήσεως των οφειλών του, που να περιέχει ρύθμιση για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αίτημα δικαστικής ρυθμίσεως των οφειλών του, επί αποτυχίας δικαστικού συμβιβασμού και διασώσεως (εξαιρέσεως από την εκποίηση) της κύριας κατοικίας του (Α.Π. 1231/2023, Α.Π. 438/2019).

Τα στοιχεία αυτά μπορούν, άλλωστε, να περιέχονται σε συνημμένα στην αίτηση έγγραφα, οπότε συγκοινοποιούνται με αυτήν. Αν ο οφειλέτης δεν περιλάβει τα ανωτέρω στοιχεία στην αίτησή του, γεγονός που μπορεί να διαγνωσθεί από την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, τότε αναδεικνύεται ότι η υποβληθείσα αίτηση δεν είναι πλήρης, η δε αίτηση από την οποία έχουν παραλειφθεί τα ανωτέρω στοιχεία είναι ανακριβής και όχι αόριστη.

Οι ελλείψεις του δικογράφου της αιτήσεως μπορούν να καλυφθούν με τις αποδείξεις, αλλά και με την παρέμβαση του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο του άρθρου 236 του Κ.Πολ.Δ. (διασαφήσεις των διαδίκων). Τούτο επιτρέπεται να γίνει με τις προτάσεις ή με δήλωση στα πρακτικά στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος και της ελαστικότητας της παρούσας διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Συνεπώς, οι σχετικές ελλείψεις της αιτήσεως δεν είναι στοιχείο του ορισμένου της, ούτε λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά επιφέρει την απόρριψη της αιτήσεως για ουσιαστικούς λόγους και μόνο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάσσει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και, ιδιαιτέρως, γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της εννόμου σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 του Κ.Πολ.Δ.) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από τον νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπ' όψιν ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 542/2022, Α.Π. 834/2021).

Επιπλέον τούτων, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρο 744, 745, 751 του Κ.Πολ.Δ., ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκουσίας δικαιοδοσίας ως μέσον προστασίας, κυρίως, δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του Δικαστή στην συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης και επιτρέπει την δυνατότητα συμπληρώσεως με τις προτάσεις, στο δε Ειρηνοδικείο και προφορικώς κατά την συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρ. 115 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) εκείνων των στοιχείων της αιτήσεως, που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επομένως και του αιτήματος αυτής (Α.Π. 834/2021).

Διότι, στις δίκες της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με την νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου.

Συνεπώς, ο σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση, δηλαδή, του ρυθμιστικού αποτελέσματος (Α.Π. 834/2021). Επίσης, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος, που καθιερώνεται στην εκουσία δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στην κατ' έφεσιν δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα, αλλά και από τα άρθρα 223 και 224 του Κ.Πολ.Δ., στο μέτρο που επιτρέπουν την συμπλήρωση, αλλά και την μεταβολή της αιτήσεως, με νέα στοιχεία και μετά την (πρώτη) συζήτηση (Α.Π. 834/2021, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 2270/2014).

Συνεπώς, η μεταβολή ή η συμπλήρωση της ιστορικής βάσεως της αιτήσεως είναι δυνατή και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 765 του Κ.Πολ.Δ., κατ' εξαίρεσιν εκείνης του άρθρου 224 του αυτού Κώδικα (Α.Π. 834/2021, Α.Π. 550/2019, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 1384/2018, Α.Π. 277/2018, Α.Π. 528/20...).

Σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένως, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 1/2006, Ολ. Α.Π. 2/2013, Α.Π. 1231/2023, Α.Π. 438/2019).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκτασιν σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσον η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσον και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 1231/2023, Α.Π. 438/2019), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1231/2023, Α.Π. 438/2019), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 438/2019). Προκειμένου δε περί αοριστίας της αγωγής, ελέγχεται, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου, μόνο η "νομική αοριστία", δηλαδή εκείνη, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή, αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα των απαιτούμενων από τον νόμο στοιχείων για την θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (Α.Π. 1231/2023, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 213/2018, Α.Π. 220/2012).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του και όχι από τον αριθμό 5) του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, κατ' εκτίμησιν όσων αναφέρονται στο αναιρετήριο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η αίτησή του είναι αόριστη και να απορρίψει ως αβάσιμη την έφεσή του, παραβίασε ευθέως τα άρθρα 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν (με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας), Μονομελές Πρωτοδικείο ... την από 24-4-2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. .../2020 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ..., ερευνώντας την νομική βασιμότητα της ενδίκου, από 28-2-2019, αιτήσεως του αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: "Με τον μοναδικό λόγο της έφεσης του, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, διότι εάν τον εφάρμοζε ορθά δεν θα έπρεπε να απορρίψει την αίτηση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αιτήσεως προκύπτει ότι ο αιτών αναφέρει μεν στην αίτησή του τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, πλην όμως δεν αναφέρει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 β και 2 παρ. 4 του N. 3869/2010, ως ίσχυαν στην ένδικη περίπτωση, τους τόκους, τα έξοδα, το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης, καθώς και το επιτόκιο εκτοκισμού, αν και αυτά περιλαμβάνονται στην προσκομιζόμενη βεβαίωση οφειλών.

Περαιτέρω όσον αφορά τη διάσωση (εξαίρεσης από την εκποίηση) της κύριας κατοικίας, δεν είναι σαφές ότι αιτείται την εξαίρεσή της, αφού ενώ στο δικόγραφο περιλαμβάνει το κεφαλαίο 12, υπό τον τίτλο "12. Εξαίρεση της κύριας κατοικίας", δεν περιλαμβάνει ανάλογο αίτημα στο αιτητικό του, ακόμα δε και σε περίπτωση που εκτιμηθεί ότι ο αιτών ζητά την εξαίρεση της κύριας κατοικίας, δεν προσδιορίζει τη μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 δ και 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, ως ίσχυαν στην ένδικη περίπτωση.

Οι πιο πάνω παραλείψεις δεν μπορούν να συμπληρωθούν με τις προτάσεις ή με αναφορά σε σχετικά προσκομιζόμενα έγγραφα και καθιστούν την αίτηση αόριστη". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο ..., παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.

Ειδικότερα, στην από 28-2-2019 αίτηση του αναιρεσείοντος, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του Ειρηνοδικείου ... αυθημερόν, εκτίθεται το οφειλόμενο κεφάλαιο από την συναφθείσα σύμβαση στεγαστικού δανείου με την καθής η αίτηση - αναιρεσίβλητη, ενώ στην ιστορική της βάση αναφέρεται και το αίτημα του αιτούντος για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του.

Επίσης, προσκομίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η από 28-2-2019 βεβαίωση της καθής η αίτηση για το οφειλόμενο από τον αιτούντα κεφάλαιο, καθώς και οι τόκοι και τα έξοδα. Την προσκομιδή, άλλωστε, αυτή βεβαιώνει και το Μονομελές Πρωτοδικείο ... στην προσβαλλόμενη απόφασή του. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην νομική σκέψη, το Δικαστήριο της ουσίας μπορούσε και όφειλε, στο πλαίσιο της εκουσίας δικαιοδοσίας, να συμπληρώσει τα ελλείποντα στοιχεία της αιτήσεως μέσω των προσκομισθεισών ενώπιόν του αποδείξεων, αλλά και με την παρέμβασή του κατά την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο ή διατάσσοντας την επανάληψη της συζητήσεως (άρθρο 254 του Κ.Πολ.Δ).

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 18-5-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. .../2021 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Αναιρεί την υπ' αριθμ. .../2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ