Legislator Case Law & Legislation
223/2017 AI generated

223/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 223/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

223/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 23-2-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 223 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 223/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ. συζ. Φ. Α. Ο., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Αντωνίου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ρ. συζ. Σ. Α. Ο., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Δόμνα Τσομπάνογλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 4-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 95/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 271/2014 Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-11-20014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 23-2-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 1461, 1463, 1465, 1475, 1476 και 1479 ΑΚ προκύπτει ότι τα πρόσωπα είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή, αν το ένα κατάγεται από το άλλο (συγγένεια μεταξύ ανιόντων και κατιόντων), ότι η συγγένεια του προσώπου συνάγεται με τη μεν μητέρα του από τη γέννηση, με τον δε πατέρα του από το γάμο της μητέρας με τον πατέρα ή ιδρύεται με την αναγνώριση, εκούσια (συμβολαιογραφικώς ή με διαθήκη από τον πατέρα ή τους γονείς του) ή δικαστική (με σχετική αγωγή της μητέρας ή του τέκνου της) και ότι, τέλος, το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωσή του τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον σύζυγο της μητέρας (τέκνο γεννημένο σε γάμο).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, δηλαδή σε κανόνα που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Η παραβίαση αυτή συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις αρνητικές αναγνωριστικές αγωγές της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης: "Ο Ε. Μ. του Μ. απεβίωσε στις 16 Ιουλίου 1974 σε ηλικία εβδομήντα ετών, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ....7.1974 ληξιαρχική πράξη του θανάτου του που συνέταξε ο ληξίαρχος Αλεξανδρούπολης.

Επίσης, από την υπ’ αριθ. ...4.7.2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος Αλεξανδρούπολης, προκύπτει ότι στις 3 Ιουλίου 2005 απεβίωσε η σύζυγος του ανωτέρω, Ε. Μ. του Φ., η οποία είχε γεννηθεί στο Εύλαλο Ξάνθης το έτος 1916. Εξαιτίας, ωστόσο, της βουλγαρικής κατοχής στο Δήμο ... κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έχει καταστραφεί το αρχείο του ληξιαρχείου και δεν σώζονται οι ληξιαρχικές πράξεις της γέννησής τους, του γάμου τους, καθώς και οι ληξιαρχικές πράξεις γέννησης των διαδίκων, ήτοι της ενάγουσας της πρώτης αγωγής Α.

Ο. Ρ. (νυν αναιρεσίβλητης) και της ενάγουσας της δεύτερης αγωγής Σ., συζ. Φ. Α. Ο. (νυν αναιρεσείουσας). Στις 17 Νοεμβρίου 2005, λίγο μετά το θάνατο της Ε. Μ., η ενάγουσα της πρώτης αγωγής Ρ. Α. αποδέχθηκε την κληρονομία των Ε. Μ. και της Ε. Μ. ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος, δυνάμει των υπ’ αρ. .../17.11.2005 πράξεων δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, οι οποίες μεταγράφηκαν στο οικείο Υποθηκοφυλακείο στο τ. ....

Η κληρονομία συνίστατο σε ένα οικόπεδο κείμενο στην Αλεξανδρούπολη, στο ..., επί της οδού ..., εμβαδού 103,04 τ.μ., το οποίο στη συνέχεια η Ρ. Α. πώλησε στην Π. Π. Η. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../23.12.2005 συμβολαίου αγοραπωλησίας που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Θεοδώρα Μπαράκη. Λίγες μέρες μετά την πώληση του ακινήτου, η εναγομένη της πρώτης αγωγής Ζ.

συζ. Φ. Α. Ο. (αναιρεσείουσα), επέδωσε στην Ρ. Α. (αναιρεσίβλητη) την από 20.12.2005 εξώδικη δήλωση, όπου ζητούσε την ακύρωση της ανωτέρω αποδοχής κληρονομίας, ισχυριζόμενη ότι και η ίδια είναι, όπως και η Ρ. Α., νόμιμο τέκνο των θανόντων Ε. και Ε. Μ. και συνεπώς ότι είναι και οι δύο κληρονόμοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί της εξ αδιαθέτου κληρονομίας αυτών.

Κατόπιν, η Ζ. συζ. Φ. Α. Ο. κατέθεσε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 23.12.2005 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ..../199/2005 αγωγή της κατά της Ρ. Α. με την οποία επαναλάμβανε τους ισχυρισμούς της ότι και οι δύο διάδικοι είναι τα μοναδικά νόμιμα τέκνα των ως άνω θανόντων, και ζητούσε να αναγνωριστεί κληρονόμος αυτών και να της αποδοθεί το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε εξαιτίας αοριστίας με την υπ’ αρ. 369/27.112007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία, και στη συνέχεια η Ζ. συζ. Φ. Α. Ο. κατέθεσε την από 27.11.2007 και με αριθμό κατάθεσης ...17/4/2007 αγωγή της κατά της Ρ. Α., ζητώντας το ήμισυ του τιμήματος της γενόμενης αγοραπωλησίας ως αδελφή της τελευταίας, πλην όμως έγινε παραίτηση από το δικόγραφο.

Κατόπιν, ασκήθηκε από την ίδια η από 10.12.2008 και με αριθμό κατάθεσης 3060/ΓΜ/20012008 αγωγή ενώπιον, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία επαναλάμβανε τον ισχυρισμό της ότι μαζί με την Ρ. Α. αποτελούν τα δύο νόμιμα τέκνα των θανόντων Μ., και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 298/2011 μη οριστική απόφαση, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της συγγένειας των διαδίκων.

Παράλληλα, με τις υπ’ αριθ. 62 και 63/05.03.2008 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η Ζ. συζ. Φ. Α. Ο. αποδέχθηκε, ως εξ αδιαθέτου επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά, το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερθέντος ακινήτου, ως μία από τις δύο θυγατέρες των θανόντων Μ.. Όλες οι παραπάνω ενέργειες της Ζ.

συζ. Φ. Α. Ο., ήτοι η επιδοθείσα εξώδικη δήλωση, οι κατατεθείσες αγωγές και οι πράξεις αποδοχής κληρονομιάς, αποτελούν εξώδικες ομολογίες (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ) του γεγονότος ότι η Ρ. Α. είναι νόμιμο τέκνο των Ε. και Ε. Μ., αντίθετα με ισχυρισμό της Ζ. συζ. Φ. Α. Ο. που περιέχεται στις πρωτόδικες προτάσεις της, κατά τον οποίο η ίδια είναι το μοναδικό τέκνο αυτών.

Εξάλλου, με την προσθήκη - αντίκρουση που αποτελεί μέρος των προτάσεών της, η Ζ. συζ. Φ. Α. Ο., ως ενάγουσα της δεύτερης αγωγής, αναφέρει, προς αποκατάσταση της "πλήρους αλήθειας" κατά την ακριβή της διατύπωση, ότι ο Ε. Μ. ουδέποτε απέκτησε βιολογικά τέκνα, αλλά απέκτησε μόνο ένα θετό τέκνο, κατόπιν άτυπης υιοθεσίας το έτος 1935, και αυτό είναι η ίδια.

Η αναφορά αυτή συνιστά δικαστική ομολογία (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) του γεγονότος ότι η Ζ. συζ. Φ. Α. Ο. δεν είναι φυσικό τέκνο των Μ., η οποία ομολογία ωστόσο εκτιμάται ελεύθερα στην προκείμενη ειδική διαδικασία των διαφορών που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρο 600 σε συνδ. με 614 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η Ζ.

συζ. Φ. Α. Ο. είναι πλέον κάτοχος του υπ’ αρ. δελτίου ταυτότητας ... της ΥΑ Αλεξανδρούπολης, όπου φέρεται ως Ζ. Α. το γένος Ε. και Ε. Μ., πλην όμως η εν λόγω αστυνομική ταυτότητα εκδόθηκε στις 28.08.2007, ήτοι μετά τον θάνατο της Ε. Μ. και την έναρξη της αντιδικίας της με την αντίδικό της, σε άλλα δε δημόσια έγγραφα η Ζ.

συζ. Φ. Α. Ο. εμφανίζεται άλλοτε ως Ζ. Κ. του Χ. και της Ε. (βλ. το υπ’ αριθ. .../30.10.2006 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αλεξανδρούπολης, καθώς και το υπ’ αριθ. .../31.3. 2009 πιστοποιητικό δημοτολογίου του αυτού Δήμου), και άλλοτε εμφανίζεται με επίθετο γένους Ε. (βλ. την υπ’ αριθ. .../11.06.2007 απόφαση του Δημάρχου Αλεξανδρούπολης, με την οποία αποφασίστηκε η διόρθωση της υπ’ αριθ. ...

οικογενειακής μερίδας της εναγομένης από το φερόμενο ως λανθασμένο επώνυμο "Ε. Ο." στο φερόμενο ως ορθό "Μ. "). Εξάλλου, δεν προσκομίζεται κάποιο αποδεικτικό έγγραφο της ισχυριζόμενης υιοθεσίας της Ζ. συζ. Φ. Α. Ο. από τον Ε. Μ., ενώ και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα επίσης δεν αποδεικνύεται ο χρόνος ή ο τρόπος της εν λόγω υιοθεσίας.

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν και επικαλούνται και οι δύο διάδικοι, δεν αποδεικνύεται ότι η Ζ. συζ. Φ. Α. Ο. είναι νόμιμο τέκνο, και συνεπώς κληρονόμος των Ε. και Ε. Μ., γεγονός του οποίου το βάρος απόδειξης φέρει η ίδια, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, το δε αίτημα το οποίο η Ζ.

συζ. Φ. Α. Ο. υπέβαλε με τις πρωτόδικες προτάσεις της για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης με εξέταση γενετικού υλικού (DΝΑ) που θα ληφθεί από τους ανιψιούς του θανόντος Ε. Μ., προκειμένου να διαπιστωθεί ποια από τις δύο διαδίκους έχει συγγένεια με τον θανόντα, αφενός υποβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι η διάδικος αυτή διατείνεται ότι είναι θετό και όχι φυσικό τέκνο του Ε.

Μ., αφετέρου κρίνεται απορριπτέο, διότι δεν είναι τεχνικά εφικτό μία τέτοια εξέταση με γεννητικό υλικό μακρινών συγγενών του φερόμενου πατέρα να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα για το εάν οι διάδικοι είναι τέκνα αυτού. Τα ίδια ως προς το ειδικό αυτό ζήτημα, της διενέργειας διπλής πραγματογνωμοσύνης γενετικού υλικού (DΝΑ), δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σωστή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε το αίτημα αυτό και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, το ίδιο δε αίτημα επανυποβαλλόμενο και ενώπιον αυτού του δικαστηρίου είναι για τον ίδιο λόγο απορριπτέο.

Συνεπώς, έπρεπε η πρώτη αγωγή να γίνει δεκτή, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη Ζ. συζ. Φ. Α. Ο. δεν είναι τέκνο ούτε κληρονόμος, εξ αυτού του λόγου, των Ε. και Ε. Μ.ογλου. Περαιτέρω, από την πληθώρα μαρτυρικών καταθέσεων και ενόρκων βεβαιώσεων (αναφέρονται τα ονόματα των Α. Φ.- γνωστού της Ε. Μ., Α. Γ.-οικογενειακού φίλου, Α.

Ο. Φ.-κόρης της ενάγουσας, Χ. Σ.-οικογενειακής φίλης επί σαράντα έτη, Σ. Α.-γειτόνισσας της οικογένειας, Τ. Χ. Δ.-πρώην γαμπρού της ενάγουσας, Σ. Ι.-συγγενούς της ενάγουσας, και Γ. Δ. οικογενειακής φίλης της ενάγουσας), αποδεικνύεται ότι η Ρ. Α. θεωρείται ανέκαθεν ως γνήσιο τέκνο των Ε. και Ε. Μ., γεγονός που έχει ομολογήσει εξωδίκως και η ίδια η Ζ.

συζ. Φ. Α. Ο., όπως προεκτέθηκε. Παρά το γεγονός ότι δεν σώζεται η ληξιαρχική πράξη της γέννησής της για τους λόγους που ήδη προεκτέθηκαν , αποδεικνύεται πλήρως η συγγενική της σχέση με τους θανόντες Μ.. Κατ’ ακολουθίαν, έπρεπε να απορριφθεί η δεύτερη αγωγή, δεδομένου ότι η εναγομένη αυτής απέδειξε τη συγγενική και κληρονομική της σχέση με τους Ε.

και Ε. Μ. ". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν τυγχάνει νόμιμο τέκνο και κληρονόμος του Ε. και της Ε. Μ. και έγινε δεκτή η αγωγή της τελευταίας (αναιρεσίβλητης), με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν τυγχάνει νόμιμο τέκνο και κληρονόμος των προαναφερομένων φυσικών προσώπων, δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε ευθέως, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή προσδίδοντας σ’ αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, ούτε εκ πλαγίου εφόσον διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα, ομολογία αναιρεσείουσας) και καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και τέταρτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ως προς το ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομοτύπως προβληθέντα από την αναιρεσείουσα τόσο με την αγωγή της, όσο και με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμό ότι ενώ η αναιρεσίβλητη γεννήθηκε το έτος 1936, ο γάμος της μητέρας της Ε.

με τον Ε. Μ. έλαβε χώρα το έτος 1942 και επομένως εκείνη δεν θα μπορούσε να είναι τέκνο του Ε., δεδομένου ότι ούτε κατά τη διάρκεια του γάμου τους γεννήθηκε, ούτε αναγνωρίστηκε, ούτε υπήρξε πράξη υιοθεσίας. Τα ανωτέρω όμως αποτελούν επιχειρήματα προς στήριξη της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής της περί του ότι η αναιρεσίβλητη-εναγομένη δεν τυγχάνει νόμιμο τέκνο ούτε κληρονόμος του Ε.

και της Ε. Μ. και όχι πράγμα, κατά την προαναφερθείσα έννοια του νόμου. Ως εκ τούτου ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διάταξη δε αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 949/2015).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανεπιτρέπτως την ένορκη κατάθεση της Φ. Α., θυγατέρας της αναιρεσίβλητης, η οποία εξετάσθηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την υπ’ αριθ. .../17-11-2011 ένορκη βεβαίωση του Τ.

Χ. Δ., συζύγου της προαναφερόμενης και γαμβρού της αναιρεσίβλητης ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Ευδοκίας Μακρίδου, παρά τη διάταξη του, εφαρμοζομένου και στη διαδικασία των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, άρθρου 601 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα (ως τούτο ίσχυε πριν από το ν. 4335/2015), κατά το οποίο δεν επιτρέπεται να εξετασθούν ως μάρτυρες, πλην άλλων, τα τέκνα των διαδίκων γνήσια, νομιμοποιημένα, θετά ή αναγνωρισμένα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν ο ισχυρισμός αυτός είχε νόμιμα προβληθεί και με ποιόν τρόπο από την αναιρεσείουσα στα Δικαστήρια της ουσίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-11-2014 αίτηση της Ζ. συζ. Φ. Α. Ο. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 271/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ