223/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated223/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά δε το άρθρο 11 παρ. 6 του π.δ. της 3/25.4.1929 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους" εκδοθέντος κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 9 και 28 του ν.δ. της 17.6./16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών κλπ." "μεσότοιχος ή κοινός τοίχος καλείται ο τοίχος ο ανεγειρόμενος επί του κοινού ορίου των δύο ομόρων ιδιοκτησιών και καταλαμβάνων μέρος εξ εκατέρας τούτων".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 223 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 223/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρέου.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Στεφανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.7.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αραχώβης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 52/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς (που δίκασε ως Εφετείο). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουλίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 25 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 8 του β.δ.της 9/21.4.1836 "περί εκτελέσεως του σχεδίου της πόλεως Αθηνών" η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε και στις λοιπές πόλεις, κώμες και χωριά με το β.δ. της 8.5/25.6.1842 και του ν. ΣΚΒ/1867, "το μεταξύ των δύο οικιών μεσότοιχον θέλει οικοδομείσθαι καθ'ημίσειαν επί αμφοτέρων των οικοπέδων της δι' αυτό δαπάνης βαρυνούσης εξ ημισείας τους ομόρους ιδιοκτήτας απαγορευομένης της επ' αυτού ανοίξεως θύρας ή άλλου ανοίγματος".
Κατά δε το άρθρο 11 παρ. 6 του π.δ. της 3/25.4.1929 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους" εκδοθέντος κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 9 και 28 του ν.δ. της 17.6./16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών κλπ." "μεσότοιχος ή κοινός τοίχος καλείται ο τοίχος ο ανεγειρόμενος επί του κοινού ορίου των δύο ομόρων ιδιοκτησιών και καταλαμβάνων μέρος εξ εκατέρας τούτων".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο τοίχος μεταξύ δύο οικιών που ανεγέρθηκε υπό το καθεστώς της ισχύος των προσλαμβάνει το χαρακτήρα του μεσότοιχου υπό την άνω έννοια και από μόνο το γεγονός της ανεγέρσεώς του επί κοινού εδάφους των όμορων ιδιοκτησιών, τις οποίες διαχωρίζει. Και ναι μεν με επακολουθήσασες διατάξεις (άρθρ. 50 παρ. 1 εδάφ.
Β του β.δ. 9.8/30-9-1955 περί Γεν. Οικοδ. Κανονισμού του κράτους, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 4 παρ. 1 του β.δ. της 26.7/19.8.1959) θεσπίστηκαν διαφορετικές διατυπώσεις για τη σύσταση μεσότοιχου (συμφωνία των ιδιοκτητών συναπτόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή) πλην οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται επί τοίχων που απέκτησαν την ιδιότητα του μεσότοιχου πριν από την ισχύ των (Α.Π. 36/1994).
Όταν ο τοίχος που διαχωρίζει τα δύο όμορα ακίνητα έχει κτισθεί σε επαφή με το κοινό όριο των ιδιοκτησιών επί εδάφους όμως εξ ολοκλήρου της μιας ή της άλλης απ' αυτές τότε δεν πρόκειται περί μεσοτοίχου αλλά τοίχου που ανήκει αποκλειστικά στον κύριο του εδάφους ο οποίος έχει και το δικαίωμα της αποκλειστικής του χρήσης, αφού το δικαίωμα της σύγχρησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την κυριότητα και δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χωριστής διάθεσης εκτός αν με εμπράγματη σύμβαση σύστασης πραγματικής δουλείας ο κύριος παραχωρήσει δικαίωμα χρήσης και στο γείτονα (Α.Π. 1299/2000, 1029/2002, 1350/2005, 579/1974).
Και ο τελευταίος όμως αυτός τοίχος αποκτά το χαρακτήρα του μεσότοιχου κατόπιν σχετικής συμφωνίας μεταξύ των κυρίων των ομόρων ιδιοκτησιών, η οποία από το έτος 1955, κατά το οποίο περιορίστηκαν οι τρόποι συστάσεως μεσοτοιχίας (άρθρ. 50 παρ. 7 εδ. 1 του β.δ. της 98/30.9.1955) και μετά, πρέπει να περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ενώ μέχρι το ίδιο έτος 1955 δικαίωμα μεσοτοιχίας επί του ίδιου τοίχου μπορούσε να αποκτηθεί και με τη χρησικτησία εάν γινόταν χρησιμοποίηση του τοίχου ως μεσότοιχου με διάνοια κυρίου και εφόσον συνέτρεχαν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της χρησικτησίας αποκτωμένης έτσι και της κυριότητας του αναλογούντος μέρους του εδάφους επί του οποίου ο τοίχος αυτός (Α.Π. 625/1973).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39) 9 παρ. 1 (Βασ. 50.14), γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, αν νεμηθεί αυτό συνέχεια επί μία τριακονταετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου (ν. 27, Πανδ. (18.1.), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 2 παρ. 4 και 7, 11 Πανδ. (51.4), 5 παρ. 1 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) (Α.Π.266/2010).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 64και 65 Εισ .Ν.Α.Κ. προκύπτει ότι όταν ο χρόνος της χρησικτησίας του δικαίου που ίσχυε πριν από τον Α.Κ.συμπληρώνεται νωρίτερα από τον οριζόμενο στον Α.Κ. βραχύτερο, η χρησικτησία συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος του δικαίου που ίσχυε πριν από τον Α.Κ. η δε καλή πίστη απαιτείται στη περίπτωση αυτή για τον μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Κ χρόνο (23-2-1946) ενόψει του ότι το στοιχείο τούτο δεν απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 1045 Α.Κ.
για την έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. που είναι εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Α.Π. 16/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. .../24.01.1985 συμβολαίου της, συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Χαντζιάρα η ενάγουσα Θ. Κ. απέκτησε με αγορά από τις κληρονόμους του Ι.
Α., ήτοι τις 1) Γ. χα Ι. Α., 2) Ζ. συζ. Ε. Ν., το γένος Ι. και Γ. Α. και 3) Π. συζ. Ι. Κ., το γένος Ι. και Γ. Α. την κυριότητα μιας πεπαλαιωμένης διώροφης οικίας μετά τον οικοπέδου της, το οποίο καταλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από την ως άνω οικία, εμβαδού50,23τ.μ. κείμενη εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Αράχωβας και στη συνοικία "Τομαρέϊκα ή Γιαπί Στάθη".
Η οικία αυτή είχε περιέλθει στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ι. Α. του Ν. με αγορά από τους Ιερούς Ναούς Εισοδίων της Θεοτόκου και Αγίου Γεωργίου Αράχωβας δυνάμει του υπ' αριθ. .../1932 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αράχωβας Θεμιστοκλέους Διαγούρτη. Στους Ιερούς Ναούς είχε περιέλθει με κληροδοσία της κληρονομούμενης Ε.
χας Α. Θ. δυνάμει της υπ' αριθ. .../1931 δημόσιας διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσας στην οποία είχε περιέλθει κατόπιν αγοράς από το σύζυγό της Α. Θ. δυνάμει του υπ αριθ. .../1921 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Αράχωβας Δημητρίου Ματθαιοπούλου, ενώ στον τελευταίο είχε περιέλθει με αγορά από τη Β. Σ. δυνάμει του υπ' αριθ. .../1915 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Δημητρίου Μπουρνόζου.
Η ως άνω οικία της ενάγουσας συνορεύει δυτικά με ιδιοκτησία του πρώτου εναγόμενου, ανατολικά και βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Α. και νότια με δημοτική οδό. Δυτικά της οικίας της ενάγουσας και εν επαφή βρίσκεται η οικία του πρώτου εναγόμενου, η οποία περιήλθε σ' αυτόν αρχικά κατά ψιλή κυριότητα με γονική παροχή από τους γονείς του δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. .../14.08.1985 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Δεσφίνας Νικολάου Μαρκεζίνη και ακολούθως μετά το θάνατο των γονέων του, κατά πλήρη κυριότητα.
Οι δυο αυτές παλαιές οικίες των διαδίκων εφάπτονταν και διαχωρίζονταν μεταξύ τους μέχρι το ύψος της ανώγειας οικίας της ενάγουσας με τον επίδικο τοίχο, ο οποίος είναι δομημένος από πέτρες, έχει μήκος 9,50 μέτρα και σταθερού μέσου πλάτους 67 εκατοστά. Ο τοίχος αυτός αποτελούσε ήδη πριν από το έτος 1915 το διαχωριστικό τοίχο των δύο οικιών εκ των οποίων (οικιών) οικοδομήθηκε πρώτη εκείνη του εναγόμενου και αρχικά o εν λόγω τοίχος ήταν o φέρων οργανισμός της οικίας αυτής εκ της ανατολικής πλευράς της, καθόσον μετέφερε αμέσως και εμμέσως επί του εδάφους πλην του ιδίου βάρους και τα λοιπά μόνιμα και μεταβλητά φορτία της ανώγειας οικίας, αφού επ' αυτού στηρίζονταν τα οριζόντια ξύλα του πατώματος και η σκεπή του από κεραμίδια.
Προς ενίσχυση του ανωτέρω συμβάλλει και το γεγονός. ότι αυτός συνεχίζεται ομοιόμορφα και ευθεία, όπως προεκτέθηκε, πάνω από την ανώγεια οικία τής ενάγουσας. Η τελευταία περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ι. Α. το έτος 2932, ο οποίος κατόπιν της υπ. αριθ. 22/18.06.1935 οικοδομικής αδείας προέβη σε επισκευή της πρόσοψής της (κατασκευή πέτρινων κολονών και δοκαριού), ενώ κατά το έτος 1938 έλαβε οικοδομική άδεια (την υπ' αριθ. 53/28.09.1938) για κατασκευή πλάκας εκ μπετόν αρμέ.
H ως άνω οικία ακόμη και μετά τις προαναφερόμενες εργασίες επισκευής της, στις οποίες προέβη ο Ι. Α., διατήρησε την ίδια μορφή, με εκείνη που είχε όταν κατασκευάσθηκε, ήτοι αποτελείτο από ισόγειο και πρώτο όροφο και παρέμεινε έκτοτε έτσι μέχρι και το χρόνο μεταβίβασης της στην ενάγουσα από τις κληρονόμους του Ι.
Α., οπότε η τελευταία προέβη στην επισκευή της, προκειμένου να καταστεί κατοικήσιμη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο ανέγερσης της οικίας της ενάγουσας οι τότε ιδιοκτήτες της στήριξαν αυτή επί του ανατολικού τοίχου της οικίας του δικαιοπαρόχου του εναγόμενου χρησιμοποιώντας τον ως τέταρτο τοίχο του οικοδομήματός της, πάνω στον οποίο στηρίζονται τα οριζόντια ξύλα του πατώματος και η σκεπή του από κεραμίδια, ήτοι φέρει το φορτίο της στέγης και του πατώματος της οικίας αποτελώντας τον τέταρτο φέροντα τοίχο της, εντός του οποίου η ενάγουσα έχει τοποθετήσει την ηλεκτρική εγκατάσταση.
Ο επίδικος τοίχος αποτελεί το μοναδικό εξωτερικό τοίχο της οικίας της ενάγουσας προς την όμορη ιδιοκτησία του εναγόμενου και δεν έχει κτιστεί άλλος ξεχωριστός τοίχος της, όπως υποστηρίζει ο εναγόμενος, ενώ το σταθερό μέσο πλάτος των 67 εκατοστών παραμένει το ίδιο από την αρχική κατασκευή του. Ο εν λόγω τοίχος δεν έχει δεχθεί κανενός είδους προσθήκη, πλην επιχρισμάτων μέσου πάχους 3 εκατοστών στην ανατολική πλευρά του και χρησιμεύει ως εσωτερική (δυτική) πλευρά της οικίας της ενάγουσας, καθόσον παρά το γεγονός ότι η εν λόγω οικία έχει δεχθεί ενισχυτικές επεμβάσεις κατά το έτος 1835 εντούτοις αυτές λόγω του είδους τους δεν επαρκούν ώστε να αφαιρέσουν από τον επίδικο τοίχο την ιδιότητα της φέρουσας τοιχοποϊίας της ως άνω οικίας.
Με τη συνεχή άσκηση από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας επί του επίδικου τοίχου όλων των διακατοχικών πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την τεσσαρακονταετία, ο τοίχος αυτός απέκτησε την ιδιότητα του μεσότοιχου, την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη.
Το γεγονός δε ότι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων θεωρούσαν και αναγνώριζαν τον επίδικο τοίχο ως μεσότοιχο αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. .../17.07.1935 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Αράχωβας Θεμιστοκλέους Διαγούρτη, με την οποία η μητέρα του εναγόμενου και ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ι.
Α. συμφώνησαν να κατασκευάσουν μεσότοιχο ο οποίος θα αποτελούσε συνέχεια του επίδικου τοίχου, τον οποίο οι ως άνω συμβαλλόμενοι χαρακτηρίζουν μεσότοιχο και ο οποίος κατά τον ως άνω χρόνο, όπως προεκτέθηκε αποτελούσε τον κοινό τοίχο των οικιών Ε. Π. και Ι. Α.. Ο μεσότοιχος δε τον οποίο οι ως άνω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να ανεγείρουν, θα κατασκευαζόταν από νότο προς βορά επί της ίδιας νοητής γραμμής που είχε ο επίδικος μεσότοιχος, ενώ θα ξεκινούσε από το σημείο, όπου τελείωνε ο τελευταίος (επίδικος μεσότοιχος) και θα κατέληγε στον τοίχο, πέραν του οποίου βρίσκεται o λαχανόκηπος του Λ.
Τ.. O κατασκευασθείς αυτός μεσότοιχος διαχωρίζει σήμερα την ιδιοκτησία του εναγόμενου, στο τμήμα της που μεταβιβάσθηκε σ' εκείνον από τη μητέρα του με την ιδιοκτησία των κληρονόμων Δ. Α., η οποία βρίσκεται βορείως της οικίας της ενάγουσας. Περαιτέρω στο υπ' αριθ. .../14.08.1985 συμβόλαιο, με το οποίο οι γονείς του εναγόμενου μεταβίβασαν σ' αυτόν την οικία μετά του οικοπέδου της, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η εν λόγω οικία συνορεύει γύρωθεν με δημοτική οδό Πανουργιά και ιδιοκτησίες Ε.
συζ. Ε. Π. και ιδιοκτησία (μεσοτοιχία) κληρονόμων Ι. Α.. Δηλαδή στο ως άνω συμβόλαιο ο δικαιοπάροχος του εναγόμενου δήλωσε ρητά ότι μεταξύ της οικίας του και αυτής των κληρονόμων Ι. Α. και νυν ενάγουσας υπάρχει μεσότοιχος. Περαιτέρω και στο τρίτο φύλλο του εν λόγω συμβολαίου αναφέρεται ότι το μόνο βάρος που έχει το μεταβιβαζόμενο προς τον εναγόμενο ακίνητο είναι αυτό των μεσοτοιχιών, λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο όρος "μεσότοιχος", που χρησιμοποιείται στο συμβόλαιο αυτό είναι νομικός όρος εύχρηστος στην πράξη με συγκεκριμένο περιεχόμενο και έννοια, η οποία ήταν γνωστή στους συμβληθέντες λόγω της κατάρτισης της γονικής παροχής ενώπιον συμβολαιογράφου, η αναφορά αυτή έγινε με τη νομική έννοια του όρου περί μεσοτοιχίας.
Κατά το έτος 2000 ο εναγόμενος προχώρησε σε ανακατασκευή της οικίας του κατασκευάζοντας φέροντα σκελετό, χωρίς να κατεδαφίσει τους εξωτερικούς τοίχους, μεταξύ των οποίων και τον επίδικο, τον οποίο ανύψωσε σε κάποια τμήματά του, μετά δε την κατασκευή της στέγης τοποθέτησε υδρορροή καταλαμβάνοντας όλο το πλάτος του επίδικου τοίχου θεωρώντας ότι ανήκει εξ ολοκλήρου, σ' αυτόν.
Επίσης έκανε οπές επί τον μεσότοιχου και κάθετες εντορμίες για την τοποθέτηση τζακιών και καμινάδων, οι οποίες όμως δεν έχουν καταλάβει το τμήμα του μεσότοιχου που ανήκει στην ενάγουσα, προσέτι δε τοποθέτησε υδρορροή στην απόληξη του μεσότοιχου μετά το τελείωμα της σκεπής του αποβάλλοντας με τον τρόπο αυτό την ενάγουσα από τη νομή της επί του ημίσεως τμήματος του επίδικου μεσότοιχου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ανωτέρω Δικαστήριο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ. αριθ. 19/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αράχωβας με την οποία αφού έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης αναγνωρίστηκε αυτή κυρία τμήματος μεσοτοίχου διαστάσεων, πλάτους 33,5 εκατοστών και μήκους 9,50 μέτρων που αποτελεί τον δυτικό τοίχο της οικίας της η οποία βρίσκεται στη συνοικία "Τομαρέϊκα ή "Γιαπί Στάθη" της Αράχωβας Βοιωτίας και συνορεύει δυτικά με ιδιοκτησία εναγομένου, νότια με δημοτικό δρόμο, ανατολικά και βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.
Α., και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος ν' αποδώσει το τμήμα τούτο του μεσοτοίχου στην ενάγουσα. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των άρθρων 64 και 65 του Εισ. Ν.Α.Κ. σε συνδ. με αυτές των άρθρων 8 του β.δ. της 9/21.4.1836 και11παρ. 6 του π.δ. της 3/25.4.1929 που έχουν εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση καθόσον δέχθηκε κατ' ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της απόφασης ότι ο ανωτέρω τοίχος του οποίου αμφισβητήθηκε η ιδιότητά του ως μεσοτοίχου, κατέστη μεσότοιχος και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας απέκτησαν την κυριότητα του ανωτέρω τμήματος αυτού με ανάλογο τμήμα του εδάφους με την άσκηση από αυτούς (δικαιοπαρόχους) όλων των διακατοχικών πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την τεσσαρακονταετία, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία χωρίς όμως να συντρέχουν και οι απαιτούμενες προς τούτο λοιπές προϋποθέσεις της άσκησης των εν λόγω διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη δε μέχρι της έναρξης ισχύος του Α.Κ..
Συνεπώς ο μοναδικός σχετικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. όπως αυτός παραδεκτά συμπληρώνεται με την εισήγηση (άρθρο 562 παρ. 4. Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το βάσιμο τούτο λόγο, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 52/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ