Legislator Case Law & Legislation
223/2016 AI generated

223/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 223/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 223 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 223/2016

Legislator headnote

AI generated

223/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 223 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 223/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 223 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 223/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ζαρναβέλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 2) α) Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., β) Χ. Π. του Ι., κατοίκου ... και γ) Ά. Π. του Ι., κατοίκου ... ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικά δεύτερης αναιρεσίβλητης Α. συζύγου Ι. Π. το γένος Η. Κ. και 3) Λ. χήρας Α. Τ., το γένος Η. Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Κιτσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 235/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-2-2012 αίτησή του, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 12-1-2015 κλήση του μετά τη ματαίωση της συζητήσεως αυτής κατά τη δικάσιμο της 27-1-2014. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 12-4-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 197 Α.Κ. κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά δε το επόμενο άρθρο 198 παρ.1 του ίδιου κώδικα όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως προξενήσει υπαιτίως στον άλλο ζημία, είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει, και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το στάδιο των διαπραγματεύσεων και της ευθύνης που πηγάζει από αυτές δεν περατώνεται με την κατάρτιση συμβάσεως που είναι άκυρη λόγω ελλείψεως αναφερόμενης στον τύπο (όπως είναι η σύμβαση έργου με την οποία προσυμφωνείται η μεταβίβαση ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου ως εργολαβικού ανταλλάγματος, για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου) αν τα μέρη απέβλεπαν στην κατάρτιση συμβάσεως που πληροί τον τύπο του νόμου.

Στην περίπτωση αυτή, η μετά τη σύναψη της άκυρης αυτής συμφωνίας αδικαιολόγητη άρνηση για σύναψη έγκυρης συμβάσεως που περιβάλλεται το νόμιμο τύπο γεννά, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, ευθύνη για αποζημίωση. Η ευθύνη δε αυτή θεμελιώνεται ευθέως στο νόμο, διακρινόμενη από την ενδοσυμβατική ευθύνη (Α.Π.1610/2009).

Αν κάποιος κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, τότε παράλληλα με την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις θεμελιώνεται κατ' αυτού και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 919 και 914 επ. Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα κατά το άρθρο 919 Α.Κ.

όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Προϋποθέσεις εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως είναι: α) ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) αντίθεση της συμπεριφοράς αυτής στα χρηστά ήθη, γ) πρόθεση επαγωγής ζημίας, δ) να προκλήθηκε πράγματι η ζημία και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η πρόθεση (δόλος) έχει την έννοια ότι ο ζημιώσας ήξερε ότι με τη συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και ήθελε την πρόκληση της ζημίας.

Εκτός όμως από τον άμεσο δόλο, που υπάρχει όταν ο υπαίτιος ενήργησε με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλο, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος (Ολ.Α.Π.10/1991), δηλαδή αρκεί ο υπαίτιος να γνώριζε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρά ταύτα να μην απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη.

Τέλος η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον παθόντα έχει την έννοια ότι η πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, ενόψει των ειδικών περιστάσεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ήταν πρόσφορη αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος (Α.Π.1398/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 12-12-2004 αγωγή του ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε:

Ότι οι εναγόμενοι (από τους οποίους οι πρώτος και τρίτη είναι οι ήδη πρώτος και τρίτη αναιρεσίβλητοι, η δε δεύτερη απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και κληρονομήθηκε από τους υπό στοιχεία 2α, 2β και 2γ ήδη αναιρεσιβλήτους, σύζυγο και τέκνα της αντίστοιχα και μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της), έχοντας αποφασίσει να ανεγείρουν πολυώροφη οικοδομή στο περιγραφόμενο αστικό ακίνητο ιδιοκτησίας τους, απευθύνθηκαν σ' αυτόν, ο οποίος, μαζί με τον αδελφό του, με τον οποίο τελεί σε αφανή εταιρική σχέση, διατηρούν επιχείρηση ανεγέρσεως οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής.

Ότι μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις υπογράφηκε από αυτόν και τους εναγομένους, από τους οποίους οι δεύτερη και τρίτη εκπροσωπήθηκαν από το μη διάδικο Χ. Κ., το από 19-2-2004 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυτός ανέλαβε την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο προαναφερθέν ακίνητο των εναγομένων, οι οποίοι θα λάμβαναν ποσοστό 32% των οριζόντιων ιδιοκτησιών που θα ανεγείρονταν, ενώ τις υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες με τα ποσοστά που τους αναλογούσαν, οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν σ' αυτόν ή τους τρίτους που θα τους υποδείκνυε ως εργολαβική του αμοιβή.

Ότι τις λεπτομέρειες της συμφωνίας τους οι διάδικοι θα καταχωρούσαν σε εκτενέστερο κείμενο, με το οποίο θα συνδυαζόταν και το καταρτιζόμενο στις περιπτώσεις αυτές προσύμφωνο μεταβιβάσεως προς αυτόν ή προς τους υπ' αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους των ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου που αντιστοιχούσαν σε καθεμία από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής, οι οποίες θα ορίζονταν με ιδιαίτερη πράξη.

Ότι τόσο για το προσύμφωνο όσο και για την πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας απητείτο προηγουμένως αφενός μεν η κατάρτιση σχεδίων από μηχανικό και αρχιτέκτονα και η σύνταξη μελέτης για την κατανομή των ποσοστών συνιδιοκτησίας σε κάθε οριζόντια ιδιοκτησία και για τον προσδιορισμό των λοιπών στοιχείων κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφετέρου δε η τήρηση του τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου διότι αφορούσαν ακίνητα.

Ότι παρά ταύτα, σε ένδειξη του πέρατος των διαπραγματεύσεων, με το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι, αν μεν αυτός δεν προέβαινε στην έναρξη των εργασιών μέχρι τις 31-3-2004, θα υποχρεούνταν σε καταβολή ποινικής ρήτρας ποσού 12.000 ευρώ, αν δε οι εναγόμενοι δεν συνέπρατταν στο εργολαβικό προσύμφωνο, στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και δεν έδιναν το οικόπεδο σ' αυτόν θα υποχρεούνταν σε καταβολή ποινικής ρήτρας ποσού 12.000 ευρώ.

Ότι σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει με το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό άρχισε, σε συνεργασία με αμειβόμενο από τον ίδιο πολιτικό μηχανικό, την κατάρτιση των αρχιτεκτονικών και στατικών μελετών και σχεδιαγραμμάτων που ήσαν αναγκαία για τη σύνταξη των συμβολαίων, τη λήψη της άδειας οικοδομής και τέλος για την κατασκευή του έργου.

Ότι οι εναγόμενοι, έχοντας αποφασίσει να αποστούν από τη συμφωνία τους και να αναθέσουν την εκτέλεση του έργου σε άλλο εργολάβο, με τον οποίο εν αγνοία αυτού διατηρούσαν παραλλήλως επαφές και συνεννοήσεις, και επιδιώκοντας για το λόγο αυτό να βρουν πρόσχημα για να εκδηλώσουν την πιο πάνω απόφασή τους, ζητούσαν σταδιακώς να συναινέσει αυτός σε διάφορες ευνοϊκές γι' αυτούς τροποποιήσεις της πιο πάνω συμβάσεώς τους που θα καταχωρούνταν στα υπό κατάρτιση σχέδια και στο υπό σύνταξη συμβόλαιο.

Ότι όταν διαπίστωναν τη διάθεσή του να αποδεχθεί τις τροποποποιήσεις αυτές, ζητούσαν και άλλες κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι ενώ στις 30-10-2004 αυτός και ο μηχανικός παρέδωσαν στη σύζυγο του πρώτου εναγομένου τα σχέδια, όπως ακριβώς ήθελαν να τα τροποποιήσουν οι εναγόμενοι και ενώ επέκειτο η σύνταξη και υπογραφή των συμβολαίων, οι τελευταίοι εντελώς αιφνίδια και αναιτιολόγητα μετά τρεις ή τέσσερις ημέρες διέκοψαν κάθε συνεργασία και επαφή μαζί του και ανέθεσαν σε άλλο εργολάβο την εκτέλεση του έργου.

Ότι με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι υπαιτίως, παρά το νόμο και τη μεταξύ τους σύμβαση και εν γνώσει τον ζημιογόνων γι' αυτόν συνεπειών, αθέτησαν τις προς αυτόν συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις τους και χωρίς κανένα δικαίωμα υπαναχώρησαν από τη σύμβασή τους. Ότι τούτο έπραξαν από δική τους αποκλειστική υπαιτιότητα και με τρόπο αντίθετο προς τη συμπεριφορά την οποία επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και οι συναλλακτικές συνήθειες.

Ότι από την πιο πάνω παράνομη, αντισυμβατική, υπαίτια και εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά των εναγομένων: 1) υπέστη τις εξής ζημίες: α) κατέβαλε στον αναφερόμενο μηχανικό το ποσό των 1.500 ευρώ για την εκπόνηση των σχεδίων της υπό ανέγερση οικοδομής, β) απώλεσε το ποσό των 251.855 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο εργολαβικό κέρδος του και το οποίο προσδοκούσε με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, άλλως το ίδιο ποσό απώλεσε διότι, λόγω της βεβαιότητος ότι θα εκτελέσει το συμφωνημένο έργο, την οποία του προκάλεσε η υπογραφή έγγραφης συμφωνίας με τους εναγομένους, απέκρουσε κάθε άλλη γενόμενη από τρίτους προς αυτόν προσφορά ανοικοδομήσεως άλλου οικοπέδου και 2) υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση ανερχόμενη στο ποσό των 50.000 ευρώ.

Ζήτησε δε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον: 1) α) το ποσό των 1.500 ευρώ, β) από το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, άλλως του αρνητικού της συμβάσεως διαφέροντος, το ποσό των 11.000 ευρώ και 2) από το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως το ποσό των 1.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν εις ολόκληρον: 1) από το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, άλλως του αρνητικού της συμβάσεως διαφέροντος, 240.855 ευρώ και 2) από το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως το ποσό των 49.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, άλλως ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 12.000 ευρώ λόγω καταπεσούσης ποινικής ρήτρας νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν μη νόμιμη ως προς τη βάση της από την αδικοπραξία του άρθρου 919 Α.Κ. αφού από τα στοιχεία που κατά τα προαναφερθέντα ήταν αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωση της βάσεως αυτής έλειπε το στοιχείο της αντιθέσεως της συμπεριφοράς των εναγομένων προς τα χρηστά ήθη.

Ειδικότερα η επικαλούμενη συμπεριφορά των τελευταίων (ήτοι ότι έχοντας αποφασίσει να αναθέσουν την εκτέλεση του έργου σε άλλο εργολάβο - με τον οποίο εν αγνοία του ενάγοντος διατηρούσαν παραλλήλως επαφές και συνεννοήσεις - και επιδιώκοντας για το λόγο αυτό να βρουν πρόσχημα για να εκδηλώσουν την πιο πάνω απόφασή τους, ζητούσαν να συναινέσει ο ενάγων σε διάφορες ευνοϊκές γι' αυτούς τροποποιήσεις της συμβάσεως που θα καταρτιζόταν μεταξύ τους, παρά δε την αποδοχή των τροποποιήσεων τελικώς διέκοψαν τις διαπραγματεύσεις και ανέθεσαν την εκτέλεση του έργου στον άλλο εργολάβο) είναι μεν αντίθετη προς τα συναλλακτικά ήθη και γεννά ευθύνη τους από τις διαπραγματεύσεις, όχι όμως και προς τα χρηστά ήθη κατά την προπαρατεθείσα έννοια αυτών.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά τη βάση της αυτή ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ., την οποία (παρά την επίκληση και των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α και αριθ.14 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδει, κατ' εκτίμηση και των τριών λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση. Γι' αυτό οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Φεβρουαρίου 2012 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 235/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 10 Μαρτίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ