Legislator Case Law & Legislation
223/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on facts, upholding lower court's finding of part-time employment contract validity.

Case Number 223/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by twelve women against a single-justice court ruling regarding their employment status. The lower court found that a valid part-time employment contract existed between the women and the charity, which was renewed for an indefinite period without a new written agreement. The court held that the appeal was inadmissible because it sought to re-evaluate the factual findings of the lower court, which are protected from appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the substantive evaluation of facts and document content by the court of first instance, except in cases of violation of substantive law or specific procedural errors.

Keywords

AI generated
appellate review limitation part-time employment contract factual findings protection indefinite term renewal dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 560 of the Code of Civil Procedure
Art. 2 of Law 2639/1998
Arts. 106, 191 para. 2, 183, 176, 180 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 480 of the Code of Obligations

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 223 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 223/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)Α. Ζ., 2)Σ. Λ., 3)Α. Γ., 4)Α. Α., 5)Μ. Ν., 6)Σ. Β., 7)Μ. Π., 8)Ε. Σ., 9)Κ. Φ., 10)Χ. Σ., 11)Ε. Π. και 12)Κ. Α., όλων κατοίκων …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γούναρη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΓΑΠΗΣ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/2/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 426/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18/5/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Α).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ ή από το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ.

Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996) ενώ, αβάσιμος, κατ' άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ και απορριπτέος, είναι λόγος αναιρέσεως, αν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλ.

όταν υποστηρίζεται, με αυτόν ότι η απόφαση, που προσβάλλεται, δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά και από την ίδια την απόφαση προκύπτει το αντίθετο. Στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 118 αριθμός 4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ.

Εννοιολογικώς, το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφια (α) και (β) ΚΠολΔ ταυτίζεται με το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 1 εδάφια (α) και (β) ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε, εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ. αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ 245/2020, ΑΠ 426/2017). Διδάγματα της κοινής πείρας είναι οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση.

Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ, μόνο, αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων ενώ, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ ολ. 8/2005, ΑΠ 58/2014).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδάφια (α) και (β) ΚΠολΔ και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.

η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτήν των πραγματικών γεγονότων, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε να γίνει ή να μη γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ή η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ] δηλ.

η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 109/2020). Κατά την έννοια του ισχύοντος άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ -το οποίο, εννοιολογικώς, ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ- η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ.

στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ ολ. 30/1997, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 114/2017). Εξ άλλου, το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ -το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ- ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (και) κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρα 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. 'Πράγματα' είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται, με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Αποτελούν 'πράγματα' και η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά καθώς και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ.

οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ' όψη και η παραδοχή, θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 797/2013). Έτσι, τον λόγο αυτό στοιχειοθετεί και η παραδοχή ενστάσεως, που δεν προτάθηκε, εκτός αν η ένσταση μπορούσε να ληφθεί υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, αυτεπαγγέλτως (ΑΠ ολ. 11/2003).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη, ανεξάρτητα, αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 797/2013, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 561/2008, ΑΠ 17/2008, ΑΠ 1253/2005). (Β).- Σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α. 205 / 2.9.1998), το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 38 ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α. 101 / 31.7.1990) -πριν από το ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α. 66 / 11.5.2010)- είναι επιτρεπτή, κατά την κατάρτιση ή κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, η έγγραφη συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου, που αφορά σε ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία απασχόληση του εργαζομένου, μικρότερης χρονικής διάρκειας από τη κανονική, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο (μερική απασχόληση), με αμοιβή, όχι κατώτερη εκείνης, που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις για τον απασχολούμενο στο κανονικό ωράριο για την ίδια εργασία και αντίστοιχη προς τις ώρες εργασίας της μερικής απασχολήσεως.

Εάν η έγγραφη συμφωνία δεν γνωστοποιηθεί, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της, στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Στο ελάχιστο περιεχόμενο της έγγραφης ατομικής συμβάσεως, που αφορά μερική απασχόληση, ανήκει (και) η ρύθμιση του χρόνου εργασίας, του τρόπου κατανομής της εργασίας και των περιόδων εργασίας.

Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται για τους μερικώς απασχολούμενους, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Έτσι, κατά το νόμο, για τη συμφωνία μερικής απασχολήσεως απαιτείται έγγραφος τύπος, ως συστατικός και η μη τήρησή του συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της συμβάσεως εργασίας, που αφορά τη μερική απασχόληση.

Τέτοια μερική ακυρότητα είναι απόλυτη, λαμβάνεται υπ' όψη (και) αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ενώ δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση, με επίγνωση της ελλείψεως του έγγραφου τύπου [άρθρα 158, 159 παρ.1, 180 ΑΚ]. Αν η έγγραφη συμφωνία για μερική απασχόληση δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας, με πλήρη απασχόληση.

Δημιουργείται, συνεπώς, τεκμήριο πλήρους απασχολήσεως υπέρ του εργαζομένου δίχως να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη δηλ. το τεκμήριο είναι μαχητό και ο εργοδότης μπορεί να το ανατρέψει, ανταποδεικνύων, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά ότι ο εργαζόμενος απασχολήθηκε, πράγματι, υπό καθεστώς μερικής και όχι πλήρους απασχολήσεως [άρθρο 338 παρ.2 ΚΠολΔ].

Προϋποθέτει δε, αυτό το τεκμήριο, έγκυρη (έγγραφη) συμφωνία μερικής απασχολήσεως και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποιήσεως της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας (ΑΠ 426/2017, ΑΠ 202/2015, ΑΠ 917/2006). Τέλος, η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο, λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν, μετά τη λήξη του χρόνου της, ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία, χωρίς ο εργοδότης να εναντιώνεται [άρθρο 671 ΑΚ] Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 18.5.2019 αίτηση αναιρέσεως και προσβάλλεται η 205/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, την 28.2.2019, αντιμωλία των (εδώ) διαδίκων, επί των αντιθέτων εφέσεων (1).- από 5.3.2018 των εκκαλουσών, ήδη αναιρεσειουσών και (2).- από 7.3.2018 του εκκαλούντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) - Φιλανθρωπικού Σωματείου (Φ.Σ.) υπό την επωνυμία 'ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΓΑΠΗΣ', ήδη αναιρεσίβλητου.

Εκκαλούμενη ήταν η 426/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, την 28.12.2017, αντιμωλία των (εδώ) διαδίκων, επί της από 19.2.2015 αγωγής των εναγουσών, ήδη αναιρεσειουσών κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου. Αφορά δε, η αγωγή χρηματικές απαιτήσεις των ήδη αναιρεσειουσών, σε βάρος του ήδη αναιρεσίβλητου, από παροχή εξηρτημένης εργασίας.

Με την 426/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Με την 205/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, (α).- οι αντίθετες εφέσεις συνεκδικάσθηκαν, (β).- αμφότερες έγιναν δεκτές, τυπικά και στην ουσία, (γ).- εξαφανίσθηκε η 426/2017 απόφαση στο σύνολό της 'για το ενιαίο της εκτελέσεως', (δ).- κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, την 20.5.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ.

στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών από την 28.2.2019, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 205/2019 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των τεσσάρων (4) συνολικά λόγων της [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 147 παρ.2, 577 παράγραφοι 1 και 3,591 παρ.7 ΚΠολΔ].

Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφια (α) και (β) ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε, ως εφετείο, στην 205/2019 απόφασή του, (1).- παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 2 Β' . ε' της υπ' αριθμ. 49524 / 2362 / 4.7.2008 κοινής αποφάσεως (ΦΕΚ Β. 1414 / 17.7.2008) των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που αφορά το νοσοκομειακό επίδομα και δεν την εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, επίσης, (2).- παραβίασε διδάγματα από την κοινή πείρα, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 2 Β' .

ε' της ως άνω υπ' αριθμ. 49524 / 2362 / 4.7.2008 κοινής υπουργικής αποφάσεως, που αφορά το νοσοκομειακό επίδομα και, έτσι, απέρριψε την αγωγή, ως προς το κεφάλαιο για το νοσοκομειακό επίδομα, στην ουσία. Κατά τα γενόμενα δεκτά στην (Α) νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος και κατά τις δύο μερικότερες υπό στοιχεία (1) και (2) αιτιάσεις του.

Τούτο διότι ως προς το επίμαχο νοσοκομειακό επίδομα, στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το εφετείο, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας του επικαλούμενου κανόνος ουσιαστικού δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών γεγονότων.

Δεν εκτίθενται, ακόμη, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου στην 205/2019 απόφασή του, δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το αβάσιμο της αγωγής στην ουσία, κατά το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο νοσοκομειακό επίδομα.

Ειδικότερα, ως προς το επίδομα αυτό, όσον αφορά τις αναιρεσείουσες, δεν εκτίθενται καθόλου ουσιαστικές παραδοχές ούτε καν ως προς το αντικείμενο απασχολήσεώς τους, ενώ, όσον αφορά το αναιρεσίβλητο, γίνεται μνεία, κατά την επιλογή των αναιρεσειουσών, μόνο αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών.

Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι: (i).- Η 205/2019 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλ. υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση 'του άρθρου 2 Β' . ε' της υπ' αριθμ. 49524 / 2362 / 4.7.2008 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας', που αφορά το νοσοκομειακό επίδομα, εφ' όσον το εφετείο διέλαβε, κατά τούτο, 'ασαφείς και αντιφατικές' αιτιολογίες. (ii).- Ως προς το επίμαχο νοσοκομειακό επίδομα, με την 205/2019 απόφαση, το εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός, όπως έγινε δεκτό στην (Α) νομική σκέψη, είναι, επίσης, απαράδεκτος και απορριπτέος, ως προς αμφότερες τις μερικότερες υπό στοιχεία (i), (ii) αιτιάσεις του και, ειδικότερα: Ως προς την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση, ο λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δενεκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της 205/2019 αποφάσεως, δηλ.

το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, που έγιναν δεκτά και αφορούν το κεφάλαιο της αγωγής για το νοσοκομειακό επίδομα. Αντίθετα, στο δικόγραφο της αναιρέσεως, όσον αφορά το αναιρεσίβλητο, γίνεται μνεία, κατά την επιλογή των αναιρεσειουσών, μόνο αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών και, όσον αφορά τις αναιρεσείουσες δεν εκτίθενται καθόλου ουσιαστικές παραδοχές ούτε καν ως προς το αντικείμενο απασχολήσεώς τους.

Ως προς την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση, ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος διότι σε κάθε περίπτωση, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ για εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως εφετείο, στην 205/2019 απόφασή του και κατά τις οικείες ουσιαστικές παραδοχές της, όπως εκτίθενται στο δικόγραφο αναιρέσεως, (α).- δεν έλαβε υπ' όψη πραγματικά περιστατικά, όπως οι αναιρεσείουσες είχαν προτείνει για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους, που στηρίζει επικουρική βάση της αγωγής τους για το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 2 Β' .

ε' της υπ' αριθμ. 49524 / 2362 / 4.7.2008 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ως οικειοθελούς παροχής και (β).- έκανε δεκτή ένσταση, που δεν προτάθηκε, ως προς το ίδιο νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 2 Β' . ε' της ως άνω υπ' αριθμ. 49524 / 2362 / 4.7.2008 κοινής υπουργικής αποφάσεως.

Ως προς τον λόγο αυτό, κατά τις πιο πάνω υπό στοιχεία (α) και (β) μερικότερες αιτιάσεις του, ο οποίος είναι παραδεκτός, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, ως εφετείο, με την 205/2019 απόφασή του, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω ουσιώδη (σελ. 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως): "Πρέπει να σημειωθεί, στο σημείο αυτό ότι άπασες οι ενάγουσες αιτούνται την καταβολή του εν λόγω (νοσοκομειακού) επιδόματος, υπό τον ισχυρισμό ότι το εναγόμενο είχε νοσοκομειακό χαρακτήρα και, επομένως, η παροχή του ήταν εκ του νόμου υποχρεωτική σε αυτές, δεν εισέφεραν, ωστόσο, άλλα πραγματικά περιστατικά ούτε υπέβαλαν επικουρικό αίτημα, με την αγωγή τους, διεκδικώντας το εν λόγω επίδομα, ως οικειοθελή παροχή του εναγομένου εργοδότη τους, η οποία, λόγω της αδιάλειπτης καταβολής του να απέκτησε υποχρεωτικό χαρακτήρα ώστε να μην μπορεί αυτός να το περικόψει, μονομερώς, από 1.3.2012.

Σε κάθε περίπτωση, δεν προέκυψαν τέτοια πραγματικά περιστατικά. Έτι περαιτέρω, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το εν λόγω επίδομα απέκτησε τον χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής, η μονομερής διακοπή του από 1.3.2012 και η μη αντίδραση των εναγουσών σε αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα και δη έως την άσκηση της αγωγής, την 26.2.2015, αποτελεί τεκμαιρόμενη αποδοχή της διακοπής του από αυτές καθώς τούτο αποτελεί νόμιμη σιωπηρή συμφωνία [άρθρο 361 ΑΚ] μεταξύ των διαδίκων για τη μη καταβολή του επιδόματος αυτού, το οποίο δεν ήταν εκ του νόμου υποχρεωτικό".

Εν όψει των εκτεθέντων στην (Α) νομική σκέψη, ο λόγος αυτός, κατά τις πιο πάνω μερικότερες αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και, ειδικότερα: Ως προς την υπό στοιχείο (α) μερικότερη αιτίαση, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ διότι το εφετείο, κατά τις ως άνω παραδοχές του, έλαβε υπ' όψη τα περιστατικά, που οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν για τη στοιχειοθέτηση της πιο πάνω επικουρικής βάσεως της αγωγής για το νοσοκομειακό επίδομα, αλλά έκρινε ότι αυτά τα περιστατικά "δεν προέκυψαν" δηλ.

η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη, ανεξάρτητα, αν δεν έγινε δεκτός. Ως προς την υπό στοιχείο (β) μερικότερη αιτίαση, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ] διότι το εφετείο, κατά τις παραπάνω παραδοχές του, έκρινε ότι οι αναιρεσείουσες "δεν υπέβαλαν επικουρικό αίτημα, με την αγωγή τους, διεκδικώντας το νοσοκομειακό επίδομα, ως οικειοθελή παροχή" ενώ, όσα περαιτέρω αναφέρονται στην ίδια αιτίαση για "τεκμαιρόμενη αποδοχή της διακοπής" του νοσοκομειακού επιδόματος και για "νόμιμη σιωπηρή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μη καταβολής αυτού του επιδόματος", δεν συνιστούν παραδοχή ενστάσεως από το δικαστήριο της ουσίας, αφού αυτό έκρινε, ως άνω ότι δεν υπάρχει αγωγικό "επικουρικό αίτημα" για διεκδίκηση του νοσοκομειακού επιδόματος, ως οικειοθελούς παροχής.

Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε, ως εφετείο, στην 205/2019 απόφασή του και κατά τις οικείες ουσιαστικές παραδοχές της, όπως εκτίθενται στο δικόγραφο αναιρέσεως (σελίδες 18 και 19 της αιτήσεως αναιρέσεως), παραβίασε ευθέως το άρθρο 2 ν. 2639/1998 (πριν από το ν. 3846/2010), το οποίο εσφαλμένως εφάρμοσε και, έτσι, απέρριψε την αγωγή, κατά το κεφάλαιο, που αφορά αμοιβή των αναιρεσειουσών (εναγουσών) Ε.

Π. και Κ. Α. για πλήρη απασχόληση. Ως προς τον λόγο αυτό, ο οποίος είναι παραδεκτός, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την 205/2019 απόφασή του, που ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, κατά τα παραπάνω, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής ουσιώδη (σελίδες 21 και 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως):

Καθεμία από τις ενάγουσες Ε. Π. και Κ. Α. (αναιρεσείουσες) "προσλήφθηκε να εργασθεί, ως μερικής απασχόλησης, αρχικά, ως ορισμένου χρόνου και δη, από 1.7.2008 έως 31.12.2008. Η εν λόγω σύμβαση κατατέθηκε, εμπροθέσμως, στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), την 3.7.2008 και προέβλεπε 10 ημέρες εργασίας μηνιαίως. Ωστόσο, μετά τη λήξη της και την εξακολούθηση της απασχόλησής της από το εναγόμενο, με τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια καθήκοντα και δη, στην πράξη, 10 ημέρες μηνιαίως, ως είχε συμφωνηθεί, αλλά και όποτε επιπλέον απαιτούνταν, βάσει των αναγκών του εναγομένου, η σύμβαση κατέστη αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης.

Η σύμβαση αυτή, όμως, ως αορίστου, πλέον, χρόνου μερικής απασχόλησης, δεν κατατέθηκε εντός 15 ημερών στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, όπως επιτάσσει το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 3 ν. 2639/1998. Τούτο δημιουργεί τεκμήριο απασχόλησης, με πλήρη απασχόληση, το οποίο, όμως, είναι μαχητό ... Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (Φεβρουάριο του έτους 2011 έως Οκτώβριο του έτους 2014), εργάσθηκε με μερική απασχόληση και εξοφλήθηκε για τα πραγματοποιηθέντα ημερομίσθιά της.

Εξ άλλου (καθεμία από τις ως άνω αναιρεσείουσες Ε. Π. και Κ. Α.) δεν αρνείται ότι αμείφθηκε για την πραγματοποιηθείσα εργασία της από το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) ...

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε σύμβαση μερικής απασχόλησης μεταξύ των διαδίκων, ... (καθεμία από τις ως άνω αναιρεσείουσες Ε. Π. και Κ. Α.) εξοφλήθηκε για την εργασία αυτή και δεν δικαιούται την αμοιβή πλήρως απασχολούμενης, αφού δεν προσέφερε τέτοια εργασία, απορριπτομένου του σχετικού κονδυλίου, ως ουσία αβασίμου".

Με την κρίση αυτή και όπως εκτέθηκε στις νομικές σκέψεις, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την επικαλούμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 ν. 2639/1998 (πριν από το ν. 3846/2010) διότι κατά τις παραπάνω παραδοχές, οι οποίες είναι και τα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου άρθρου 2 ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων (εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου και εναγουσών ήδη αναιρεσειουσών Ε.

Π. και Κ. Α.) έγκυρη έγγραφη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας μερικής απασχολήσεως ορισμένου χρόνου, που, μετά τη λήξη του χρόνου της, εξακολούθησε, με το ίδιο περιεχόμενο και ως προς τη ρύθμιση του χρόνου εργασίας, χωρίς εναντίωση του αναιρεσίβλητου εργοδότη, οπότε, πλέον, λογίζεται πως ανανεώθηκε (παρατάθηκε) για αόριστο χρόνο [άρθρα 671 ΑΚ, 2 παρ. 14 ν. 2639/1998].

Δεν απαιτείτο, συνεπώς, για να είναι έγκυρη, ως αορίστου χρόνου, η σύνταξη νέου εγγράφου. Η μη έγκαιρη γνωστοποίηση δε, αυτής της έγκυρης (έγγραφης) συμφωνίας, στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας δημιουργεί το μαχητό τεκμήριο πλήρους απασχολήσεως. Πλην όμως, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες Ε.

Π. και Κ. Α. εξακολούθησαν να εργάζονται, με μερική απασχόληση και ότι για την εργασία τους αυτή, πλήρως εξοφλήθησαν. Έτσι, ορθώς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε, ως εφετείο, απέρριψε, κατά τούτο, την αγωγή, ως αβάσιμη και όσα αντίθετα οι αναιρεσείουσες Ε. Π. και Κ. Α. υποστηρίζουν, είναι αβάσιμα.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, στον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναιρέσεως, οι αυτές αναιρεσείουσες επικαλούνται ότι (σελ. 17 της αιτήσεως αναιρέσεως) "τα συμβατικά κείμενα, που υπεγράφησαν μεταξύ των πιο πάνω διαδίκων, δεν είναι ατομική σύμβαση εργασίας μερικής απασχολήσεως" και "υφίσταται κείμενο της αρχικής σύμβασης 'μερικής απασχόλησης', που, στην πραγματικότητα, αφορά εκ περιτροπής απασχόληση".

Έτσι, όμως πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου επί της ουσίας κρίση του εφετείου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ]. Μετά ταύτα, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η από 18.5.2019 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Οι αναιρεσείουσες, ως ηττηθείσες, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία ορίζεται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176, 180 παρ.1 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18.5.2019 αίτηση για αναίρεση της 205/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε, ως εφετείο, στο σύνολό της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 26 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 23 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ