223/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Αργύριο Σταυράκη, Ελένη Διονυσοπούλου και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated223/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ., 281 § 2 ν. 3463/2006).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 223 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 223/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Αργύριο Σταυράκη, Ελένη Διονυσοπούλου και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αμαρουσίου Αττικής, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αμούργη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστημών (Ι.Γ.Ε.)", νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Υπουργού Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά του να ασκεί εποπτεία στις περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων και για κοινωφελείς σκοπούς. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ορφανό και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-1992 αγωγή του Ινστιτούτου Γεωπονικών Επιστημών και με την από 29-1-1993 πρόσθετη παρέμβαση δια των προτάσεων του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/1993 μη οριστική, 6667/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4261/2008 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 877/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6271/2013 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 30-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 6/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα άρθρα 974, 976 και 1045 του ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση φυσικής εξουσίας στο πράγμα με διάνοια κυρίου (νομή) επί συνεχή εικοσαετία, αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πράξεις στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα ως δικό του.
Τέτοιες πράξεις νομής είναι μεταξύ των άλλων η επίβλεψη ή επιστασία του ακινήτου έναντι τρίτων και η προστασία του έναντι τρίτων - προσβολέων της νομής, η δενδροφύτευσή του, η υποβολή αιτήσεων για καθορισμό αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος τμήματος κ.λ.π. Από δε τα άρθρα 974 και 981 του ίδιου ΑΚ προκύπτει ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus), για τη συνδρομή των οποίων κρίνει το δικαστήριο βάσει των ασκουμένων πράξεων, και ότι η νομή χάνεται όταν εκλείψει ένα ή και τα δύο από αυτά τα στοιχεία, όταν δηλαδή απολεσθεί η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή παύσει η διάνοια κυρίου του νομέα.
Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την αγωγή κατ'ουσίαν εφαρμόζει κανόνα δικαίου του οποίου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου ή δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα του οποίου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται επίσης όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής ή μη, ως ανωτέρω, των οικείων ουσιαστικών διατάξεων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 31.5.1921 μυστική διαθήκη της Ι. Σ. που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ' αρ. 911/21.6.1921 πρακτικό, η ως άνω διαθέτης κληροδότησε στο Ίδρυμα με το τίτλο "Βασιλική Γεωργική Εταιρεία" που συστάθηκε με το από 28.5.1901 ιδρυτικό Βασιλικό διάταγμα, ένα αγρόκτημα εκτάσεως 1.000 περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση Ανάβρυτα της περιφέρειας μεταξύ των Δήμων Αμαρουσίου και Κηφισιάς.
Για την ως άνω κληροδοσία δεν απαιτείτο συμβολαιογραφική αποδοχή και μεταγραφή αυτής, καθόσον ο ν. 1850 που εισήγαγε στο σύστημα της μεταγραφής κατά το πρότυπο του τότε γαλλικού δικαίου, δεν περιείχε διάταξη για τη μεταγραφή πράξεων αιτία θανάτου, δηλαδή για τη μεταγραφή της αποδοχής κληρονομιάς ή κληροδοσίας.
Στη συνέχεια με το ΝΔ 14.5.1926 το ως άνω ίδρυμα μετονομάσθη σε ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και με το 1.7.1948 ΒΔ σε ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ και εν τέλει με το ΝΔ 572/1970 σε ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΓΕΩΠΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ. Το ενάγον ίδρυμα διαχειριζόταν το κτήμα που κληροδοτήθηκε σε αυτό, ασκώντας όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του, δηλαδή το είχε περιφράξει με μανδρότοιχο και το καλλιεργούσε σύμφωνα με τη βούληση της διαθέτιδος, υπό την εποπτεία της αρμόδιας Δ/νσης για την προστασία των κληροδοτημάτων του Υπ.
Οικονομικών. Ένα τμήμα του ακινήτου αυτού, στο νοτιοδυτικό άκρο του, συνολικής έκτασης 12.684 μ2 περίπου, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο, αποχωρίστηκε από το όλο κτήμα με τη διάνοιξη της Λεωφόρου Αμαρυσσίας Αρτέμιδος και ήδη Λεωφ. Κηφισίας. Το επίδικο έχει έκταση 6.012 μ2 και συνορεύει γύρωθεν βόρεια με την πρώην Λεωφόρο Αμαρυσίας Αρτέμιδος και ήδη Λεωφόρο Κηφισίας, νότια με την πλατεία Ηρώων και το Παλαιό Δημαρχείο του Δήμου Αμαρουσίου, ανατολικά με την οδό Αρκαδίου και δυτικά με την οδό Βασ.
Σοφίας και φαίνεται στο από 15.1.1939 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Σ. Δ. με αλφαβητικά στοιχεία Α Β Γ Δ Α. Αποτέλεσμα της διάνοιξης του δρόμου ήταν να καταστεί αδύνατη η καλλιέργεια αυτού και η αξιοποίηση του υφιστάμενου εντός αυτού ελαιοτριβείου σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης. Για το λόγο αυτό δόθηκε η άδεια στο ενάγον, δυνάμει του α.ν. 939/14.2.1946, για την εκποίηση του τμήματος αυτού του αγροκτήματος, στο οποίο κατέστη ανέφικτη η πραγματοποίηση του σκοπού της διαθήκης, με ρητό και απαράβατο όρο το προϊόν της εκποίησης να αποτελέσει αναπαλλοτρίωτο κεφάλαιο του κληροδοτήματος Ι.
Σ. υπέρ της Ελληνικής Γεωργικής Εταιρείας για την ίδρυση και λειτουργία της Γεωργικής Σχολής Αναβρύτων, διεπόμενο από διαθήκη και τον α.ν. 2039/1939. Στο επίδικο υπήρχαν ήδη από το 1932 δύο φρεάτια από τα οποία οι κάτοικοι έπαιρναν νερό και υπήρχε επίσης ένας οικίσκος στο οποίο διέμενε μια οικογένεια και ο οποίος κατεδαφίστηκε.
Στο επίδικο το ενάγον συνέχισε να ασκεί κάθε πράξη διαχείρισης σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό του και ειδικότερα προέβη σε δενδροφύτευση του χώρου και επιστασία έναντι του εναγομένου, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αρ. 7522/1960 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών που επικύρωσε την υπ'αρ. 178/1959 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
Παράπλευρα των φρεατίων η Κοινότητα Αμαρουσίου κατασκεύασε δημόσια λουτρά. Στη συνέχεια μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η κοινότητα Αμαρουσίου αρχικά χρησιμοποίησε τα ως άνω κτίσματα ως αποθήκη και στη συνέχεια παραχώρησε το κτίσμα στον Γυμναστικό Όμιλο Αμαρουσίου για να το χρησιμοποιεί ως γραφείο του.
Στις 22.10.1959 και στις 26.11.1959 ο εναγόμενος Δήμος προέβη δια των οργάνων του στην κατεδάφιση του μαντρότοιχου του επίδικου ακινήτου και στην καταστροφή των καλλιεργειών που βρισκόντουσαν στο επίδικο. Για τις παράνομες αυτές πράξεις ο τότε Δήμαρχος Α. Γ. καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης για τις πράξεις της αυτοδικίας και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας με την υπ'αρ. 23301/1960 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που επικυρώθηκε με την υπ'αρ. 3372/1960 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ο εναγόμενος Ο.Τ.Α. στις 7.6.1962 προέβη στην κατεδάφιση του υφιστάμενου μαντρότοιχου ύψους 2,5 μ. Στη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας του ιδρύματος. Για την ανωτέρω πράξη το ενάγον αντέδρασε με την από 9.6.1962 εξώδικη διαμαρτυρία του. Στις 9.8.1962 ο ίδιος Δήμαρχος δια των οργάνων του προέβη σε διάνοιξη δρόμου εντός της ιδιοκτησίας του ενάγοντος και την επομένη ισοπέδωσε τη νότια πλευρά του επίδικου.
Με την υπ' αρ. 9646/1963 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα ότι νομέας του επίδικου είναι το ενάγον και διατάχθηκε η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να προβεί στην ανέγερση του κατεστραμμένου μαντρότοιχου. Αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 3.7.1963, όπως προκύπτει από την από 2.9.1963 αίτηση του ενάγοντος προς τους υπουργούς Γεωργίας και Εσωτερικών καθώς και προς την Δ/νση Ασφαλείας και τον Νομάρχη Αττικής.
Ο εναγόμενος το έτος 1965 κατεδάφισε όλα τα κτίσματα που υπήρχαν στο επίδικο και έκλεισε τα φρεάτια, κατόπιν μπάζωσε αυτό και το χρησιμοποιούσε για τη στάθμευση αυτοκινήτων. Επί του επιδίκου κατ' εφαρμογή του από 8.3.1946 Β.Δ. "περί τροποποιήσεως σχεδίου Αμαρουσίου εις την κεντρικήν πλατείας Ηρώων" (ΦΕΚ 371/31/12/1946 τ.Α.) κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου, για την οποία η υπ' αρ. 17/1948 πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως, με τον όρο να προσδιοριστεί και καταβληθεί η αποζημίωση εντός δύο ετών, που παρατάθηκαν για ένα ακόμα χρόνο με νεώτερο Δ/μα (ΦΕΚ 329/29.12.1948 Α), δηλαδή μέχρι 28.12.1949.
Το ενάγον ζήτησε με αίτησή του στον Πρόεδρο Πρωτοδικών τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, αλλά η παραταθείσα προθεσμία παρήλθε άπρακτη και η απαλλοτρίωση άρθηκε . Με το από 30.6.1964 Β.Δ. (ΦΕΚ 107/17.6.1964 τ. Δ) "περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Αμαρουσίου δι' επεκτάσεως της κεντρικής πλατείας Ηρώων" κηρύχθηκε και πάλι η αναγκαστική απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου, υπόχρεος προς αποζημίωση ήταν ο εναγόμενος Δήμος Αμαρουσίου ,ο οποίος δεν κατέβαλε την αποζημίωση με αποτέλεσμα να αρθεί η απαλλοτρίωση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αρ. 138/1.5.1968 πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών -Προαστίων που κυρώθηκε με την υπ' αρ. Πρωτ. 18118/24.6.1968 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων με την οποία ο εναγόμενος Δήμος Αμαρουσίου καθίστατο υπόχρεως να αποζημιώσει τον ενάγοντα για την απαλλοτριωθείσα λόγω ρυμοτομίας έκταση.
Η καταβληθείσα αποζημίωση καθορίστηκε συμβιβαστικά στο ποσό 5.000.000 δραχμών καταβλητέες σε τρεις δόσεις. Η συμφωνία αυτή εγκρίθηκε από την αρμόδια Δ/νση του Υπ. Οικονομικών, μετά από γνωμοδότηση του Συμβουλίου Εθνικών κληροδοτημάτων. Ο εναγόμενος όμως δεν κατέβαλε το ανωτέρω ποσό. Μετά από νέα αίτηση του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ' αρ 1269/1976 απόφαση του εφετείου Αθηνών με την οποία προσδιορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αλλά η αποζημίωση δεν κατεβλήθη από τον εναγόμενο.
Ο εναγόμενος Ο.Τ.Α. με το υπ' αρ. 429/1956 έγγραφό του προς τον ενάγοντα ζητούσε την παραχώρηση του επίδικου έναντι συμβολικού τιμήματος 200.000 δραχμών. Στο ανωτέρω έγγραφο ο Δήμος Αμαρουσίου αναφέρει ότι:"... δυνάμεθα να ελπίζωμεν ότι θα δεχθήτε την εκ δραχμών 200.000 προσφοράν ημών δια την εν λόγω έκτασιν. Η προσφορά υπονοείται τοις μετρητοίς..." ..
Με το υπ' αρ. 3715/1965 έγγραφο του Δημάρχου του Δήμου Αμαρουσίου Α. Γ. ζητείται να διευκολυνθεί ο Δήμος ως προς την καταβολή αποζημίωσης διαβεβαιώνοντας τον ενάγοντα ".. ότι δεν επαύσαμεν να αναγνωρίζωμεν τα δικαιώματα του...". Εξάλλου με το υπ' αρ. 3/1984 έγγραφο του ιδίου ζητείται η δωρεάν παραχώρηση του επίδικου, αναφέροντας ότι ζητεί την δωρεάν παραχώρηση της επίδικης έκτασης στο δήμο "που εσαεί θα ευγνωμονεί το Ίδρυμα και τη Διοίκησή του...".
Η ανωτέρω πρόταση του Δήμου Αμαρουσίου δεν έγινε δεκτή από τον ενάγοντα. Σύμφωνα με το από 2.2.1984 πρακτικό του ΔΣ του ενάγοντα αποφασίσθηκε να αρνηθεί την πρόταση και στάλθηκε έγγραφο στον Δήμο Αμαρουσίου εξηγώντας τους λόγους. Παράλληλα, ενώ με το ανωτέρω έγγραφο με το οποίο ο εναγόμενος αναγνώριζε την κυριότητα του ενάγοντα στο επίδικο, ταυτόχρονα διαμόρφωνε το επίδικο σε πλατεία κατασκευάζοντας παρτέρια, δίκτυα άρδευσης και φωτισμού και τοποθέτησε τον ανδριάντα του πρώτου ολυμπιονίκη του Μαραθωνίου Σπύρου Λούη.
Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι εμφανείς υλικές πράξεις δηλωτικές εξουσιάσεως στο επίδικο διενεργούνταν μόνο από το ενάγον το οποίο αναγνωριζόταν ως κύριο του επίδικου και από τον εναγόμενο. Το εναγόμενο δημοσίευσε στην τοπική Εφημερίδα "τύπος Αμαρουσίου" της 26.3.1991 κυκλοφοριακή μελέτη του Δήμου Αμαρουσίου και αποφάσισε τη δημιουργία 90 θέσεων ελεύθερης στάθμευσης σε τμήμα του ακινήτου.
Ενόψει αυτών αποδείχθηκε ότι το ενάγον είναι κύριο της ανωτέρω εδαφικής έκτασης 6.012 μ2 και συνορεύει γύρωθεν βόρεια με την πρώην Λεωφόρο Αμαρυσίας Αρτέμιδος και ήδη Λεωφόρο Κηφισίας, νότια με την πλατεία Ηρώων και το Παλαιό Δημαρχείο του Δήμου Αμαρουσίου, ανατολικά με την οδό Αρκαδίου και δυτικά με την οδό Βασ.
Σοφίας, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος - εναγόμενος άσκησε πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου ακινήτου και είναι δηλωτικές της εξουσιάσεώς του σ' αυτό, αφού ουδέποτε εξεδήλωσε τη βούλησή του να το εξουσιάσει ως κύριος αυτού αλλά κατείχε τούτο ως απλός κάτοχος και συνεπώς δεν θεμελιώνεται η χρησικτησία την οποία προβάλλει κατ' ένσταση, διότι προϋπόθεση για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας με χρησικτησία αποτελεί η νομή του πράγματος με τη διάνοια κυρίου η οποία ελλείπει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Σε κάθε δε περίπτωση οι υλικές πράξεις που ο Δήμος Αμαρουσίου, δια μέσου των οργάνων του, διενεργούσε στο επίδικο δεν ήταν πράξεις δηλωτικές εξουσιάσεως αλλά υλικές ενέργειες που κατέτειναν απλώς και μόνο στην προσβολή της κατοχής του ενάγοντος ώστε να αποθαρρυνθεί το ενάγον στην διεκδίκηση της κυριότητάς του".
Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κοινωφελούς ιδρύματος, υπέρ του οποίου είχε παρέμβει το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργός Οικονομικών), στηριζόμενη στην κτήση της κυριότητας με παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) και πρωτότυπο (χρησικτησία) τρόπο, απορρίπτοντας ( το Εφετείο ) την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει ο αναιρεσείων - εναγόμενος Δήμος, στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, αναγνώρισε το ενάγον κύριο του επιδίκου και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει το επίδικο σ'αυτό.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται ειδικότερα ότι και μετά την αποκοπή, με τη δημιουργία (κατά τη δεκαετία του 1930) της Λεωφόρου Κηφισίας, του επίδικου τμήματος, εμβαδού 6012 τ.μ., μέρους της αποκοπείσης συνολικής έκτασης των 12684 τ.μ., από το μείζον ακίνητο (αγρόκτημα), εκτάσεως 1000 περίπου στρεμμάτων, που είχε περιέλθει στην κυριότητα του ενάγοντος ιδρύματος με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή ) εν έτει 1921, το ίδρυμα εξακολούθησε να ασκεί πράξεις νομής στο επίδικο, το οποίο δενδροφύτευσε και επιστατούσε έναντι του αναιρεσείοντος - εναγομένου Δήμου και για το οποίο έλαβε άδεια εκποιήσεως βάσει του α.ν. 939/14-2-1946 λόγω του ανεφίκτου της πραγματοποιήσεως, μετά την κατά τα ανωτέρω αποκοπή του από το μείζον ακίνητο, του σκοπού του ως κληροδοτήματος (προαναφερθείσα διαθήκη) για τον προαναφερθέντα επίσης σκοπό, περαιτέρω δε προέβαινε στις αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την προστασία του επιδίκου έναντι των προσβολών του εκ μέρους του αναιρεσείοντος Δήμου, όπως υποβολή μηνύσεως για αυτοδικία, με αποτέλεσμα την τελεσίδικη καταδίκη του τότε Δημάρχου με την υπ'αριθμ. 23301/1960 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κοινοποίηση της από 9-6-1962 εξώδικης διαμαρτυρίας προς τον αναιρεσείοντα, άσκηση αγωγής προστασίας της νομής του στο επίδικο, κατά παραδοχήν της οποίας αναγνωρίστηκε τελεσίδικα νομέας του επιδίκου με την υπ'αριθμ. 9646/1963 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων Δήμος να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάστασή τους, με την ανέγερση του καταστραφέντος από αυτόν μανδροτοίχου, ενώ, τέλος, υπέβαλε αρμοδίως τις αναφερόμενες αιτήσεις για τον καθορισμό προσωρινής οριστικής αποζημίωσης για το επίδικο, το οποίο ρυμοτομήθηκε βάσει του από 8-3-1946 β.δ.
και για το οποίο εκδόθηκαν οι επίσης αναφερόμενες πράξεις αναλογισμού αποζημιώσεως των ετών 1949, 1964 και 1968, η κάθε μία μετά την άρση της προηγούμενης απαλλοτρίωσης λόγω μη καταβολής της αποζημιώσεως από τον αναιρεσείοντα, με τελευταία (αποζημίωση) την ορισθείσα οριστικώς με την υπ'αριθμ. 1269/1976 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και απέκρουσε (το αναιρεσίβλητο ίδρυμα) με το από 2-2-1984 πρακτικό του Διοικητικού του Συμβουλίου αίτημα του αναιρεσείοντος Δήμου για τη δωρεάν παραχώρηση σ'αυτόν, εκ μέρους του ιδρύματος, του επίδικου ακινήτου.
Οι ανωτέρω πράξεις που κατά τις παραδοχές του Εφετείου ενεργούσε το αναιρεσίβλητο ίδρυμα στο επίδικο καθ'όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, μέχρι την άσκηση της αγωγής (1992), αποτελούν πράγματι πράξεις νομής υπό την προεκτεθείσα έννοια, ήτοι υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις που εγίνοντο διανοία κυρίου, τη νομή δε αυτή δεν την απώλεσε το αναιρεσείον με τις περιγραφόμενες στην απόφαση πράξεις (ενέργειες) του αναιρεσείοντος, ούτε κατά το σωματικό στοιχείο (corpus) ούτε κατά το πνευματικό (animus).
Οι πράξεις αυτές του αναιρεσείοντος (χρησιμοποίηση των κτισμάτων του επιδίκου, καταστροφή καλλιεργειών, κατεδάφιση μανδροτοίχου και αργότερα των κτισμάτων) αποτελούσαν κατά τις παραδοχές του Εφετείου υλικές ενέργειες που κατέτειναν στην προσβολή της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου και την αποθάρρυνση του τελευταίου να διεκδικήσει το επίδικο, ο δε αναιρεσείων Δήμος δεν είχε εκδηλώσει τη βούλησή του να εξουσιάζει το επίδικο ως κύριος (διανοία κυρίου), στοιχείο απαραίτητο, κατά τα προεκτεθέντα, για την ύπαρξη της νομής, λόγος άλλωστε για τον οποίο προέβαινε κατ'επανάληψη στην έκδοση πράξεων αναλογισμού και αποζημιώσεως για το επίδικο, στις οποίες δεν θα προέβαινε εάν το θεωρούσε δικό του.
Επομένως το Εφετείο που βάσει των ανωτέρω παραδοχών του δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ιδρύματος, κατά τα προεκτεθέντα, και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας, δια χρησικτησίας, που είχε προβάλει ο αναιρεσείων Δήμος, ορθώς εφήρμοσε τις προμνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 974, 976, 981 και 1045 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού οι προρρηθείσες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής, ως ανωτέρω, εφαρμογής των ειρημένων οικείων ουσιαστικών διατάξεων, προσδίδοντας έτσι στην απόφαση νόμιμη βάση, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τους τρείς πρώτους, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους της αιτήσεώς του.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλομΑΠ 2/2008).
Ο δε λόγος αναιρέσεως από το ίδιο άρθρο 559 αρ. 11 περ. α'και γ'του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, αντίστοιχα, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα και όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων Δήμος υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ'αριθμ. 429/1956, 3715/1965 και 3/1984 επιστολών του Δημάρχου Αμαρουσίου προς το αναιρεσίβλητο 'Ιδρυμα ως δηλωτικών της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου, εκλαμβάνοντας (το Εφετείο) τις επιστολές αυτές ως έγγραφα του Δήμου ενώ ήταν προσωπικές του Δημάρχου χωρίς προηγούμενη σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, μη δεσμευτικές για τον αναιρεσείοντα Δήμο, με τον πέμπτο δε, από τον αριθμό 11α', όπως εκτιμάται (όχι 8), του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τις επιστολές αυτές - έγγραφα, που είχαν εκδοθεί από τον μη αρμόδιο για το αναφερόμενο ζήτημα Δήμαρχο, χωρίς προηγούμενη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες επιστολές - έγγραφα, αυτά φέρονται ως έγγραφα του αναιρεσείοντος Δήμου, του οποίου φέρουν τους αντίστοιχους ως άνω αριθμούς πρωτοκόλλου, και κατά συνέπειαν νομίμως ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, προσκομισθέντα με επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους, το οποίο (Εφετείο) και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, υπό την προεκτεθείσα έννοια, τούτο δε πέραν του ότι από το προπαρατεθέν (ανωτ.
υπό Ι) περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία απλώς συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Τέλος, όπως επίσης προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, επομένως και τις υπ'αριθμ. 75/1966 και 24/1965 αποφάσεις του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου και του Εισαγγελέα Αθηνών, αντίστοιχα, και είναι επίσης αβάσιμα τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον έκτο και τελευταίο, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του.
ΙΙΙ. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ., 281 § 2 ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2014 αίτηση του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6271/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ