Legislator Case Law & Legislation
223/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against second defendant's statute of limitations defense in ejectment suit, remanding case for retrial.

Case Number 223/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the second defendant's statute of limitations defense in an ejectment action, ruling it inadmissible. The court held that while the first defendant could not raise the defense, the second defendant (the acquirer) was a necessary co-defendant entitled to assert it. Consequently, the judgment was remanded for retrial to determine the validity of the defense.

Legislator headnote

AI generated

Articles 527(1), 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The acquirer of the property from the dispossessor, sued as a necessary co-defendant in an ejectment action, is legally permitted to raise the statute of limitations defense against the creditor, contrary to the lower court's ruling that only the dispossessor could assert it.

Keywords

AI generated
ejectment action statute of limitations necessary co-defendant property acquisition Code of Civil Procedure remand for retrial defense admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 527(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1161/2021
Supreme Court Case 1181/2019
Supreme Court Case 264/2013
Supreme Court Case 106/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 223 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 223/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Κ. Κ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θωμούλα Γρηγορίου.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-07-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-04-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και τη καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ σύμφωνα με την παρ. 3 το ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Η διετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης και ισχύει αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, με δυνατότητα ωστόσο επιμήκυνσής της στην περίπτωση που επιδοθεί πριν από τη λήξη της η απόφαση και συμβεί, με αφετηρία πλέον την επίδοση αυτή, η γνήσια προθεσμία των τριάντα κατά την παρ. 1 του άρθρ. 564 ΚΠολΔ να υπερβαίνει τη διάρκεια της καταχρηστικής προθεσμίας (πρβλ.

ΑΠ 1161/2021, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 264/2013, ΑΠ 106/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 24-4-2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στις 30-4-2019 , προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 88/2017 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ερευνώντας εκ νέου την άνω αγωγή δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν.

Η αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στις 5-4-2019, ήτοι πριν την εκπνοή της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της την 11-4-2017, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής (ΑΠ 1300/2019), πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος (ΑΠ1284/2011), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (Ολ.

ΑΠ 709/1974, ΑΠ 928/2014, ΑΠ1720/2014, ΑΠ 278/2011), και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών (δηλαδή ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη χωρίς να αρκεί η υπαίτια άγνοια του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014). Η γνώση αυτή τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΑΠ 708/2017).

Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 651/2008, ΑΠ 1001/2007) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 928/2014).

Επίσης, από τις αυτές ως άνω διατάξεις των άρθρων 939 επ ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.

Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου (ΑΠ 1815/2012). Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.

Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.

Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 1079/2015).

Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1491/2018).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118, 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει:

α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Ολ ΑΠ15/2012) β) επίκληση προθέσεως βλάβης του δανειστή (με τη μεταβίβαση) και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένης στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν επαρκεί γι` αυτό (Ολ ΑΠ 6/2003, AΠ 1116/2018, ΑΠ 661/2015).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας την αναφορά περισσότερων στοιχείων από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση της νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 703/2019, ΑΠ 1966/2017).

Λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο, ή έκπτωση από το δικαίωμα που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1419/2019) και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής. (Ολ ΑΠ1573/1981, ΑΠ218/2020, ΑΠ 571/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη εξέθετε στην υπό κρίση αγωγή της, παραδεκτώς επισκοπούμενη από τον Άρειο Πάγο κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι κατάρτισε με την ανώνυμη εταιρεία "..." σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ύψους 13.000.000 ευρώ, την εκπλήρωση της οπoίας εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων).

Ότι η πιστούχος αναγνώρισε την 30-6-2011 τα επί μέρους χρεωστικά κατάλοιπα των λογαριασμών που εξυπηρετούσαν την εν λόγω πίστωση. Ότι λόγω υπερημερίας της τελευταίας στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από την άνω σύμβαση η τράπεζα κατήγγειλε αυτήν την 31-12-2012 και έκλεισε τους μνημονευόμενους στην αγωγή 4 λογαριασμούς που λειτουργούσαν προς εξυπηρέτησή της, οι οποίοι εμφάνισαν το προσδιοριζόμενο στην αγωγή για ένα έκαστο χρεωστικό κατάλοιπο συνολικού ύψους 3.339.331,83 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο γνωστοποίησε με την από 2-1-2013 επιστολή της στην πιστούχο και τον εγγυητή της πρώτο εναγόμενο, παραθέτοντας αναλυτικά στην αγωγή την κίνηση ενός εκάστου από την ως άνω αναγνώριση των επί μέρους χρεωστικών καταλοίπων μέχρι την προμνημονευθείσα καταγγελία της σύμβασης.

Ότι ο τελευταίος μεταβίβασε, με αιτία την πώληση, δυνάμει του υπ` αριθμ…. /9-1-2009 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Καβάλας, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα την 14/1/2009, το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο ιδιοκτησίας του στον δεύτερο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) αντί του ποσού των 33.939,50 ευρώ, παρότι γνώριζε ότι κατά τον επίμαχο χρόνο της μεταβίβασης υφίστατο η επίδικη σε βάρος του απαίτηση, αφού το χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου και του ιδίου κατάλοιπο της επίδικης σύμβασης ανερχόταν σε 1.599.972,29 ευρώ, καθώς και ότι λόγω της μεταβίβασης αυτής, η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησής της κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής, έπραξε δε αυτός έτσι δολίως προς βλάβη αυτής ώστε να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησής της.

Ότι και ο δεύτερος εναγόμενος, συμβλήθηκε ως αγοραστής, γνωρίζοντας ως στενός συγγενής (εγγονός) την ύπαρξη και το ύψος του επίδικου χρέους του πρώτου εναγομένου στην τράπεζα και το γεγονός ότι ο τελευταίος απαλλοτρίωνε το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξίωσης αυτής της ενάγουσας.

Με βάση δε τα παραπάνω ιστορούμενα ζήτησε τη διάρρηξη της εν λόγω απαλλοτρίωσης. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν στο Εφετείο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό τους περί αοριστίας της αγωγής της αναιρεσίβλητης και, επίσης, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν μνημονεύεται σ' αυτήν:

α) το σύνολο των χρεωπιστωτικών κονδυλίων όλων των λογαριασμών που κινήθηκαν προς εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης του πρώτου αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη τράπεζα από το άνοιγμα μέχρι το κλείσιμό τους και την καταγγελία τους, ιδίως δε κατά την ημέρα της επίδικης μεταβίβασης, β) ότι η εναπομείνασα περιουσία του πρώτου εξ αυτών εκ των 138.617 μετοχών αξίας 5.000.000 ευρώ υπερκαλύπτει την απαίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας και γ) η γνώση του δεύτερου αναιρεσίβλητου (ως αποκτήσαντος τρίτου)".

Ωστόσο, με βάση το εκτεθέν ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, στο δικόγραφο αυτής διαλαμβάνονται όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα: α) ο επαρκής, κατά το ποσό και τα παραγωγικά αίτια, προσδιορισμός της απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά της πιστούχου εταιρείας και κατά του πρώτου εναγομένου ως εγγυητή της σύμβασης πίστωσης, γεγενημένης κατά το χρόνο επιχείρησης της απαλλοτρίωσης, μάλιστα δε παρατίθενται όλα τα χρεωπιστωτικά κονδύλια των επίμαχων λογαριασμών από την αναγνώριση της πιστούχου την 30-6-2011 μέχρι την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης και το οριστικό κλείσιμό τους την 31-12-2012, β) η περιγραφή του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με προσδιορισμό της αξίας του, γ) η εκ μέρους του πρώτου εναγομένου - οφειλέτη πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δ) η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του ως άνω οφειλέτη προς ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης δανείστριας και η συνακόλουθη βλάβη αυτής εξ αιτίας της αφερεγγυότητας του πρώτου εναγομένου, που συνέτρεχε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του οφειλέτη αρκεί προς ικανοποίηση του δανειστή δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής διαρρήξεως, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο πρώτος αναιρεσείων, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και επομένως δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1437/2019, αντίθ.

η ΑΠ 1001/2007). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο λόγω αοριστίας της. Εξάλλου, εφόσον το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μετ' αποδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του.

Κατά συνέπεια, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ1244/2021, ΑΠ 559/2020).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ559/2020, ΑΠ 217/2016, ΑΠ2031/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Με την υπ' αριθμ. .../11-7-2003 σύμβαση η ενάγουσα... (αναιρεσίβλητη) συμφώνησε με την εταιρία με την επωνυμία "...", εκπροσωπούμενη νομίμως από τον πρώτο εναγόμενο (πρώτο αναιρεσείοντα), την παραχώρηση στην τελευταία πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 5.000.000 ευρώ, το οποίο με τις πρόσθετες συμβάσεις υπ' αριθμ. .../22-3-2004 και .../4-7-2006 διαμορφώθηκε ανερχόμενο μέχρι το ύψος των 13.000.000 ευρώ.

Ο πρώτος των εναγομένων υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή συμφώνησε, ότι θα ευθύνεται ως αυτοφειλέτης για την εκπλήρωση όσων συμβατικών υποχρεώσεων είχε αναλάβει η ως άνω λήπτρια της πιστώσεως έναντι της ενάγουσας. Σε σχέση με την λογιστική κίνηση της ως άνω συμβατικής σχέσεως τηρήθηκαν οι υπ' αριθμ. .../191544-4, .../439740-1, .../583320-5 και .../181638-1 λογαριασμοί.

Η λήπτρια των πιστώσεων εταιρία ήταν υπερήμερη σε σχέση με την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων προς την ενάγουσα με επιμέλεια της οποίας την 31-1-2-2012 οι παραπάνω λογαριασμοί έκλεισαν. Το χρεωστικό υπόλοιπο των υπ' αριθμ. .../191544-4 και .../439740-1 λογαριασμών κατά το χρονικό σημείο που αυτοί έκλεισαν ανερχόταν σε 1.287.123,63 και 2.00.955,60 ευρώ αντίστοιχα.

Κατά το ίδιο χρονικό σημείο στον λογαριασμό υπ' αριθμ. .../583320-5 εμφανιζόταν χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 1.831.704,41 ευρώ, το οποίο απέδιδε αξιώσεις της ενάγουσας προερχόμενες από εννέα εγγυητικές επιστολές που είχαν εκδοθεί σε σχέση με την λήπτρια της πίστωσης, οι οποίες παρέμεναν εκκρεμείς χωρίς να έχουν καταπέσει ή να επιστραφούν.

Στον λογαριασμό υπ' αριθμ. .../181638-1 που εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 49.252,60 ευρώ είχαν καταχωρηθεί λογιστικώς οι αξιώσεις της ενάγουσας που προέρχονταν από οφειλές της λήπτριας της πιστώσεως έναντι προμηθειών αναγομένων στην έκδοση των ως άνω εγγυητικών επιστολών. Ακολούθησε η από 2-1-2013 δήλωση της ενάγουσας, με την οποία ανακοινωνόταν η καταγγελία της συμβατικής σχέσης και το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών συνοδευόμενη από πρόσκληση καταβολής προς την ίδια του ποσού των 3.339.331,83 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών υπ' αριθμ .../191544-4, .../439740-1 και .../181638- 1.

Ο πρώτος των εναγομένων ήταν κύριος ενός διαμερίσματος εμβαδού 42,569 τ.μ που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο Γ 165 της περιοχής ... αποτελώντας μέρος συγκροτήματος κατοικιών εντός οικοπέδου εμβαδού 1.623,20 τ.μ. στην συμβολή των οδών ... και .... Η αντικειμενική αξία του προαναφερομένου ακινήτου προσδιορίζεται ανερχόμενη στο ποσό των 33.939,50 Ευρώ.

Με το υπ' αριθμ…/9-10-1998 (ορθόν: 2008) συμβόλαιο... o πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως το διαμέρισμα αυτό στον δεύτερο εναγόμενο (δεύτερο αναιρεσίβλητο), που είναι τέκνο του τέκνου αυτού Μ. Κ...., έναντι τιμήματος που συμφωνήθηκε ανερχόμενο σε 33.939,50 ευρώ... Εξαιτίας της ως άνω μεταβίβασης καθώς και μίας πωλήσεως διαμερίσματος που επιχειρήθηκε από το πρώτο εναγόμενο προς την σύζυγο του τέκνου του η περιουσία αυτού περιορίστηκε αποτελούμενη πλέον:

α) από ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου ενός ισογείου διαμερίσματος εμβαδού 20 τ. μ που βρίσκεται σε οικοδομή στην… και στην οδό..., αξίας 30.000 ευρώ, σε σχέση με το οποίο υφίσταται εγγεγραμμένη υποθήκη ποσού 22.500 ευρώ υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας και προσημείωση υποθήκης ποσού 1.197.1001,27 ευρώ υπέρ της …Τράπεζας, β) από ποσοστό συγκυριότητας 35,55% εξ αδιαιρέτου ενός ισογείου διαμερίσματος εμβαδού 20 τ.

μ που βρίσκεται σε οικοδομή στην….... αξίας 40.000 ευρώ , γ) από 138.617 μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "..." των οποίων η ονομαστική αξία προσδιορίζεται σε 2,93 ευρώ για κάθε μετοχή και συνολικά σε 406.147,81 ευρώ.... Με τα δεδομένα όμως αυτά αποδεικνύεται, ότι δεν υφίσταται πλέον περιουσία που να είναι επαρκής, ώστε να επιχειρήσει η ενάγουσα να ικανοποιήσει τις ανωτέρω περιγραφόμενες αξιώσεις της επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρώτου εναγομένου, αφού η αξία προαναφερόμενου υπόλοιπο περιουσιακού τμήματος που παρέμεινε υφιστάμενο μετά τη μεταβίβαση του ανωτέρω ακινήτου στον δεύτερο εναγόμενο είναι ελάχιστη σε σχέση με το μέγεθος της οφειλής.

Ο πρώτος εναγόμενος, ενώ ο ίδιος ως νόμιμος εκπρόσωπος της λήπτριας της πιστώσεως γνώριζε τις οφειλές που προέκυπταν από την συγκεκριμένη συμβατική σχέση, χωρίς να διαθέτει άλλη επαρκή περιουσία, επέλεξε μέσω της παραπάνω δικαιοπραξίας να μεταβιβάσει το ανωτέρω ακίνητο, κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται στο μέλλον η ενάγουσα να επιχειρήσει να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της από την περιουσία του υπό την ιδιότητα του ευθυνόμενου ως αυτοφειλέτη εγγυητή των αντιστοίχων συμβάσεων.

Η ανωτέρω αποδεικνυόμενη πρόθεση του πρώτου εναγομένου να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαιτήσεως της ενάγουσας από την περιουσία του και ειδικότερα να αποφευχθεί η αναμενόμενη κατάσχεση του συγκεκριμένου ακινήτου καθώς και η περαιτέρω επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως, προκύπτει και από το δεδομένο, ότι το ποσό του τιμήματος της πωλήσεως του ακινήτου δεν καταβλήθηκε σε εκπλήρωση υποχρεώσεων της λήπτριας της πιστώσεως εταιρίας, ούτε όμως κατατέθηκε σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό αυτής, ώστε να συντελεστεί η ενίσχυση της ρευστότητάς της όπως θα ήταν αναμενόμενο να συμβεί, εάν δε συνέτρεχε η ως άνω πρόθεση πρόκληση βλάβης.

Η πρόθεση βλάβης της ενάγουσας που εκδηλώθηκε με την εκ μέρους του πρώτου εναγομένου μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου συνδέεται με την προκαλούμενη ανεπάρκεια της περιουσίας του ως άνω οφειλέτη της ενάγουσας, δεδομένου ότι αποδεικνύεται αβάσιμος o ισχυρισμός, o οποίος προβλήθηκε εκ μέρους της μάρτυρος που με επιμέλεια του ιδίου εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο το ποσό του τιμήματος προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί για την αγορά άλλου παραθαλάσσιου ακινήτου, αφού δεν προκύπτει ότι συντελέστηκε οποιαδήποτε αντιστοίχου περιεχομένου δικαιοπραξία.

Επιπλέον όμως η ίδια η κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος αναιρεί και τον ισχυρισμό που εκ μέρους του πρώτου εναγομένου προβλήθηκε, σύμφωνα με τον οποίο με το τίμημα της πώλησης επιχειρήθηκε να καλυφθεί κάποια παροδική ταμειακή δυσχέρεια της εταιρίας με την επωνυμία "...". Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι σε σχέση με την καταβολή του τιμήματος με αίτηση του δευτέρου εναγομένου εκδόθηκε την 9-10-2008 σε διαταγή του πρώτου εναγομένου η υπ' αριθμ. ...

τραπεζική επιταγή ποσού 33.939,50 ευρώ με χρέωση του λογαριασμού του αιτούντος και το ποσό αυτής εμφανίζεται ότι αποδόθηκε στον πωλητή πρώτο εναγόμενο . Περαιτέρω όμως δεν αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό δεν παρέμεινε στην περιουσία του δευτέρου εναγομένου, αλλά κατέληξε οριστικά στον πρώτο εναγόμενο.

Ειδικότερα σε σχέση με το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό δεν προκύπτει ότι o ο πρώτος εναγόμενος διέθεσε αυτό για την κάλυψη κάποιων αναγκών του ή το επένδυσε ή το τοποθέτησε σε οποιονδήποτε τηρούμενο εκ μέρους του τραπεζικό λογαριασμό. Επίσης, όπως αποδεικνύεται ο δεύτερος εναγόμενος που γεννήθηκε το έτος 1983 και έχει εγκατασταθεί από το έτος 2005 στην ...

όπου παρέμενε μετά την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών σπουδών του εργαζόμενος στην εταιρία "...". Κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η ανωτέρω μεταβίβαση ο δεύτερος των εναγομένων που στην σχετική σύμβαση εκπροσωπήθηκε από την μητέρα του η οποία είναι τέκνο του πρώτου εναγομένου, εξακολουθούσε να βρίσκεται εγκατεστημένος στην ..., ενώ δεν αποδείχθηκε ότι είχε αναζητήσει και κατά μείζονα λόγο είχε επιλέξει κάποια θέση εργασίας στην Ελλάδα ειδικότερα δε στη….

Επίσης δεν αποδεικνύεται ούτε άλλωστε εκ μέρους των εναγομένων προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι συνέτρεχε οποιασδήποτε συγκεκριμένος επιτακτικός λόγο που θα επέβαλλε στον δεύτερο εναγόμενο να εγκαταλείψει την θέση εργασίας του στην ανωτέρω επιχείρηση στην ... και να επιστρέψει στην…. Υπό τις συνθήκες αυτές ο δεύτερος εναγόμενος στην ηλικία των 25 ετών που βρισκόταν κατά το χρονικό σημείο της πωλήσεως του ακινήτου προς αυτόν δεν είναι αναμενόμενο αφού δεν συνέτρεχε οποιαδήποτε επιτακτική ανάγκη του, να επιλέξει να υποβληθεί σε δαπάνη καταβολής του ανωτέρω μνημονευόμενου χρηματικού ποσού για να του μεταβιβαστεί το διαμέρισμα αυτό, αναλαμβάνοντας επιπλέον την ευθύνη καθώς και τα έξοδα συντηρήσεως του τελευταίου, το οποίο επιπροσθέτως δεν αποδεικνύεται, ότι εκμεταλλεύτηκε με οποιονδήποτε τρόπο.

Επίσης ο πρώτος εναγόμενος που κατά το έτος 2008 ήταν ηλικίας 75 ετών επιδιώκοντας την κατανομή μεταξύ των προσώπων των συγγενών του, κατά τον τρόπο που αυτός θα επέλεγε τουλάχιστον των πλέον σημαντικά τμημάτων της ακίνητης περιουσίας του είναι αναμενόμενο ότι δεν θα επέλεγε να επιχειρήσει τις σχετικές μεταβιβάσεις λόγω πωλήσεως.

Επομένως, η μεταβίβαση λόγω πωλήσεως του συγκεκριμένου ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο στον εγγονό του, εκπροσωπούμενο από την μητέρα αυτού είναι βέβαιο ότι επιχειρήθηκε, αφού οι προαναφερόμενοι στενοί συγγενείς είχαν συνεννοηθεί και καταλήξει σε συμφωνία μεταξύ τους, ότι με τον τρόπο αυτό θα αποκλειόταν η ικανοποίηση των απαιτήσεων της ενάγουσας από την περιουσία του πωλητή.....

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα και κρίνοντας αβάσιμη την αγωγή απέρριψε αυτή, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τους βασίμως προβαλλόμενους σχετικούς λόγους εφέσεως...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση επί της ουσίας, δέχτηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη κατ' ουσίαν και απήγγειλε τη διάρρηξη της επίδικης απαλλοτρίωσης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη της άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, αφού, ειδικότερα, κατά τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης (9-10-2008) υπήρχε γεγεννημένη απαίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας κατά του πρώτου αναιρεσείοντος, ως εγγυητή της πιστούχου εταιρείας στην καταρτισθείσα μεταξύ της τελευταίας και της αναιρεσίβλητης τράπεζας σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, και ευθυνόμενου ως αυτοφειλέτη, β) η απαίτηση αυτή, ύψους 3.339.331,83 ευρώ, είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη συζήτηση της αγωγής, γ) ο πρώτος αναιρεσείων πριν το οριστικό κλείσιμο των τηρούμενων λογαριασμών, εν γνώσει του γεγεννημένου χρέους και της ύπαρξης ήδη χρεωστικού υπολοίπου, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, 25ετή εγγονό του το ένδικο ακίνητο αντί του ποσού των 33.939,50 ευρώ με την έκδοση ισόποσης επιταγής, χωρίς να προκύπτει ότι το ποσό αυτό κατέληξε οριστικά στον πωλητή και δεν παρέμεινε στην περιουσία του δεύτερου αναιρεσείοντος, δ) εν λόγω μεταβίβαση έγινε με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης τράπεζας, καθόσον ο πρώτος αναιρεσείων γνώριζε ότι η εναπομένουσα περιουσία του καθίστατο ανεπαρκής για την ικανοποίηση της απαίτησής αυτής, ε) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αυτός δεν διέθετε επαρκή περιουσία, ώστε να ικανοποιήσει η αναιρεσίβλητη τις αξιώσεις της, επισπεύδοντας εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση και στ) ο δεύτερος αναιρεσείων γνώριζε ότι η απαλλοτρίωση αυτή γίνεται προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, καθόσον η μεταβίβαση επιχειρήθηκε σε συννενόηση και συμφωνία του απαλλοτριώσαντος με τον ως άνω στενό συγγενή του και ότι με τον τρόπο αυτό θα αποκλειόταν η ικανοποίηση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης από την υπόλοιπη εμφανή περιουσία του, η οποία, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών του της εταιρείας "...", δεν ήταν επαρκής προς τούτο.

Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος, κατά το οικείο μέρος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι "δέχθηκε την αγωγή παρότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της διάρρηξης, ο δόλος του οφειλέτη και η γνώση του τρίτου", είναι αβάσιμοι, ενώ με τις λοιπές αιτιάσεις των ως άνω αναιρετικών λόγων επιχειρείται ο έλεγχος της εκτίμησης των αποδείξεων, κρίση που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΑΚ.

Επίσης, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που προσάπτεται από τον πρώτο αναιρεσείοντα στο Εφετείο η πλημμέλεια εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι "παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο ενόψει της άκυρης επίδοσης στον δεύτερο αναιρεσείοντα της ένδικης αγωγής με παράδοση του οικείου δικογράφου στον πρώτο αναιρεσείοντα (παππού του) που ουδέποτε υπήρξε σύνοικός του", είναι αβάσιμος, αφού ο αναιρεσείων είχε προβάλει τον πιο πάνω ισχυρισμό απαραδέκτως, δεδομένου ότι αυτός παραστάθηκε κατά τη συζήτηση χωρίς να επικαλεσθεί συνδρομή δικονομικής βλάβης κατ' αρθρο 159 αρ. 3 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ2/2001) και συνεπώς το Εφετείο όχι παρά νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Ο δε τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται η εκ του αρ. 10 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της άνω πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση ο αυτός λόγος είναι και αβάσιμος, αφού από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο στηρίχθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα στις προσκομισθείσες αποδείξεις χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο. Από τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης (ΑΠ 1091/2020).

Η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, ειδικότερα δε, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 25/2008, ΑΠ1308/2021, AΠ 1979/2017, ΑΠ 1006/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 ΚΠολΔ και 939 ΑΚ προκύπτει ότι, σε δίκη για τη διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, η ομοδικία μεταξύ του εναγομένου οφειλέτη, που ενήργησε την απαλλοτρίωση προς βλάβη του ενάγοντος δανειστή του και του συνεναγόμενου τρίτου, που μετείχε ως αντισυμβαλλόμενος στην διαρρηκτέα δικαιοπραξία και απέκτησε το αντικείμενό της, είναι αναγκαστική, αφού δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1923/2017, ΑΠ 765/2014, ΑΠ 1824/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 946 του Α.Κ. "Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται, όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το πενταετές χρονικό διάστημα, εντός του οποίου είναι ενεργός η αξίωση για διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, αποτελεί παραγραφή, κατά την έννοια των άρθρων 247 επ.

ΑΚ, η οποία είναι ανεξάρτητη από την παραγραφή της απαίτησης σε ικανοποίηση της οποίας κατατείνει η διάρρηξη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από το χρόνο της κατάρτισης της πράξης αυτής, οπότε γεννάται η αξίωση του δανειστή προς διάρρηξη και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη, και όχι από τη μεταγραφή του συμβολαιογραφικού εγγράφου που συντάχθηκε (ΑΠ 258/2021, ΑΠ 1885/2009, ΑΠ 1695/1998, ΑΠ 670/1987, ΑΠ 239/1962).

Κατά συνέπεια, η πάροδος της πενταετίας δεν λαμβάνεται υπόψιν χωρίς να προταθεί, εφαρμοζομένου ως εκ τούτου του άρθρου 277 ΑΚ και όχι του άρθρου 280 ΑΚ περί αποσβεστικής προθεσμίας, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Την ένσταση αυτή περί παραγραφής του ασκούμενου, από τον δανειστή του απαλλοτριώσαντος, με την άνω αγωγή δικαιώματος διάρρηξης (άρθρα 946 σε συνδυασμό με τα άρθρα 272, 278 ΑΚ, 262 ΚΠολΔ), νομιμοποιούνται να προβάλουν, στο πλαίσιο της άμυνάς τους, τόσο ο απαλλοτριώσας οφειλέτης όσο και ο τρίτος, εφόσον ως εκ της άνω ιδιότητάς του ως εναγόμενου και των εννόμων συνεπειών της επέλευσης της διάρρηξης, ιδρύεται ίδιον έννομο συμφέρον αυτού προς κατάλυση του επιδίκου αγωγικού δικαιώματος.

Λόγω δε της υπάρχουσας αναγκαστικής ομοδικίας η προβολή της ως άνω ένστασης από τον ένα αναγκαίο ομόδικο ωφελεί, κατ` άρθρο 76 ΚΠολΔ, και τον μη προτείναντα αυτήν έτερο αναγκαίο ομόδικο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν, μεταξύ άλλων, προτείνονται από τον εφεσίβλητο ...

εναγόμενο ..., ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του ενάγοντος. Κατά συνέπεια, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως, αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1674/2017, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος αναιρεσείων, επανέφερε με τις προτάσεις του, ως εφεσίβλητος, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την προταθείσα, με την προσθήκη των προτάσεών του στο πρωτόδικο δικαστήριο, ένσταση περί παραγραφής του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης προς διάρρηξη της ένδικης απαλλοτρίωσης.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ως άνω ένσταση διαλαμβάνοντας τα εξής: "Εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου παραδεκτώς ως άμυνα κατά την εφέσεως (αρθρ. 527 αριθμ 1 ΚΠολΔ), προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι η αξίωση της ενάγουσας έχει παραγραφεί, διότι η μεταβίβαση συντελέστηκε την 9-9-2008, ενώ η επίδοση της αγωγής στον συγκεκριμένο εναγόμενο επιχειρήθηκε σε χρόνο που υπερβαίνει τα πέντε έτη και συγκεκριμένα την 18-12-2013.

Όμως ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προτεινόμενος, δεδομένου ότι η παραγραφή της αξίωσης διαρρήξεως ερευνάται με αναγωγή στην σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο πρώτος εναγόμενος εκ μέρους τους οποίου δεν προβάλλεται ένσταση παραγραφής".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αλυσιτελή την πιο πάνω ένσταση, επειδή, κατά τη νοηματική εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο δεύτερος αναιρεσείων (αποκτήσας τρίτος) δεν νομιμοποιείται να προβάλει την ένσταση παραγραφής του δικαιώματος διαρρήξεως έναντι της τράπεζας αλλά νομιμοποιείται προς τούτο μόνον ο πρώτος αναιρεσείων (απαλλοτριώσας), ο οποίος δεν προέβαλε τον σχετικό ισχυρισμό, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προπαρατεθείσες διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο αποκτήσας από τον απαλλοτριώσαντα τρίτος, εναγόμενος με την αγωγή διαρρήξεως από την δανείστρια ως υπόχρεος διάδικος, νομιμοποιείται να προβάλει την ένσταση παραγραφής του σχετικού δικαιώματος της τελευταίας.

Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε (κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση) στην ως άνω πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της, που αφορά την προβληθείσα από τον δεύτερο αναιρεσείοντα - εναγόμενο ένσταση παραγραφής, η προβολή της οποίας ωφελεί, όπως αναφέρθηκε, και τον πρώτο αναιρεσείοντα - εναγόμενο ως αναγκαίο ομόδικο, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατ`άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ, να επιστραφεί το καταβληθέν παράβολο στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις σε βάρος της αναιρεσίβλητης κατ' ανάλογο της ήττας της μέρος (άρθρο 178, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 88/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στους αναιρεσείοντες ένα μέρος των δικαστικών τους εξόδων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ