223/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated223/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν αυτών η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
Full text
Απόφαση 223 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 223/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Α. Τ. - Β. Μ." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Α. Τ. του Λ., κατοίκου ... και 3. Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αγγελομάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 633/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 10-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, εκτός των σ' αυτή αναφερομένων περιπτώσεων για τις οποίες δεν πρόκειται εδώ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης στηριζόμενος επί ισχυρισμού που δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ άλλου το από τελεσίδικη απόφαση απορρέον δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, πλην όμως δεν αφορά στη δημόσια τάξη και ως εκ τούτου δεν δύναται να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, διότι οι διατάξεις που το καθιερώνουν τέθηκαν προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι ανώτερου κοινωνικού σκοπού.
Συνεπώς ο περί τούτου ισχυρισμός για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται περί τούτου ρητή μνεία στο αναιρετήριο (Ολ.ΑΠ. 1339/1985). Ενόψει αυτών ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο προβάλλεται ότι παρά τον νόμο δεν έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση η ύπαρξη δεδικασμένου από την 792/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, χωρίς να αναφέρεται και ότι το δεδικασμένο τούτο προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, το οποίο και πράγματι δεν προβλήθηκε ειδικώς ως μη αρκούσης της απλής επίκλησης της ως άνω απόφασης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι προς απόκρουση της ένδικης αξίωσης των αναιρεσίβλητων πρόβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ένσταση περί δεδικασμένου, έχουσα ως ιστορική βάση το περιεχόμενο της προαναφερθείσας απόφασης και αίτημα την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, κατά το οποίο Εφετείο "παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο από την προμνησθείσα απόφαση για πραγματικά περιστατικά που ασκούσαν θεμελιώδη επιρροή στη διαμόρφωση της οριστικής κρίσης του", πρέπει να απορριφθεί ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο της ουσίας δεν επιλήφθηκε της έρευνας περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου.
Τέλος ο ίδιος άνω λόγος κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι " η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε αυθαίρετα ότι αυτός δεν παρέδωσε τα παραστατικά και φορολογικά στοιχεία του έργου προκειμένου η κοινοπραξία να προβεί στην φορολογική εκκαθάριση των υποθέσεων κρίση στην οποία στήριξε το διατακτικό της απόφασής του" πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει ευθέως την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο την ουσιαστική κρίση του Εφετείου. (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθμ. 1, 8 και 14 του ΚΠολΔ, η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου δεν είναι στοιχείο της αγωγής και δε δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τον ενάγοντα, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική της βάση και το αίτημά της.
Περαιτέρω, στην περίπτωση της παράθεσης στην αγωγή εσφαλμένης νομικής διάταξης, στην οποία αυτή δεν υπάγεται, ο εναγόμενος δε δυσχεραίνεται στην απόκρουσή της, αφού κρίσιμη για την άσκηση του δικαιώματός του να αμυνθεί κατά της αγωγής και να την αποκρούσει είναι η με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις έκθεση των αναγκαίων για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής πραγματικών περιστατικών και όχι η παράθεση της σχετικής νομικής διάταξης, στην εφαρμογή της οποίας προβαίνει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής.
Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθεμένων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, (από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται) δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, ώστε να δημιουργούνται λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλ' υπάγει απλώς στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα.
Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως (κατ' εκτίμηση από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) με τον οποίο ο αναιρεσείων, χωρίς να αιτιάται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται στην κατ' αυτού αγωγή, υποστηρίζει ότι το Εφετείο έπρεπε να την απορρίψει, επειδή οι αναιρεσίβλητοι στήριξαν αυτήν στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού δηλαδή στο άρθρο 904 ΑΚ "που είναι υποβοηθητικής φύσεως", χωρίς να επικαλούνται πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία θεμελιώνεται η κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση έργου που τους συνδέει και από την οποία προέκυψε η ένδικη διαφορά τους, στις σχετικές διατάξεις της οποίας (μίσθωσης έργου) έπρεπε να στηριχθεί η αγωγή.
Κατόπιν αυτών η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2010 αίτηση για αναίρεση της 633/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ